Αρχική

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]




Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 4 Δημοσιεύσεις ] 
Συγγραφέας Μήνυμα
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 16 Σεπ 2017, 15:09 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5440
Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος α΄)

(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)

Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού

Α. Τον περασμένο Ιούλιο (2017) δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο ένα κείμενο με τίτλο «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»[1]. Συντάκτης του (Σ. στο εξής) είναι ο Επίσκοπος Αβύδου κ. Κύριλλος Κατερέλος, ο οποίος έχει μεγάλη μόρφωση και τυγχάνει Πανεπιστημιακός Καθηγητής. Ο σκοπός δε της συντάξεως του κειμένου αυτού ήταν διττός: αφενός μεν, απολογητικός υπέρ της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης (2016), εναντίον της οποίας γράφτηκαν αρκετά κείμενα, αφετέρου, επικριτικός κατά όσων στράφηκαν εναντίον της, είτε διά κειμένων, είτε - κυρίως - διά δηλώσεως διακοπής εκκλησιαστικής κοινωνίας (αποτείχιση). Το εν λόγω κείμενο (αποτελούμενο από 105 σελίδες) είναι τεχνικά άρτιο, επιστημονικό, με ωραία γλώσσα και πολλές παραπομπές. Τα εν αυτώ επιχειρήματα φαντάζουν ακαταμάχητα και σίγουρα προκαλούν ποικίλες εντυπώσεις. Παρόλα αυτά υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι για τους οποίους τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να πείσουν τους Ορθοδόξους. Οι λόγοι αυτοί θα εκτεθούν στην παρούσα Απάντηση, με την ελπίδα να αξιολογηθούν ορθώς από όλους, ώστε η αξιολόγησή τους αυτή να συντελέσει στην απωλεσθείσα Ενότητα Πίστεως μεταξύ όσων σήμερα διεκδικούν τον τίτλο του Ορθοδόξου, μέσω της επιστροφής στην Ορθόδοξη Διδασκαλία όσων εξετράπησαν.
Β. Ξεκινώντας το κείμενό του ο Σ. παραθέτει κάποια σπουδαία αποσπάσματα του Αγίου Αυγουστίνου, με βάση τα οποία όμως (και η υπό την επήρεια της εκκλησιολογικής σκέψεως του, κεκοιμημένου πλέον, πνευματικού του πατρός Πρεβέζης Μελετίου Καλαμαρά) οδηγείται στην εξαγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων, σχετικά με το τι είναι Εκκλησία και πότε κάποιος βρίσκεται εντός ή τίθεται εκτός Αυτής.
Πριν όμως εξεταστεί αυτό αναλυτικότερα πρέπει να επισημανθεί πως ο Σ. παρόλο που φέρει ως συνήγορο των ιδεών του τον Ιερό Αυγουστίνο, εν τούτοις φαίνεται πως οι συμμετέχοντες στην Ψευδοσύνοδο της Κρήτης δεν αποδέχονται την συγκεκριμένη θέση του Αγίου, την οποία ο Σ. παραθέτει. Διότι ενώ ο Άγιος γράφει πως «παρὰ ταῦτα ἐμεῖς δεχόμαστε καὶ τὴ δική τους κατηγορία, ἀφοῦ εἶναι ἀδελφοί μας. Καὶ ἐὰν μπορέσουν νὰ μᾶς ἀποδείξουν ὅτι εἶναι ἔνοχοι (αὐτοί, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦν), ἐμεῖς θὰ τοὺς ἀναθεματίσουμε τὴν ἴδια ἡμέρα», οι Επίσκοποι της Κρήτης αγνόησαν παντελώς τους αδελφούς τους Ορθοδόξους οι οποίοι επί 90 έτη σχεδόν κατήγγειλαν και καταγγέλλουν την αίρεση του Οικουμενισμού και τους φορείς της. Αγνόησαν όλους όσους εξαπέλυσαν κατηγορίες για πτώση σε αίρεση εναντίον όχι μόνο «νεκρών», όπως οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης, Βασίλειος Γεωργιάδης, Αθηναγόρας Σπύρου και Δημήτριος Παπαδόπουλος, αλλά και εναντίων «ζώντων», όπως ο νυν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος, ο Περγάμου Ιωάννης, ο Γαλλίας Εμμανουήλ κ.α. Γιατί δεν εξετάστηκε το φλέγον αυτό ζήτημα; Γιατί δεν κλήθηκαν οι κατήγοροι στην Σύνοδο, ώστε αν καταφέρουν να αποδείξουν ότι αυτοί τους οποίους κατηγορούν είναι ένοχοι, να αναθεματιστούν οι ένοχοι αυτοί από την Σύνοδο την ίδια ημέρα, κατά την επιταγή του Αγίου Αυγουστίνου;
Γ. Είναι λοιπόν φανερό πως ο Σ. (όπως και οι εξ Ορθοδόξων Οικουμενιστές γενικώς) μιλώντας για «Εκκλησία», εννοεί την Ιεραρχία (δηλαδή την Διοίκησή Της), ενώ κατά τους Ορθοδόξους «ὑπάρχει σαφής διάκριση ἀνάμεσα στήν Ἐκκλησία, καθεαυτήν, - ὡς Θεανθρωπίνου μυστηριακοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ - καί τήν Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐκφράζει πράγματι τήν Ἐκκλησία, μόνον ὅμως ὑπό συγκεκριμένες καί σαφεῖς προϋποθέσεις»[2].
Έτσι ο Σ. εγκαλεί όσους αποτειχίζονται χρησιμοποιώντας χωρία από τον Ιερό Αυγουστίνο. Τα σχετικά χωρία του Αγίου όμως θέλουν τα αυγουστίνεια πλαίσιά τους για να ερμηνευθούν ορθώς, λαμβανομένου υπόψιν ότι η Τοπική Εκκλησία της Βορείου Αφρικής βίωνε τότε το επώδυνο και άδικο Σχίσμα των Δονατιστών, στην αντιμετώπιση του οποίου πρωτοστάτησε ο Άγιος. Μήπως μπορεί να γίνει σύγκριση ανάμεσα στην τότε και την τώρα κατάσταση; Μήπως στην σημερινή εποχή η Διοίκηση της Εκκλησίας είναι στα χέρια ευσεβών, οι οποίοι εκφράζουν συνοδικώς την Ορθοδοξία απέναντι σε κακοδόξους (ως οι Δονατιστές) ή βρίσκεται στα χέρια ασεβών που εκφράζουν αιρέσεις και πολεμούν τους πραγματικά Ορθοδόξους; Και αυτό πρέπει να εξεταστεί.
Δ. Ο Σ. ταυτίζοντας την Εκκλησία με την Διοίκηση της (ταύτιση που όζει Παπισμού) πέφτει στα εξής δύο σημαντικά σφάλματα:
δ1. Προβαίνει σε βίαιο διαχωρισμό μεταξύ Επισκόπων και των υπολοίπων μελών του Σώματος (κλήρου και λαού) δίνοντας στους πρώτους δικαιώματα που ουδέποτε αναγνώρισε η Ορθόδοξη Εκκλησία σε αυτούς, και
δ2. Θεωρεί επομένως ότι όσοι διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Επισκόπους τους βγαίνουν, με την πράξη τους αυτή, «εκτός Εκκλησίας», δηλαδή νεκρώνονται[3]!
Δίνει δηλαδή στους Επισκόπους εξουσία και δικαιώματα παρόμοια με αυτά που στον Παπισμό έλαβε ο Πάπας έναντι των ανά τον κόσμο συνεπισκόπων του με την διαφορά πως τα αποτελέσματα εδώ είναι ακόμη πιο φρικτά. Διότι αν με την εξύψωση του Πάπα έναντι των συνεπισκόπων του αυτός κατέστη μία «Κεφαλή της Εκκλησίας» τερατώδης[4], με την επιχειρούμενη υπερύψωση των Επισκόπων έναντι των υφισταμένων τους δημιουργούνται τόσες «Κεφαλές», όσο και το πλήθος αυτών! Σε συνδυασμό δε με την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» του Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα[5], σύμφωνα με την οποία ο Χριστός προσεγγίζεται από τους πιστούς μόνο μέσω του Επισκόπου, η «Νέα Εκκλησιολογία» πρεσβεύει μια Εκκλησία που από χριστοκεντρική κατήντησε επισκοποκεντρική, όπως ακριβώς και η πάλαι ποτέ Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία της Ρώμης κατέστη από χριστοκεντρική παποκεντρική!
Αυτήν την «Νέα Εκκλησιολογία» οι Ορθόδοξοι δεν μπορούν να την αποδεχτούν, διότι μένουν πιστοί στην Ορθόδοξη Παράδοση των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι διδάσκουν πως μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, το οποίο έχει μόνη Κεφαλή τον Χριστό, κληρικοί και λαϊκοί «τοσαύτην ἔχοντες πρὸς ἀλλήλους διαφορὰν, ὅσην μέλη πρὸς μέλη»[6], αποτελούν δηλαδή «ἀδελφὰ μέλη καὶ συμφυῆ» που απλά «τὰ μὲν ἀνώτερα, τὰ δὲ κατώτερον ἐπέχοντα τόπον»[7]. Η θέση των Επισκόπων σε ανώτερο επίπεδο (αποτέλεσμα της υπάρξεως ειδικής Ιερωσύνης «ἀπὸ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοῦς Ἁγίους μαθητὰς καὶ Ἀποστόλους τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ»[8] και της, εξ αυτής απορρεούσης ιεραρχικής δομής του Σώματος) βρίσκεται μέσα στο Σώμα και δεν υπονοείται καν, αγιογραφικά και πατερικά, κάποια ειδική εξουσία που να καθιστά τους Επισκόπους «Κεφαλές» (με την σημασία βεβαίως που θέλουν να τους δώσουν οι Νεοεκκλησιολόγοι), πόσο μάλλον όταν «ὀφείλουν τὴν ποιμαντική τους ὑπόσταση καὶ ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τὸν Ἀρχιποίμενα Χριστό, ὑπάρχοντες χάριν τοῦ ποιμνίου τους»[9]. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ξεκάθαρα διδάσκει πως «πρόβατα καὶ ποιμένες πρὸς τὴν τῶν ἀνθρώπων εἰσὶν διάκρισιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες πρόβατα. Καὶ γὰρ οἱ ποιμαίνοντες καὶ οἱ ποιμαινόμενοι, ὑφ ἑνὸς τοῦ Ἄνω Ποιμένος ποιμαίνονται»[10].

Την παλαιά αυτή παρεκτροπή του Πάπα Ρώμης να μετατρέψει το αξίωμα Διακονίας του («Servus servorum Dei») σε αξίωμα Δεσποτείας (=Τυραννίας) και να ταυτίσει τον εαυτό του με την Εκκλησία - και η οποία παρεκτροπή οδήγησε στην Αποστασία την πάλαι ποτέ Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία της Ρώμης -, μιμούνται σήμερα οι Επίσκοποι των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών απαιτώντας «υπακοή στην Εκκλησία» (όπου «Εκκλησία» εννοούν τους εαυτούς τους) και επιθυμώντας ως κακοί εργάτες να θέσουν υπό την κυριαρχία τους τον Αμπελώνα[11] γενόμενοι μιμητές του Πάπα, υπερυψώνοντας κι εκείνοι εαυτούς σε «Κεφαλές» της Εκκλησίας.
Όμως χάριτι Θεού οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας της τελευταίας χιλιετίας, ως καλοί εργάτες του αμπελώνος, αντιμετώπισαν αυτήν την εωσφορική παρεκτροπή και μας παρέδωσαν ανεκτίμητη παρακαταθήκη την ανόθευτη Ορθόδοξη Εκκλησιολογία:
α) Ο Άγιος Μελέτιος ο Πηγάς - ο «μετά το Σχίσμα νέος Φώτιος», όπως ονομάστηκε - σε πολλά έργα και επιστολές του καταδικάζει την ταύτιση του προσώπου του εκάστοτε Πάπα με την αλάθητη και υπέρτατη εκκλησιαστική αυθεντία, ταύτιση παρόμοια με αυτήν που επιχειρείται σήμερα. Στο έργο του «Περὶ τοῦ τὶς ἐστὶν ἡ ἀληθὴς καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ποία ἐστὶν ἡ γνησία καὶ ἀληθὴς κεφαλὴ αὐτῆς καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα τῆς Ῥώμης», το οποίο δημοσίευσε ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων στον Τόμο Χαράς διαβάζουμε: «Οὐδὲ γὰρ τυράννους ἐπεισακτέον τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὅρους μὲν μεταίροντες πατρῴους, δόγματα δὲ καινοτομοῦντας, καὶ Χριστὸν αὐτὸν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὅρους περιορίζοντας… Ἱεροπρεπέστατα γὰρ ὁμοῦ καὶ θεοπρεπέστατα ἔφη Διονύσιος[12] μὴ ἕπεσθαι τὸ θεῖον ὑπηρετικῇ τῇ ἀρχιερατικῇ ἐξουσίᾳ, αὐτὴν δὲ μάλλον ὑποφητικῶς λειτουργεῖν τῇ θείᾳ χάριτι. Εἰ γὰρ καὶ ζῶντας νόμους καὶ ἕμπνους προσαγορεύσας, ἀλλ᾿ οὐχ ὥστε νομοθετεῖν ἀφ᾿ ἑαυτῶν, ἢ τὸ δεινότερον, ἀντινομοθετεῖν Θεῷ, ἀλλ᾿ ἵνα τὰ ὑπὸ Θεοῦ νομοθετηθέντα ἐκφαντορικῶς ὑπαγορεύωσιν»[13]. Και παρακάτω: «Τὸ γὰρ διακονεῖν, τοῦ αὐθεντεύειν καὶ κατεξουσιάζειν, πολὺ διίσταται. Αὐτοὶ δὲ (οἱ Λατίνοι) καὶ περὶ πίστεως καὶ περὶ ἐκκλησίας ὁλοσχερῶς παντοίαν ἐξουσίαν τῇ τοιαύτῃ κεφαλῇ (τῷ Πάπᾳ) διδόας, μέχρι καὶ ἀνατροπῆς καὶ καινοτομίας τῶν παρὰ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος αὐτοῦ ὁροθετηθέντων»[14]. Σε μια επιστολή του γράφει: «σῶμα γὰρ τοὺ Σωτῆρος ἡ τοῦ Σωτῆρος Ἐκκλησία, ἧς κεφαλὴ μόνος αὐτός, οὐδὲ γὰρ δικέφαλον (σ. ημ.: ή πολυκέφαλο) τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα»[15]. Και από ομιλία του: «Ἄνθρωπε, κεφαλὴ μόνη τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, μὴ τοῦ ἀρπάξῃς τὴν τιμήν, μὴ συγχύσῃς τὸ πάνˑ ὡς εἶναι τέρας τὸ σῶμα ἀκέφαλον, ἔτζι εἶναι τέρας τὸ σῶμα καὶ πολυκέφαλονˑ καὶ λοιπὸν ἂν τὸ σῶμα ἡ καθολικὴ ἐκκλησία ἔχει κεφαλὴν τὸν Χριστόν, κεφαλὴν καθολικὴν διὰ νὰ μὴν εἶναι τέρας ἀκέφαλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλην καθολικὴν κεφαλὴν διὰ νὰ μὴν εἶναι τέρας πολυκέφαλον»[16]. Και από το έργο του «Διάλογος Ὀρθόδοξος Χριστιανός»: «Ξένος: Καὶ λοιπὸν τέρας ἡ ἐκκλησία τοσαύτας ὡς ὁρῶμεν κεκτημένα κεφαλάς; Παῖς: Αἱ καθ᾿ ἕκαστον ἐκκλησίαι, καὶ αἱ τῶν ἐκκλησιῶν κεφαλαὶ εἰς μία ὁλομέλιαν (sic) συντρέχουσαι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἁπαξάπασαι ἓν ἀποτελοῦσι σῶμα, οὕ κεφαλὴ μόνος ὁ Χριστός! Οὐ τοίνυν τέρας ἡ ἐκκλησία ἡ καθολικὴ μίαν ἔχουσα Κεφαλὴν καθολικὴν τὸν Χριστόν. Αἱ γὰρ μερικαὶ κεφαλαὶ τῆς καθολικῆς τὸν λόγον οὐ παραλυποῦσιν, ἀλλ᾿ ἀναπληροῦσιν ἐν τοῖς καθ᾿ ἕκαστονˑ καθάπερ οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι αἱ μερικαὶ τῆς μιᾶς ἐκκλησίας τὸν λόγον παραλυποῦσι τῆς καθολικῆς»[17].
β) Και οι δύο κύριοι μαθητές του Αγίου Μελετίου του Πηγά, συνέχισαν την ανάπτυξη της ορθοδόξου διδασκαλία περί του θέματος ως εξής. Ο μεν μάρτυρας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Λούκαρις εκφώνησε το «ανάθεμα» σε όποιον «λέγει πῶς ὁ πάπας τῆς Ῥώμης εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ὁ Χριστός»[18], ο δε Μάξιμος ο Πελοποννήσιος έγραψε το περισπούδαστο «Ἐγχειρίδιον κατὰ τοῦ σχίσματος τῶν παπιστῶν», στο οποίο διαβάζουμε τα εξής σημαντικά για τους Αποστόλους: «Καὶ εἶναι ὅλοι κεφαλαὶ, ὅλοι διδάσκαλοι, ὅλοι ποιμένες οἰκουμενικοὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτοὶ ἔχουν καθολικὴν κεφαλὴν τὸν Χριστόν, εἰς τὸν Ὁποῖον εἶναι θεμελιωμένοι καὶ αὐτοί, μὲ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν, ὅλοι εἶναι διάκονοι καὶ κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον φέρνουν καὶ τοὺς ἄλλους πιστούς»[19]. Στο έργο αυτό μάλιστα αφιέρωσε ολόκληρο κεφάλαιο (το κβ΄) για το θέμα, με τίτλο «Ὅτι καὶ τὰ ὁρατὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἔχουν ὁρατὴν κεφαλήν, παρὰ μόνον τὸν Χριστόν, καὶ κατὰ ποῖον τρόπον λέγονται κεφαλαὶ τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ Ἐπίσκοποι». Σε αυτό γράφει τα εξής σημαντικότατα: «Ἀν καὶ κεφαλαῖς εἶναι, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτες κεφαλαῖς, ὁποῦ νὰ δίδουν ἀπὸ λόγου τους εἰς τὰ μέλη ζωήν. Διότι τοῦτο μόνον ὁ Χριστὸς τὸ κάμνει, ὡς ἂν ὅπου εἶναι αὐτοζωή, καὶ δωτὴρ τῆς ζωῆς. Δι᾿ ἄλλο δὲν λέγονται αὐτοὶ κεφαλαῖς, παρὰ μόνον διατὶ διδάσκουν τὸν λοιπὸν λαόν, τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, τὸ εὐαγγέλιον ὁποῦ ἐπαράλαβαν ἀπὸ τὸν καλὸν ποιμένα τὸν Χριστόν, καὶ διατὶ εἶναι ὡς ἑξουσιασταὶ ἀπάνω εἰς τὰ μέλη, τὸν λοιπὸν λαόν, νὰ τὰ ὀδηγοῦν εἰς τὴν διδαχὴν τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οὐδὲ ἔχουν ἐξουσίαν νὰ διδάσκουν ἄλλην διδαχὴν, ἢ νόμον, παρὰ μόνον τὴν διδαχὴν καὶ τοὺς νόμους τοὺς εὐαγγελικούς. Καὶ διὰ νὰ κάμνουν αὐτὸ τὸ ἔργον, λέγονται κεφαλαῖς. Καὶ ἕως τότε τὸ ἔχουν καὶ αὐτὸ τὸ ἀξίωμα, ἕως ὁποῦ νὰ κάμνουν καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς διδαχῆς τοῦ εὐαγγελίου, ἀνοθεύτως, χωρὶς προσθήκην, ἢ ἀφαίρεσιν, καὶ ἕως ὁποῦ εἶναι καὶ αὐτοὶ ὑποκάτω εἰς τὴν καθολικὴν, τὸν Χριστόν, κεφαλήν, καὶ διδάσκουνται ἀπ᾿ Αὐτόν, ὡς πρόβατα λογικά, καὶ πείθουνται εἰς τοὺς νόμους Του, καὶ τὴν διδαχήν Του, ὁποῦ εἶναι τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον. Ἕως νὰ οἰκονομοῦν τοὺς ὑποκάτω τους, καὶ νὰ ποιμαίνουν τὰ πρόβατα ὁποῦ ἐπροστάχθηκαν νὰ ποιμαίνουν καὶ νὰ βόσκουν εἰς τόπον χλόης, ἤγουν εἰς τοὺς χλοεροὺς καὶ ζώντας λόγους τῆς θείας γραφῆς, καὶ ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, ἤγουν εἰς τὴν πνευματικὴν ὁδηγίαν, καὶ νὰ τοὺς ἀναφέρνουν πρὸς τὴν καθολικὴν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας κεφαλὴν τὸν Χριστόν, εἰς τὸν Ὁποῖον εἶναι καὶ αὐτοί, ἂν ὀρθοδοξοῦν, θεμελιωμένοι. Καὶ ὅποιος εἶναι χωρισμένος ἀπ᾿ Αὐτόν, καὶ αὐτοὶ οἱ ποιμένες, καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἀκόμι (sic), δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζῇ. Λέγουνται λοιπὸν καὶ αὐτοὶ κεφαλαῖς, ἀλλὰ μερικαῖς, καὶ ὄχι καθόλου»[20].
γ) Το ίδιο αναλυτικά παρουσιάζεται το σημαντικό αυτό εκκλησιολογικό θέμα και στο συγκλονιστικό, και λίαν επίκαιρο, αντιρρητικό φυλλάδιο «Ἡ Ὀρθοδοξία ἐλέγχουσα τὸν παπικὸν κατολικισμὸν καὶ τοὺς Ἰησουΐτας», που συντάχθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1862 (7 Μαρτίου κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο) - και εκδόθηκε ταυτόχρονα σε Κωνσταντινούπολη, Αθήνα και Κεφαλονιά – από τον πολύσοφο Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνο Τυπάλδο-Ιακωβάτο, μέγα θεολόγο της εποχής, ο οποίος διετέλεσε και πρώτος Σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Ας διδαχθούν από αυτόν οι επίγονοί του που πρωτοστατούν σήμερα στην θεμελίωση της «Νέας Εκκλησιολογίας»: «Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἔκφρασις ὑψηλοτέρου καὶ πνευματικοῦ πρωτοτύπου δημοκρατίας, τῆς ὁποίας νόμοι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιον, ἐκπληρωτικὴ έξουσία ὁ κλῆρος, κεφαλὴ δὲ καὶ κυβερνῶσα ἐξουσία αὐτὸς ὁ Χριστός… Μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖςˑὁ κλῆρος ἡμῶν φέρει τὸν Σταυρὸν καὶ τὸ φορτίον του μετὰ πρᾴου καὶ ἡσύχου πνεύματοςˑ καὶ Πατριάρχαι, καὶ Μητροπολῖται, καὶ Ἀρχιεπίσκοποι, καὶ Ἐπίσκοποι, καὶ πρεσβυτέριον ἱερὸν, καὶ αὐτοὶ οἱ διάκονοι, καὶ ὁ λαός, ἐνώπιον τοῦ νόμου τοῦ Χριστοῦ εἰσὶν ἴσοι. Μία μόνον ἀνισότης πραγματικῶς ὑπάρχει μεταξὺ κλῆρου καὶ λαοῦˑ ὅσῳ ἀνώτερον εἶναι τὸ ἱεραρχικὸν ἀξίωμα, τόσῳ μεγαλητέρα εἶναι καὶ ἡ εὐθύνηˑ καὶ ὅλη αὕτη ἡ ταξιαρχία εἶναι ἐκπληρωτική, διδακτικὴ καὶ κυβερνητικήˑ ὅλων δὲ κεφαλή, κλῆρου καὶ λαοῦ, εἶναι ὁ Χριστός, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν, οὔτε κατ᾿ ἰδίαν, οὔτε ἐν Συνόδῳ, τολμᾷ νὰ ἐγγίσῃ τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα ἐσύστησεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, οὔτε ἐφευρίσκει δόγματα οὐδέποτε ὑπάρξαντα ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ… Ἐκκλησία δὲν εἶναι προσέτι μήτε ὁ κλῆρος, μήτε ὁ Πάπας, μήτε τάξις τις, μήτε βασιλεία»[21].
δ) Να μη λησμονήσουμε και την απόφαση της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου του 1727: «Οὐδεμίαν ἄλλην ἥντιναοῦν κεφαλὴν ἀποδέχεσθαι ἐν αὐτῇ τῇ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, εἰμὴ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν μόνον»[22].
ε) Ο δε Άγιος Νεκτάριος στο έργο του επισημαίνει: «Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας οὐχὶ ἐν τῷ ἑνιαίῳ προσώπῳ ἑνὸς τῶν Ἀποστόλων θεμελιοῦται καὶ ἑδράζεται, ἀλλ᾿ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ τῆς ’Ἐκκλησίας, ἐν ἑνὶ πνεύματι, ἐν τῇ μιᾷ, πίστει, ἐλπίδι, ἀγάπῃ καὶ λατρείᾳ»[23].
Εξ όσων αναφέρθηκαν καθίσταται φανερό ότι, οι επιμέρους κεφαλές, οι Επίσκοποι, δεν μπορούν να υπάρχουν άνευ του Χριστού, δηλαδή άνευ της Ορθοδόξου Ομολογίας. Γι’ αυτό και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αποκαλεί «Καθολικὴν Ἐκκλησίαν τὴν ὀρθὴν καὶ σωτήριον τῆς εἰς Aὐτὸν (σ. ημ. τον Χριστόν) πίστεως ὁμολογίαν»[24]. Όποιοι δεν έχουν την Ορθόδοξη Ομολογία, «κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε Κληρικοί, κἄν τε Λαϊκοὶ ἔτυχον εἶναι, κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ»[25] δεν είναι συνδεδεμένοι με τον Χριστό και επομένως όχι μόνο κεφαλές (μερικές), αλλά ούτε καν μέλη υγιή του Σώματος δεν μπορούν να λέγονται, αλλά αντιθέτως οι Άγιοι προτρέπουν «ὡς μέλη σεσηπότα καὶ ἄχρηστα τῆς ποίμνης Χριστοῦ ἀποτεμνέσθωσαν μή ποτε καὶ τὰ ὑγιαίνοντα, καὶ περὶ τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐῤῥωμένως ἱστάμενα, τῇ ψυχοφθόρῳ νόσῳ διαλυμήναιντο»[26].
Πως λοιπόν ο Σ. διδάσκει ότι αποτειχιζόμενος κανείς από τους Επισκόπους τίθεται τάχα «εκτός Εκκλησία», χωρίς καν να εξεταστεί το αν οι Επίσκοποι αυτοί είναι Ορθόδοξοι ή όχι; Ο Ιωσήφ Καλόθετος, συναγωνιστής του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αναφερόμενος στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα, ο οποίος τους είχε αφορίσει, γράφει: «Λέγει γοῦν ὁ χρηστὸς ποιμὴν οὗτος, ὅτι ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποίηκεν ἑαυτῆς ἡ ἐκκλησία, ὡς μὴ θελήσαντας δοῦναι ὁμολογίαν ἔγγραφον. Ποίαν ἐκκλησίαν φάσκει ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποιηκέναι; Τὴν τῶν ἀποστόλων; Καὶ μὴν παντάπασιν ἡμεῖς ἐκείνη σύμφωνοι καὶ σπουδασταὶ καὶ ὑπὲρ ἐκείνης πάντα παθεῖν εἱλόμεθα… Ὥστ’ οὐχὶ ἐκείνην φάσκει ἀποβεβληκέναι ἡμᾶς – πῶς γάρ;– ἀλλ’ ἣν αὐτὸς ὑπεστήσατο νεοφανῆ ἐκκλησίαν καὶ νεοφανῆ δόγματα …Πόθεν σὺ ἐκκλησία εὐσεβῶν; Ἀπὸ τοῦ λόγου; Ἀπὸ τοῦ τρόπου; Ἀπὸ τῶν πράξεων; Ἀπὸ τῶν ὑγιῶν δογμάτων; Ἐργαστήριο τοίνυν γενόμενος παντὸς ψεύδους, πάσης διαβολῆς, παντὸς οὑτινοσοῦν φαύλου, παντὸς στασιαστικοῦ φρονήματος, πάσης ἀδικίας, πλεονεξίας, ἱεροσυλίας, ἁρπαγῆς, καπηλείας, εἶτα καὶ ἐκκλησίαν σεαυτόν - ὢ τοῦ θράσους! - χειροτονεῖς, οὐκ εἰδὼς ὅτι καὶ Νεστόριος καὶ Μακεδόνιος τάχ’ ἂν τοῦτ’ ἰσχυρίσαιντο, ὃ καὶ αὐτὸς ἰσχυρίζεσαι. Ἔσχον γὰρ καὶ αὐτοὶ τὴν αὐτὴν αὐτῷ σοι καθέδραν. Πόθεν σὺ ἐκκλησία; Ἀπὸ τοῦ δωροδοκεῖν; Ἀπὸ τοῦ ἐξαργυρίζειν τὰς δίκας; Ἀπὸ τοῦ μὴ διαστέλλειν ἀναμέσον βεβήλων καὶ ἁγίων; Ἀπὸ τοὺς ἀνεῖσθαι τὸ ἱερὸν πᾶσιν ἀνάγνοις καὶ βεβήλοις; Ἀπὸ τοῦ ἀναπεῖσαι τοὺς ἀνθρώπους ὁμογνίου αἱματος ἐμπίπλασθαι; Ἀπὸ τοῦ πιπράσκειν τὴν χάριν τοῦ πνεύματος; Ἀπὸ τοῦ πληρῶσαι τὴν ἐκκλησίαν πάσης αἱρέσεως – εἴμι δ᾿ ἐπ᾿ αὐτὸν τὸν κολοφῶνα τῶν κακῶν - ἢ ἀπὸ τοῦ ἐξαργυρίσαι τὴν σὴν εὐσέβειαν καὶ τῶν ἐπισκόπων σου καὶ τῶν συνεπομένων σοι, οὕς ἐκκλησίαν αὐχεῖς; Τοιαύτη μὲν ἡ κατὰ σὲ ἐκκλησία, ἣν πρῴην ὀλίγου ἀποστατήσας τῆς ἡμετέρας, ὑπεστήσω. Ἡ δ’ ἡμετέρα ἐκκλησία, ἄνωθεν, ἁγνή, καθαρά, εἰρηνική, ἀπεχομένη παντός οὑτινοσοῦν φαύλου καὶ πονηροῦ καὶ πάσης ἡστινοσοῦν κακίας ἐλευθέρα καὶ ἀνεπίμικτος παντὸς ρύπου καὶ σπίλου, πρεσβεύουσα τὰ ὑγιᾶ καὶ καθαρὰ καὶ ἀπειλικρινημένα δόγματα τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν. Κεφαλὴ δὲ τῆς ἐκκλησίας ὁ Κύριος ἡμῶν, μέλη δὲ καὶ μέρη τοῖς τοιαύτης ἐκκλησίας τὸ σύστημα καὶ σύνταγμα τῶν εὐσεβῶν, οἵ καὶ ἀναλόγως ἔχουσι καθάρσεως πρὸς τὴν ἑαυτῶν κεφαλήν, οὐχ ὁ δεῖναι οὕτως ἀνάγνως ἔχων καὶ μεμιασμένος»[27]. Ο ίδιος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το Καύχημα της Εκκλησίας των Ορθοδόξων, διδάσκει πως «οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἂν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καὶ ἀρχιποιμένας ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλούντες καὶ ὑπ' ἀλλήλων καλούμενοι· μηδὲ γὰρ προσώποις τὸν χριστιανισμόν, ἀλλ᾿ ἀληθεία καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»[28]. Οι Νεοεκκλησιολόγοι όμως διδάσκουν τα αντίθετα και είναι σαν να μας λένε: «οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῶν Ἐπισκόπων εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῶν Ἐπισκόπων ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἂν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ὀρθοδόξους καὶ ὁμολογητὰς ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλούντες καὶ ὑπ' ἀλλήλων καλούμενοι· μηδὲ γὰρ ἀληθεία καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως τὸν χριστιανισμόν, ἀλλὰ προσώποις χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»!
Απορεί λοιπόν ο Σ. με το να θεωρούνται «οἱ συγκροτήσαντες τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης ἐπίσκοποι αἱρετικοί». Είναι δηλαδή τόσο περίεργο να υπάρχουν Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίτες αιρετικοί; Ή μήπως είναι πρωτοφανές μία «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» να είναι τωόντι Ψευδοσύνοδος. Ας ανοίξουμε ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο εκκλησιαστικής ιστορίας και θα δούμε πως έχουν τα πράγματα. Ενδεικτικά, ας δει κανείς τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, από το έτος 306 (Μητροφάνης ο Α΄) έως το 806 (Ταράσιος). Στην διάρκεια αυτών των πεντακοσίων χρόνων υπήρξαν 53 πατριάρχες, εκ των οποίων Ορθόδοξοι ήταν οι 37 (ποσοστό 69%) και αιρετικοί οι 16 (ποσοστό 31%). Δηλαδή, σχεδόν το ένα τρίτο των πατριαρχών που ανέβηκαν στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, εκείνα τα χρόνια, υπήρξαν αιρετικοί! Ας δει κανείς και «Αγίες» και «Μεγάλες» και «Οικουμενικές» Συνόδους (όπως θεωρήθηκαν στην εποχή τους), σαν την Σύνοδο της Εφέσου (449) και την «Ζ΄ Οικουμενική» Σύνοδο της Ιέρειας (754) - στην οποία παρακάθισαν 348 επίσκοποι! -, οι οποίες απορρίφτηκαν, ήδη από την εποχή τους, ως Ψευδοσύνοδοι.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

[1] http://www.romfea.gr/images/article-ima ... Kritis.pdf
[2] Δημητρίου Τσελεγγίδου (Καθηγητού Πανεπιστημίου), Η Συνοδικότητα, ως αγιοπνευματικός τρόπος οριοθετήσεως της Πίστεως και της Ζωής της Εκκλησίας και οι Θεολογικές προϋποθέσεις της (http://www.impantokratoros.gr/B621D61D.el.aspx).
[3] Παρόμοιες απόψεις έχουν εκφράσει κατά καιρούς πάρα πολλοί Επίσκοποι, όπως ο Κυδωνίας και Αποκορώνου Δαμασκηνός, ο οποίος δήλωσε πως: «όποιος απομακρυνθεί από τον επίσκοπο, θέτει αυτομάτως τον εαυτό του και εκτός Εκκλησίας» (https://www.pemptousia.gr/2015/07/o-rol ... ekklisia/). Να σημειωθεί δε πως το, αγαπημένο των σημερινών Επισκόπων και κατά κόρον χρησιμοποιούμενο, ρητό "όπου επίσκοπος εκεί και η εκκλησία" δεν έχει έτσι ακριβώς. Το αυθεντικό κείμενο του Αγίου Ιγνατίου (ο οποίος μας λέει πρώτα πως ακριβώς πρέπει να είναι ο επίσκοπος ώστε να μιλήσει έπειτα για την υπακοή και την τιμή σε αυτόν) έχει ως εξής: "Οπου ἄν φανῆ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τό πλῆθος ἔστω· ὥσπερ ὅπου ἄν ἦ Χριστός ᾿Ιησοῦς, ἐκεῖ ἡ καθολική ἐκκλησία". Το ρητό αυτό το χρησιμοποιεί (P.G. 96, 521) και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στα Ιερά Παράλληλα σε κεφάλαιο με τίτλο "Περί επισκόπων χρηστών και φυλασσόντων εντολάς του Θεού" (δεν αφορά δηλαδή απροϋπόθετα κάθε επίσκοπο).
[4] «Ἐκκλησίας ἀπάσης, οἱ Ἰταλοὶ ἔστησαν, μίαν κεφαλὴν τερατώδη, τὸν σφῶν ἐπίσκοπων» κατά τον Ματθαίο Μυρέων (στο Μανουήλ Γεδεών, Μνημεία μεσαιωνικής ελληνικής ποιήσεως, Αθήνα, 1878, σελ. 26).
[5] Τις θέσεις του έχει αναιρέσει ο αείμνηστος Καθηγητής Ιωάννης Κορναράκης με το περισπούδαστο άρθρο του «Ο επίσκοπος ως προεστώς της Θείας Ευχαριστίας» (http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2013/0 ... 7608.html).
[6] Ι. Χρυσοστόμου, P.G. 61, 527.
[7] Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Περί των τριών ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών, Ναύπλιο, 1835, σελ. 303.
[8] Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Μάθημα Ποιμαντικής, Αθήνα, 1898, σελ. 69.
[9] Γεωργίου Καψάνη (+Αρχιμανδρίτου), Η Ποιμαντική Διακονία κατά τους Ιερούς Κανόνας (http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/t ... nones.htm).
[10] P.G. 52, 784.
[11] Πρβλ. Ματθ. κα΄, 21-33.
[12] P.G. 3, 564.
[13] Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Χαράς, Ριμνίκ, 1705, σελ. 569.
[14] Αυτόθι, σελ. 577.
[15] Μεθοδίου Φούγια, Επιστολαί Μελετίου Πηγά, Εκκλησιαστικός Φάρος ΝΖ΄ (1975), σελ. 638.
[16] Κωνσταντίνου Σάθα, Νεοελληνικής φιλολογίας παράρτημα, Αθήνα, 1870, σελ. 38-39.
[17] Μελετίου Πηγά, Διάλογος ορθόδοξος χριστιανός (Harley MS 5643, f.309v).
[18] Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Αγάπης, Ιάσιο, 1698, σελ. 553.
[19] Μαξίμου Πελοποννησίου, Εγχειρίδιον κατά του σχίσματος των παπιστών, Βουκουρέστι, 1690, σελ. 36-37.
[20] Αυτόθι, σελ. 79.
[21] Η Ορθοδοξία ελέγχουσα τον παπικόν κατολικισμόν και τους Ιησουΐτας, Κωνσταντινούπολη, 1862, σελ. 12-14.
[22] Ιωάννου Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. ΙΙ, έκδ. β΄, Graz - Austria, 1968, σελ. 867.
[23] Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Μελέτη ιστορική περί των αιτιών του Σχίσματος, Αθήνα, 1911, σελ. 69.
[24] P.G. 90, 132.
[25] Συνοδική Επιστολή των Ορθοδόξων Πατριαρχών (1848) στο Mansi [Sacrorum conciliorum] 40, 411.
[26] Αγίου Νικηφόρου του Ομολογητού, P.G. 100, 612.
[27] Δημητρίου Τσάμη, Ιωσὴφ Καλοθέτου συγγράμματα, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ. 294 -296.
[28] Ε.Π.Ε., τόμ. γ΄, σελ. 608.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Δευτ 25 Σεπ 2017, 09:10 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5440
Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος β΄)

(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ: http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2017/0 ... st_15.html

Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού


Ε. Πριν προχωρήσουμε στην καθαρώς προτεσταντίζουσα πλευρά της Νέας Εκκλησιολογίας, όπως αυτή παρουσιάζεται στο επόμενο κεφάλαιο του εξεταζομένου κειμένου («Αἱρετικοὶ καὶ Ἑτερόδοξοι»), συνεχίζουμε την αναφορά με την εξέταση του καταταλαιπωρημένου ΙΕ΄ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, με την οποία φαίνεται τόσο η παπίζουσα, όσο και η προτεσταντίζουσα επιρροή στη Νέα αυτή Εκκλησιολογία των Οικουμενιστών.
Ο Σ. προβαίνει σε μια πρωτοφανή ερμηνευτική ανάλυση του Κανόνος τούτου, η οποία τον οδηγεί στις εξής εσφαλμένες, όπως θα αποδειχθεί, θέσεις (με την σειρά που παρουσιάστηκαν):
ε1. Όταν δεν υπάρχει προγενέστερη συνοδική καταδίκη του Πατριάρχου για αίρεση, ο Κανόνας δεν μπορεί να εφαρμοστεί,
ε2. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι Πατριάρχης σήμερα κηρύττει κατεγνωσμένη αίρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»,
ε3. Η προσπάθεια προσέγγισης των ετεροδόξων δια του διαλόγου δεν συνιστά αίρεση,
ε4. Ο Κανόνας μιλώντας για αιρέσεις, εννοεί συγκεκριμένες αιρέσεις, καταδικασμένες μέχρι τότε, και δεν αφορά μεταγενέστερες χρονολογικά, γι’ αυτό και επίκληση και εφαρμογή του ήταν άγνωστη στην εκκλησιαστική γραμματεία επί αιώνες,
ε5. Μετά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, δεν υπάρχει άλλη Οικουμενική Σύνοδος στην Ορθόδοξη Εκκλησία και επομένως κάθε αίρεση μετά από την Σύνοδο αυτήν δεν είναι «κατεγνωσμένη»,
ε6. Η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας εξ αιτίας κατεγνωσμένης αιρέσεως, δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση που την κηρύττει Πατριάρχης και όχι αν την κηρύττει Επίσκοπος ή Μητροπολίτης, αναφέρεται δηλαδή αποκλειστικά στον ΙΕ΄ Κανόνα και όχι τους ΙΓ΄ και ΙΔ΄, άρα κάθε «αυθαίρετη πράξη» (σ. ημ. εννοεί την αποτείχιση) από πρεσβύτερο ή μοναχό αποκλείεται και
ε7. Οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης δεν δικαιολογούν την επίκληση του Κανόνος για Αποτείχιση.
Ας τα δούμε ένα ένα:
ε1. Η θέση αυτή δεν μπορεί να ισχύει, διότι ο Κανόνας είναι σαφής, αφού όχι μόνο αναφέρεται σε αίρεση «παρὰ τῶν ἁγίων συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην» (και άρα αρκεί η κατάκριση της αιρέσεως από Πατέρες), αλλά διότι ξεκάθαρα ομιλεί για αποτείχιση «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως».
Εκτός αυτού η θέση αυτή του Σ. δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εξ αιτίας των εξής τριών ενδεικτικών παραδειγμάτων, από τα δεκάδες που βρίσκει κανείς στην εκκλησιαστική ιστορία:
α) Ποια Σύνοδος είχε καταδικάσει τους Επισκόπους Αντιοχείας Ευλάλιο, Ευφρόνιο, Φλάκιτο, Στέφανο, Λεόντιο και Ευδόξιο, ώστε να δικαιολογείται η, επί έτη, διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας από τους, πιστούς στο Δόγμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, Ορθοδόξους, τους ονομαζομένους «Ευσταθιανούς»; Καμία! Και όμως ο Μέγας Αθανάσιος, Επίσκοπος Αλεξανδρείας, κοινωνούσε μαζί τους, ενώ διατελούσε σε ακοινωνησία με τους παραπάνω Επισκόπους[29].
β) Ποια Σύνοδος είχε καταδικάσει τον Κωνσταντινουπόλεως Δημόφιλο, ώστε οι Ορθόδοξοι να μην έχουν εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, αλλά να κοινωνούν με τον «σχισματικό» «παράλληλο» Επίσκοπο Σασίμων Γρηγόριο τον Θεολόγο, επί δέκα έτη; Καμία! Και όμως όταν συνήλθε τελικώς η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος ο Δημόφιλος καταδικάστηκε και οι Ορθόδοξοι επαινέθηκαν[30].
γ) Ποια Σύνοδος είχε καταδικάσει τον Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο, όταν οι Ορθόδοξοι διέκοψαν την κοινωνία μαζί του, επειδή δεν δεχόταν την Παναγία μας ως Θεοτόκο; Καμία! Και όμως ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τους προτού να συνέλθει η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (η οποία τελικά καταδίκασε τον Νεστόριο), εγκωμίαζε την αποτείχιση των Ορθοδόξων και κοινωνούσε μαζί τους[31].
ε2. Προσφάτως ο σεβαστός Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Πήχος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας Πάρου, κατέθεσε ενώπιον της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Κείμενο κατά του Πατριάρχου Βαρθολομαίου με τίτλο «Κατάγνωσις ετεροδιδασκαλιών, διατυπωθεισῶν ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου»[32], στο οποίο αποδεικνύεται ξεκάθαρα πως ο Πατριάρχης κηρύττει «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» την αίρεση του Οικουμενισμού.
Η δε αίρεση του Οικουμενισμού είναι κατεγνωσμένη όχι μόνο από ευσεβεστάτους Πατέρες σε όλο τον κόσμο (όπως, μεταξύ άλλων, ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος, ο π. Σεραφείμ Ρόουζ), αλλά και από την Τοπική Σύνοδο των Ρώσων της Διασποράς το 1983 επί πρωθιεραρχίας του Αγίου Φιλαρέτου[33].
ε3. Η προσπάθεια προσέγγισης των ετεροδόξων δια του διαλόγου βεβαίως και δεν συνιστά αίρεση όταν οι Ορθόδοξοι:
α) Προ(σ)καλούνται να καταθέσουν την θέση τους και δεν συμμετέχουν σε μόνιμες «Επιτροπές Διαλόγου». Οι μόνιμες μεικτές (αποτελούμενες δηλαδή από Ορθοδόξους και αιρετικούς) επιτροπές θεολογικών διαλόγων είναι κάτι το πρωτοφανές στην ιστορία της Εκκλησίας. Η ενότητα της Εκκλησίας εξ αρχής διασαλεύθηκε με τις αποσχίσεις αιρετικών και σχισματικών από το Σώμα Της, πουθενά όμως δεν θα συναντήσει κανείς τέτοιον τρόπο διαλόγου. Πουθενά δεν θα βρει κανείς επιτροπή που να αποτελείται φερ᾿ ειπείν από εκπρόσωπο των Ορθοδόξων, από εκπρόσωπο των Αρειανοφρόνων, από εκπρόσωπο των Μανιχαίων και από εκπρόσωπο των Νοβατιανών και να διαλέγονται! Αντιθέτως, και κατά την αποστολική επιταγή «ἕτοιμοι ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι»[34], οι Ορθόδοξοι οφείλουν όταν «οἱ ἄπιστοι, ἢ οἱ αἱρετικοὶ ζητοῦσι λόγον διὰ τὴν πίστιν… νὰ δίδουν ἀπόκρισιν πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας»[35],
β) Επικεντρώνονται στον διάλογο χωρίς να παραβαίνουν τους Ιερούς Κανόνες με συμπροσευχές, τελετές και θεατρινισμούς [36], στο όνομα μιας δήθεν «αγάπης», και
γ) Γνωρίζουν ότι ένας διάλογος δεν είναι ατέρμονος, αλλά κινείται μέσα στα όρια που έθεσε το Πνεύμα το Άγιο διά του Αποστόλου: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ»[37].
Πρότυπο ενός τέτοιου, συμφώνου με τα παραπάνω, διαλόγου αποτελεί ο διάλογος που έκανε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας ο Τρανός με τους Λουθηρανούς. Οι δε Οικουμενιστες απέχουν παρασάγγας από έναν τέτοιον τρόπο διαλόγου και με τον δικό τους τρόπο αποδεικνύουν ότι δεν θεωρούν πως ως Ορθόδοξοι κατέχουμε την Αλήθεια. Αυτό όμως συνιστά όχι μόνο αίρεση, αλλά και άρνηση της Πίστεως!
ε4. Ο Σ. φαίνεται ότι δεν κατανοεί πως δεν είναι ο Κανόνας που καθορίζει την πράξη, αλλά η πράξη που επικυρώνεται διά του Κανόνος. Αν απομονώσουμε τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας είναι αναμενόμενο να προβούμε σε συμπεράσματα πόρρω απέχοντα από την αλήθεια. Αν τον εξετάσουμε όμως σε σχέση με την πράξη της Εκκλησίας, τότε μπορούμε να τον ερμηνεύσουμε ορθώς. Διότι η μέχρι τότε πράξη της Εκκλησίας αποδεικνύει πως όσοι για κάποια αίρεση, κατακεκριμένη από Συνόδους ή Πατέρες, διέκοπταν κοινωνία με τον προϊστάμενό τους, όταν εκείνος την κήρυττε φανερά, όχι μόνο δεν επέσυρε επιτίμια η πράξη τους, αλλά αξιώνονταν και τιμής[38]! Επομένως ο Κανόνας δεν μας λέει κάτι που δεν γινόταν ήδη επί 861 χρόνια. Προς τι ο Σ. μας αναφέρει ότι η επίκληση του Κανόνος ήταν άγνωστη στην εκκλησιαστική γραμματεία μέχρι κάποια στιγμή; Μήπως και προ του 861 δεν εφάρμοζαν οι Ορθόδοξοι το πνεύμα του Κανόνος, παρά την έλλειψη του γράμματος; Άλλωστε και ο, συναφής με τον παραπάνω Κανόνα, ΛΑ΄ Αποστολικός Κανόνας, μεταφέρει ακριβώς το ίδιο πνεύμα.
Αξίζει να αναφερθεί πως υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα αποτειχίσεων Ορθοδόξων, εκ της, μετά το 861, εκκλησιαστικής ιστορίας, που φανερώνουν ότι αυτές αφορούν και μεταγενέστερες του 861 αιρέσεις, και κυρίως τις αιρέσεις που γέννησε, ή και αναγέννησε, ο Παπισμός. Ένα μόνο ενδεικτικό παράδειγμα είναι το παρακάτω. Στο α΄ μισό του ΙΓ΄ αιώνος δύο μεγάλες εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός ο Β΄ και ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Δημήτριος Χωματιανός συστήνουν στους Ορθοδόξους να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία με εκείνους που υποτάχθηκαν στους Λατίνους. Ο μεν Γερμανός αποστέλλει επιστολή προς τους Κυπρίους στην οποία γράφει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ὅσοι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐστὲ τέκνα γνήσια, φεύγειν ὅλῳ ποδὶ ἀπὸ τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῇ λατινικῇ ὑποταγῇ, καὶ μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθε, μηδὲ εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν δέχεσθε τὴν τυχοῦσανˑ κρεῖσσον γάρ ἐστιν ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι καταμόνας, ἢ ἐπ' ἐκκλησίας συνάγεσθαι μετὰ τῶν λατινοφρόνων ὑποταγάτων»[39]. Ο δε Χωματιανός σε απάντησή του προς τους Έλληνες μοναχούς της αγιορειτικής Μονής Ιβήρων, οι οποίοι τον ρώτησαν «ἂν δύνανται νὰ κοινωνῶσι τοῦ λοιποῦ πρὸς τοὺς ἀποσκιρτήσαντας Ἴβηρας τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας»[40], τους απάντησε ως εξής: «ἀποφαινόμεθα, ὡς οὐκ ἐξόν ἐστι ἐν οὐδενὶ κοινωνεῖν τοὺς Γραικοὺς τοῖς Ἴβηρσι μοναχοῖς, καὶ ὅσοι τούτοις ομόφρονες, ὡς ἀναμαξαμένοις τῶν Ἰταλῶν ἐθῶν τε καὶ θρησκευμάτων, ὅσα τῆς καθ' ἡμᾶς ἁγίας γεγόνασι ἔκβλητα· οὔτε γὰρ ἐν προσευχαῖς οὐδέποτε οὐδαμῶς τούτοις συστήσονται, οὔτε αλλήλοις, ἢ τῶν θείων ἁγιασμάτων, ἢ προβολῆς ἡγουμενικῆς, καὶ ἐτεροίων τοιωνδέτινων μεταδώσουσιν»[41]. Σημειωτέον πως οι «αποσκιρτήσαντες Ίβηρες» δεν είχαν κηρύξει κάποια αίρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», αλλά το μόνο που έπραξαν ήταν να δώσουν την λεγόμενη «χειραψία υποταγής» προς τον τοπικό Λατίνο επίσκοπο[42].
ε5. Ο Σ. δηλώνει τη συμφωνία του με την αυθαίρετη, όπως θα δούμε, γνώμη που εξέφρασε το 1971 ο δικηγόρος Ιωάννης Παναγόπουλος, σε επικριτικά του κείμενα κατά της ενέργειας του μακαριστού Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου να παύσει τη μνημόνευση του ονόματος του τότε Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρου. Σύμφωνα με αυτήν, για να εφαρμοστεί ο ΙΕ΄ Κανόνας απαραίτητη προϋπόθεση δεν είναι η αίρεση να είναι κατεγνωσμένη «παρὰ Συνόδων ἢ Πατέρων», αλλά υπό Οικουμενικών Συνόδων! Μεταφέροντας την αυθαίρετη - και φανερώς ενάντια στο γράμμα και το πνεύμα του Κανόνος - γνώμη αυτή, ο Σ. επιδιώκει τον ίδιο σκοπό που επεδίωκε τότε και ο Παναγόπουλος: να παραστήσει τις αιρέσεις των Παπικών ως μη κατεγνωσμένες υπό Οικουμενικών Συνόδων, και να δικαιολογηθούν τοιουτοτρόπως οι φιλοπαπικές ενέργειες και δηλώσεις του Αθηναγόρου – και του διαδόχου του κ. Βαρθολομαίου σήμερα - και των υπολοίπων Οικουμενιστών.
Δυστυχώς ο Σ. αγνοεί (δεν θέλω να πιστέψω πως αποκρύπτει) τις συντριπτικές απαντήσεις του Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου προς τον Ι. Παναγόπουλο[43]. Ιδίως στην δεύτερη απάντησή του καταρρίπτει παντελώς τις θέσεις του κ. Παναγόπουλου. Αφού επισημαίνει το αυτονόητο (πως δηλαδή ο Κανόνας δεν αξιοί την καταδίκη της αιρέσεως από Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αρκεί και Τοπική Σύνοδος ή και η γνώμη Πατέρων), αποδεικνύει με ιστορικά στοιχεία πως οι αιρέσεις του Παπισμού είναι κατεγνωσμένες από τις Συνόδους του 867, του 879, του 1009, του 1054, του 1341, του 1347, του 1351, του 1440, του 1441, του 1443, του 1450, του 1484, του 1722, του 1727, του 1838, του 1848, του 1895.
Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί πως ιδίως η Σύνοδος του 879 επί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, έχει όλα τα γνωρίσματα και θεωρείται στη συνείδηση των Ορθοδόξων ως Οικουμενική Σύνοδος[44], αφού μάλιστα συμμετείχε σε αυτήν και η, πάλαι ποτέ Ορθόδοξος, Τοπική Εκκλησία της Ρώμης. Πάντως το επιχείρημα πως Οικουμενική Σύνοδος δεν είναι δυνατόν να συνέλθει μετά την απόσχιση της Τοπικής Εκκλησίας της Ρώμης[45] δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, διότι τότε ούτε μετά την απόσχιση των, πάλαι ποτέ Ορθοδόξων, Τοπικών Εκκλησιών σε περιοχές της Ασίας και της Αφρικής (όπως της Ασσυριακής των Νεστοριανών ή τις Προχαλκηδόνιες των Μονοφυσιτών) μετά την Γ΄ και Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, θα μπορούσε να γίνει Οικουμενική Σύνοδος, αφού κατά την οικουμενιστική σκέψη η Εκκλησία ήταν πλέον διηρημένη. Όμως όπως ούτε η αποστασία των λεγομένων «Προχαλκηδόνιων Εκκλησιών» δεν εμπόδισε την σύγκληση της Ε΄, της Στ΄ και της Ζ΄ (και της Η΄ αν θέλετε) Οικουμενικής Συνόδου, έτσι και η αποστασία της «Παπικής Εκκλησίας» δεν μπορεί να εμποδίσει την σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου[46], όπως ακόμη και η προφητευθείσα αποστασία[47] όλων των Τοπικών Εκκλησιών δεν θα μπορέσει να εμποδίσει το, ανά την οικουμένη διεσπαρμένο, μικρό ποίμνιο[48], το λείμμα της Χάριτος[49], να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού, διότι οι Ορθόδοξοι έχουμε την βαθεία πεποίθηση πως η Θεία Χάρις τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληρώνει.
ε6. Σφάλλει μεγάλως ο σεβαστός Σ. όταν ισχυρίζεται από τους Κανόνες ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας η διακοπή μνημοσύνου δικαιολογείται μόνο «στὴν τρίτη περίπτωση, δηλ. μόνο σὲ περίπτωση αἵρεσης τοῦ Πατριάρχου». Η θέση αυτή[50], ότι δηλαδή μόνο σε Πατριάρχη μπορεί να εφαρμοστεί η διακοπή μνημοσύνου και όχι σε Μητροπολίτη ή Επίσκοπο, αποδεικνύεται εσφαλμένη εύκολα, αρκεί κανείς να παραθέσει τις ερμηνείες των εγκρίτων Κανονολόγων[51]:
α) Του Βαλσαμώνος: «Εἰ γὰρ μὴ δι᾿ ἐγκληματικὴν αἰτίαν, ἀλλὰ δι᾿ αἳρεσιν χωρίσῃ τις ἑαυτὸν ἀπὸ τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ ἢ τοῦ Μητροπολίτου ἢ τοῦ Πατριάρχου ὡς ἐπ᾿ Ἐκκλησίας διδάσκοντος ἀνερυθριάστως διδάγματά τινα ἀπηλλοτριωμένα τοῦ ὀρθοῦ δόγματος, ὁ τοιοῦτος καὶ πρὸ ἐντελοῦς διαγνώσεως, πολλῷ δὲ πλέον καὶ μετὰ διάγνωσιν. Ἐὰν ἑαυτὸν ἀποτειχίσῃ, ἤγουν χωρίσῃ ἐκ τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ, οὐ μόνον οὐ τιμωρηθήσεται, ἀλλὰ καὶ τιμηθήσεται, ὡς ὀρθόδοξος»[52].
β) Του Ζωναρά: «Εἰ δ᾿ ὁ πατριάρχης τυχὸν ἢ μητροπολίτης, ἢ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικὸς εἴη, καὶ τοιοῦτος ὡς δημοσίᾳ, κηρύττειν τὴν αἵρεσιν, καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀντὶ τοῦ, ἀνυποστόλως καὶ μετὰ παρησίας, διδάσκει τὰ αἱρετικὰ δόγματα, οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὅποιοι ἂν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τιμῆς, ὡς ὀρθόδοξοι, ἀξιωθήσονται, χωρίζοντες ἑαυτοὺς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας»[53].
γ) Του Αριστηνού: «Εἰ δέ τινες ἀποσταῖεν τινος οὐ διά πρόφασιν ἐγκλήματος ἀλλά δι᾿ αἵρεσιν ὑπό συνόδου ἤ ἁγίων Πατέρων κατεγνωσμένην τιμῆς καί ἀποδοχῆς ἄξιοι ὡς ὀρθόδοξοι»[54].
δ) Του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: «Ἐὰν δὲ οἱ ρηθέντες πρόεδροι ἦναι αἱρετικοί, καὶ τὴν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παρρησία, καὶ διὰ τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτοὺς ὑποκείμενοι, καὶ πρὸ τοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσης περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διὰ τὸν χωρισμὸν δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς τῆς πρεπούσης ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τὸν χωρισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐλευθέρωσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν»[55].
ε) Του Νικοδήμου Μίλα: «Καθορίσας ταῦτα περὶ τῆς πρὸς τὸν Πατριάρχην ὑπακοῆς, ὁ Κανὼν ποιεῖται γενικὴν παρατήρησιν καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν (ΙΓʹ-ΙΕʹ) Κανόνων, δι᾿ ἧς λέγει, ὅτι τὰ ἐκδοθέντα προστάγματα ἰσχύουσι μόνον καθ᾿ ἢν περίπτωσιν ὑπεισάγονται σχίσματα ἕνεκεν ἀναποδείκτων τινῶν παραβάσεων τοῦ Πατριάρχου, τοῦ Μητροπολίτου καὶ τοῦ ᾿Επισκόπου. ᾿Εὰν ὅμως ᾿Επίσκοπός τις ἢ Μητροπολίτης ἢ Πατριάρχης ἄρξηται νὰ διακηρύττῃ δημοσίᾳ ἐπ᾿ ἐκκλησίας αἱρετικήν τινα διδαχήν, ἀντικειμένην πρὸς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν, τότε οἱ προαναφερθέντες κέκτηνται δικαίωμα ἅμα καὶ χρέος ν᾿ ἀποσχοινισθῶσι πάραυτα τοῦ ᾿Επισκόπου, Μητροπολίτου καὶ Πατριάρχου ἐκείνου, διὸ οὐ μόνον εἰς οὐδεμίαν θέλουσιν ὑποβληθῆ κανονικὴν ποινήν, ἀλλὰ θέλουσι καὶ ἐπαινεθῆ εἰσέτι, καθ᾿ ὅσον διὰ τούτου δὲν κατέκριναν καὶ δὲν ἐπανεστάτησαν ἐναντίον τῶν νομίμων ᾿Επισκόπων, ἀλλ᾿ ἐναντίον ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων, οὔτε καὶ ἐγκατέστησαν τοιουτοτρόπως σχῖσμα ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως, ἀπήλλαξαν τὴν ᾿Εκκλησίαν, ἐν ὅσῳ ἠδυνήθησαν, τοῦ σχίσματος καὶ τῆς διαιρέσεως»[56].
Επιπροσθέτως και ο συναφής ΛΑ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων μιλάει για Επίσκοπο γενικώς και όχι ειδικώς για Πατριάρχη.
ε7. Αν και κανείς Ορθόδοξος δεν έπρεπε να περιμένει τις αποφάσεις της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης για να προβεί σε Αποτείχιση[57], εν τούτοις η εν λόγω Σύνοδος, είναι Ψευδοσύνοδος (δηλαδή Ληστρική και Κακόδοξος) διότι:
α) Συμμετείχαν σε αυτήν επίσκοποι ασεβούντες περί την Πίστη, οι οποίοι διατελούν υπό κατηγορία «παρὰ ἀξιοπίστων ἀνθρώπων»[58] επί κακοδοξία[59].
β) Όχι μόνο δεν εξετάστηκε η διαφωνία περί την Πίστη[60] που έχει προκύψει στην Εκκλησία, το αν δηλαδή ο Οικουμενισμός είναι αίρεση ή ορθόδοξη μαρτυρία, αλλά αντιθέτως η, εδώ και έναν σχεδόν αιώνα, ενεργός συμμετοχή στην «Οικουμενική Κίνηση» επικυρώθηκε συνοδικώς και αποφασίστηκε η συνέχισή της .
γ) Καινοτόμησε ως προς τον τρόπο μαρτυρίας της Πίστεως προς τους εκτός Εκκλησίας, θεωρώντας ως μόνο ενδεδειγμένο τους συγχρόνους Ψευδοδιαλόγους. Αποκαλώντας δε ως «προσηλυτισμό», «ουνία» και «προκλητική ενέργεια ομολογιακού ανταγωνισμού»[61] κάθε διαφορετικό τρόπο μαρτυρίας, από αυτόν που η ίδια θεωρεί ενδεδειγμένο, κατακρίνει ουσιαστικά την Εκκλησία για τον τρόπο μαρτυρίας της Πίστεως, προς τους εκτός Αυτής, που χρησιμοποιούσε επί 20 αιώνες (μέχρι δηλαδή την εμφάνιση της «Οικουμενικής Κινήσεως») και εισάγει νέο τρόπο μαρτυρίας[62].
δ) Εισήγαγε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ένα είδος «Πρωτείου» του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, στον οποίο δίνει ειδικές αρμοδιότητες συντονισμού[63] των Ψευδοδιαλόγων[64].
ε) Ευαγγελίζεται την ίδρυση «Νέας Εκκλησίας», ομολογώντας αφενός μεν την ύπαρξη άλλων «Εκκλησίων» (μέσα από την αποδοχή της ιστορικής ονομασίας αυτών[65]), αφετέρου δε - κεκαλυμμένως - την ανυπαρξία της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας[66].
Και μόνο για αυτούς τους λόγους θα έπρεπε όλοι όσοι θέλουν να παραμείνουν Ορθόδοξοι, να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Νεοεκκλησιολόγους Οικουμενιστές και να εργαστούν για την σύγκληση μιας αληθινής Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.


(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ


[29] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, P.G. 67, 1099.
[30] Βασιλείου Σμύρνης, Περί του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Αθήνα, 1903, σελ. 111-129.
[31] «Ἀσπίλους καὶ ἀμώμους ἑαυτοὺς τηρήσατε, μήτε κοινωνοῦντες τῷ μνημονευθέντι μήτε μὴν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες, εἰ μένοι λύκος ἀντὶ ποιμένος καὶ μετὰ ταύτην ἡμῶν τὴν ὑπόμνησιν τὴν πρὸς αὐτὸν γενομένην φρονεῖν ἕλοιτο τὰ διεστραμμένα. τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν ἤτοι λαϊκῶν διὰ τὴν ὀρθὴν πίστιν κεχωρισμένοις ἢ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ κοινωνοῦμεν ἡμεῖς, οὐ τὴν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δὲ μᾶλλον τοὺς πεπονθότας» (P.G. 77, 125).
[32] http://aktines.blogspot.gr/2017/03/blog-post_357.html
[33] «Τοῖς βάλλουσι κατὰ τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ διδάσκουσιν ὅτι ἡ τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία μεμέρισται ἐν οὕτω καλουμένοις "κλάδοις", οἵτινες διαφέρουσιν ἀλλήλων ἐν διδασκαλίᾳ καὶ τρόπῳ ζωῆς, ἢ ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία οὐχ ὑφίσταται ὁρατῶς, ἀλλ᾿ ἀπαρτισθήσεται ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν ἅπαντες οἱ "κλάδοι" ἢ τμήματα ἢ ὁμολογίαι ἢ προσέτι καὶ θρησκεῖαι ἑνωθῶσιν ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ οἵτινες οὐ διακρίνουσι τὴν ἱερωσύνην καὶ τὰ μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην καὶ τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ἀλλὰ λέγουσιν ὅτι τὸ βάπτισμα καὶ ἡ εὐχαριστία τῶν αἱρετικῶν εἰσὶν ἱκανὰ πρὸς σωτηρίαν ὅθεν, τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς προμνημονευθεῖσιν αἱρετικοῖς ἢ συνηγοροῦσι, διαδίδουσι, ἢ ὑπεραμυνομένοις τῆς καινοφανοῦς αὐτῶν αἱρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἐν προσχήματι ἀδελφικῆς ἀγάπης, ἢ ὑποτιθεμένης ἑνώσεως τῶν διαχωρισθέντων Χριστιανῶν, Ἀνάθεμα» (Περιοδικό Ο Αγιορείτης, αρ. 18, Οκτώβριος 1983).
[34] Α΄ Πέτρ. γ΄, 15.
[35] Αγίου Νικοδήμου, Ερμηνεία εις τας επτά καθολικάς επιστολάς, Βενετία, 1806, σελ. 118.
[36] Τα τελούμενα σε διάφορες διαχριστιανικές και διαθρησκειακές τελετές (τα οποία μπορεί να βρει κανείς στο διαδίκτυο) δικαιολογούν πλήρως τον χαρακτηρισμό αυτόν. Για του λόγου το αληθές: https://www.youtube.com/watch?v=wjCKP3voAaU
[37] Τίτ. γ΄, 10.
[38] Είναι συγκλονιστική η επιστολή των Πατέρων της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου προς τους Ορθοδόξους της Κωνσταντινουπόλεως που είχαν διακόψει την κοινωνία με τον Νεστόριο: «Χαίρετε τοίνυν ἐν Κυρίῳ πάντοτε, καὶ πάλιν ἐρῶ, χαίρετεˑ κατήργηται γὰρ τὸ σκάνδαλον καὶ ἐξεῤῥιζώθη τὸ ζιζάνιον ἐκ τοῦ χωρίου τοῦ πνευματικοῦ γεωργίου. Ὑμεῖς δὲ ἀναζωπυρήσατε, καὶ λαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐκποδὼν ἐλάσατε τοὺς τῆς μιαρᾶς καὶ βεβήλου καινοτομίας ἐργάταςˑ ἔσται γὰρ ὑμῖν ὁ μισθὸς οὐκ ἐλάττων τῶν ἐνταῦθα κεκμηκότων» (Mansi 4, 1241). Δηλαδή, τιμή Πατέρων Οικουμενικής Συνόδου αποδίδεται στους αποτειχισθέντες Ορθοδόξους!
[39] Γερμανού Β΄ Κωνσταντινουπόλεως, Επιστολή Β΄ προς τους Κυπρίους στο Κωνσταντίνου Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Β΄, Βενετία, 1873, σελ. 18.
[40] Αντωνίου Μηλιαράκη, Ιστορία του Βασιλείου της Νικαίας, Αθήνα, 1898, σελ. 195.
[41] J.B. Pitra, Analecta sacra et classica spicilegio Solesmensi parata: Juris ecclesiastici graecorum selecta paralipomena, vol. 6, Paris, 1891, p. 248-249.
[42] Αναλυτικότερα στο Νικολάου Μάννη, Η διά χειραψίας υποταγή
(http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2016/0 ... post.html).
[43] «Οὐδεμία ἀπειλὴ θὰ μᾶς ὁδηγήση εἰς ἐπανάληψιν τοῦ μνημοσύνου» (εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, αρ. 135, 1 Μαρτίου 1971) και «Ὁ Μητροπολίτης Ἀμβρόσιος ἀπαντᾶ εἰς τὸν κ. Ἰ. Παναγόπουλον καὶ ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ» (εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, αρ. 138, 15 Απριλίου 1971).
[44] Ο Ιωάννης Καρμίρης (Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. Ι, έκδ. β΄, Αθήνα, 1960, σελ. 262) αναφέρει πως αυτή την γνώμη (με την οποία δηλώνει και ο ίδιος την συμφωνία του) έχουν οι Θεόδωρος Βαλσαμών, Νείλος Θεσσαλονίκης, Νείλος Ρόδου, Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, Άγιος Μάρκος Εφέσου, Γεννάδιος Σχολάριος, Δοσίθεος Ιεροσολύμων, Κωνσταντίνος Οικονόμου, Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Ο Παναγιώτης Τρεμπέλας (Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα, 1997, σελ. 136, υποσημ. 53) προσθέτει και τους Μακάριο Αγκύρας, Ιωσήφ Βρυέννιο, Νεκτάριο Ιεροσολύμων, Άγιο Αθανάσιο Πάριο, Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Ο δε Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής Κυπριανός Γιούλης αναφέρει, με παραπομπές, σε σχετική εργασία του (Η Ιερά Μνήμη της Η΄ Αγίας Οικουμενικής Συνόδου, Φυλή, 2015, σελ. 10) πως την γνώμη αυτή συμμερίζονται, μεταξύ άλλων, και οι εξής νεότεροι θεολόγοι: Βασίλειος Στεφανίδης, Ιωάννης Ρωμανίδης, Γεώργιος Μεταλληνός, Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος, Σουηδίας Παύλος Μενεβίσογλου. Να σημειωθεί πως ως «Η΄ Οικουμενική» την αποκαλεί και η Πανορθόδοξος Σύνοδος του 1848 (Mansi 40, 383).
[45] Ο οικουμενιστής Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρος δήλωσε για την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης, στην οποία συμμετείχε, τα εξής φοβερά: «Αυτή όμως η Σύνοδος δεν ονομάστηκε 8η Οικουμενική Σύνοδος, διότι απουσιάζει η άλλη αδελφή Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η Αγγλικανική Εκκλησία… Δηλαδή μετά που χωριστήκαν μετά το Σχίσμα η Εκκλησία μοιράστηκε σε πολλά κομμάτια κι έτσι δεν μπορέσαμε να δώσουμε το όνομα Οικουμενική, αλλά είπαμε Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» (https://www.youtube.com/watch?v=ZpacCsCVIDY).
[46] Ήδη, και μετά την έκδοση της σχετικής με τον Ησυχασμό εκκλησιαστικής γραμματείας, υπάρχει εντονότερη η γνώμη ότι και οι Ησυχαστικές Σύνοδοι του ΙΔ΄ αιώνος, πληρούν τα κριτήρια για να θεωρηθούν ως Συνεδρίες μίας Συνόδου, η οποία μπορεί να αναγνωριστεί ως η «Θ΄ Οικουμενική Σύνοδος» (Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, πατέρας της Θ' Οικουμενικής Συνόδου, εκδ. Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου, Άγια Μετέωρα, 2009).
[47] Πρβλ. Β΄ Θεσ. β΄, 3. Ο δε υιός της ανομίας «πάντας καταλύσει τοὺς θεοὺς, καὶ κελεύσει προσκυνεῖν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ Θεοῦ, καὶ καθεσθήσεται εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, οὐ τὸν ἐν Ἱεροσολύμοις μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς πανταχοῦ Ἐκκλησίας» (Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 62, 482).
[48] Πρβλ. Λουκ. ιβ΄, 32.
[49] Πρβλ. Ρωμ. ια΄, 5.
[50] Μια άλλου είδους παρερμηνεία, που είχε αντιμετωπιστεί επιτυχώς στο παρελθόν, με την παράθεση αυτών των ερμηνειών των Κανονολόγων, αφορούσε το αν έχουν δικαίωμα απομάκρυνσης από τον κηρύττοντα αίρεση και οι λαϊκοί ή μόνον οι κληρικοί.
[51] Απορίας άξιον είναι το ότι ενώ ο Σ. εκπλήσσεται για το ότι «ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ αὐτόκλητοι, δογματολόγοι, ἐκκλησιολόγοι, κανονολόγοι καὶ ἱστορικοί», δυστυχώς φαίνεται ότι δεν έχει ασχοληθεί όσο θα έπρεπε με τις ερμηνείες των κατεξοχήν Κανονολόγων, που δίνουν καθαρές απαντήσεις στα θέματα που μας απασχολούν.
[52] P. G. 137, σελ. 1068 και Ρ. Π. [Ράλλη–Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών Κανόνων] Β´, 695.
[53] P. G. 137, σελ. 1069 και Ρ. Π. Β´, 694.
[54] P. G. 137, σελ. 1072 και Ρ. Π. Β´, 696.
[55] Πηδάλιον, 4η έκδ., Αθήνα, 1886, σελ. 292.
[56] Οἱ Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μεθ᾿ ἐρμηνείας, τ. II, Novi Sad, σελ. 290-291. Μετάφραση π. Εἰρηναίου Μπούλοβιτς (http://www.hsir.org/Theology_el/3a3b004 ... 5-1&2.pdf).
[57] Η, κατεγνωσμένη πλέον παρά Συνόδων και Πατέρων, αίρεση του Οικουμενισμού, κηρύττεται γυμνή τη κεφαλή εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Οι Ορθόδοξοι, όλες αυτές τις δεκαετίες, έργω (δια της αποτειχίσεως) και λόγω (διά κειμένων) έχουν καταγγείλει την αίρεση του Οικουμενισμού, τις ενέργειες που την εξυπηρετούν (Πατριαρχική Εγκύκλιος [1920], Ημερολογιακή Καινοτομία [1924], Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών [1948], Άρση Αναθεμάτων [1965], Συμφωνίες σε Μπάλαμαντ και Σαμπεζύ [1993] κ.α.), καθώς και τους φορείς της (Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο, Βασίλειο, Αθηναγόρα, Δημήτριο και Βαρθολομαίο, Αυστραλίας Στυλιανό, Αμερικής Ιάκωβο, Περγάμου Ιωάννη κ.α.)
[58] ΟΔ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων.
[59] Κατά τον Άγιο Λιβέριο, Πάπα Ρώμης: «Οὐ γὰρ οἷόν τε συνόδῳ συναριθμηθῆναι τοὺς περὶ πίστιν ἀσεβοῦντας» (στο Μεγάλου Ἀθανασίου, Historia Arianorum, P.G. 25, 736).
[60] «Χρὴ γὰρ πρῶτον πᾶσαν περὶ τῆς πίστεως διαφωνίαν ἐκκόπτεσθαι καὶ τότε τὴν περὶ τῶν πραγμάτων ἔρευναν ποιεῖσθαι» (αυτόθι). Μάλιστα δεν εξετάστηκε καν το (κανονικοδογματικό, κατά τον πολύ Ρωμανίδη) Ημερολογιακό Ζήτημα, το οποίο δημιούργησε μέγα σχίσμα στην Εκκλησία.
[61] ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ, §23 (https://www.holycouncil.org/-/rest-of-c ... irect=%2F).
[62] Δεν είναι τυχαίο που οι Νεοεκκλησιολόγοι Οικουμενιστές αρνούνται την Ιεραποστολή προς τους ετεροδόξους, ενώ συστήνουν σε όσους εξ αυτών επιθυμούν να ενταχθούν στην Εκκλησία να παραμείνουν στην αιρετικές «Εκκλησίες» τους. Πολύ σημαντικό είναι και το γεγονός πως με το νέο τρόπο «μαρυρίας της Πίστεως» έχουν εγκαταλείψει παντελώς την λεγόμενη Αντιρρητική Θεολογία, γραπτά μνημεία της οποίας χαρακτηρίζουν κάθε περίοδο της εκκλησιαστικής ιστορίας, απομακρυνόμενοι έτσι και σε αυτόν τον τομέα από την Ορθοδοξία.
[63] ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ…, ό.π., §10 και §14.
[64] Η Εκκλησία εν συνόλω ποτέ δεν έκανε Διαλόγους με τις εκτός Αυτής «εκκλησίες», διότι αυτό θα σήμαινε ότι αφενός αναγνωρίζει την εκκλησιαστικότητά των (και έτσι αμφισβητείται η καθολικότητά της), αφετέρου ότι διαπραγματεύεται την Αλήθεια (και έτσι αμφισβητείται η αυτοσυνειδησία Της ότι κατέχει το πλήρωμα της αληθείας). Διαλόγους λοιπόν δεν έκανε η Εκκλησία, αλλά πρόσωπα της Εκκλησίας. Η Ψευδοσύνοδος όχι μόνο επικυρώνει τους Ψευδοδιαλόγους, αλλά καθορίζει ως γενικό συντονιστή τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως δίνοντας παπικό νόημα στον όρο «Οικουμενικός».
[65] ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ…, ό.π., §6.
[66] Αυτόθι, κλείσιμο κειμένου: «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί «γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰω. 10,16)». Παρόμοιες ευχετήριες δηλώσεις είχε κάνει τόσο ο οικουμενιστής Πατριάρχης Δημήτριος («Νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ ἐπιστρατευθοῦμε στὴν κοινὴ πίστη τῶν μαρτύρων, διότι τότε θὰ ὑπάρχει πράγματι μία καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία» - περιοδικό Επιλογές, Ιανουαρίου 1988), όσο και ο οικουμενιστής Πατριάρχης Αθηναγόρας («Εἰς τήν κίνησιν πρός ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς» - Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων 1967), με τους οποίους συμφωνεί και ο νυν οικουμενιστής Πατριάρχης Βαρθολομαίος («Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”, τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ» - Προς Πατριάρχη Ιεροσολύμων: «Αμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας» http://www.amen.gr/article/oikoumenikos ... oplas-fwto ).

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Κυρ 01 Οκτ 2017, 12:09 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5440
Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος γ΄)

(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ: http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2017/0 ... st_22.html
Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού

ΣΤ. Προχωρώντας στο επόμενο κεφάλαιο («Αἱρετικοὶ καὶ Ἑτερόδοξοι») ο Σ. εκθέτει τις εξής θέσεις:
στ1. Οι Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες δεν καταγγέλονται ως αιρετικοί στα κείμενα της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», διότι ο ορισμός κάποιου ως αιρετικού προϋποθέτει την καταδίκη του από Οικουμενική Σύνοδο,
στ2. Δεν μπορούν να αποκληθούν αιρετικοί, αλλά και σε πολλά κείμενα Αγίων και Συνόδων αποκαλούνται «Εκκλησία»,
στ3. Επιπροσθέτως χρησιμοποιείται ο όρος ετερόδοξοι, αντί για αιρετικοί, διότι ο όρος αιρετικός είναι αρνητικά φορτισμένος, προσβλητικός και σχεδόν υβριστικός,
Ας τις εξετάσουμε και αυτές μία προς μία:
στ1. Γράφοντας ο Σ. πως «ὁ χαρακτηρισμὸς κάποιου ὡς αἱρετικοῦ προϋποθέτει τὴν ἐπίσημη καταδίκη του ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο», λέει την μισή αλήθεια. Διότι υπήρξαν πάμπολλοι αιρετικοί που είτε καταδικάστηκαν μόνο από Τοπικές Συνόδους (Ευσταθιανοί από την Σύνοδο της Γάγγρας, Αγγελικοί από την Σύνοδο της Λαοδικείας κ.α.), είτε δεν καταδικάστηκαν καθόλου από Σύνοδο, όπως οι ποικίλες ομάδες Γνωστικών που είχαν αποστατήσει από την Εκκλησία και δρούσαν παρασυναγωγικά (Οφίτες, Εβιωναίοι, Βασιλειδιανοί κ.α.).
Αν και ο Σ. (στη σελ. 9 της εργασίας του) παραπέμπει στο γνωστό και σπουδαίο, περί αιρέσεως, σύγγραμμα του π. Ευαγγέλου Μαντζουνέα, φαίνεται πως δεν έλαβε υπόψιν του όσα ο αείμνηστος είχε γράψει λίγες σελίδες πριν, απαντώντας μάλιστα στον προαναφερθέντα δικηγόρο Ι. Παναγόπουλο (του οποίου, όπως φαίνεται, τις θέσεις αντιγράφει ο Σ.)! Αξίζει να παρατεθεί ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα: «Διετυπώθη ὅμως ἡ γνώμη, ὅτι διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ μία διδασκαλία ὡς αἱρετική, δέον αὕτη νὰ ἔχῃ χαρακτηρισθῇ ὡς τοιαύτη μόνον ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἤ ὑπὸ τῶν ὑπ᾿ αὐτῶν κυρωθεισῶν Τοπικῶν, ὡς καὶ τῶν μεγίστην ἐχουσῶν ἀπήχησιν ἄλλων Συνόδων, αἵτινες ἀπέκτησαν καθολικὸν κῦρος καὶ ἰσχὺν ἐπὶ συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ[67]. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ ἐσφαλμένη[68]. Καὶ τοῦτο διότι ὑφίστανται αἱρέσεις, αἵτινες δὲν κατεδικάσθησαν οὔτε ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων οὔτε ὑπὸ Τοπικῶν Συνόδων. Τῷ ὄντι αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι εἰς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας καὶ τοὺς Ὅρους των ἀναφέρουν ἐν συνόλῳ 37 αἱρέσεις, προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν ὀκτῶ αἱρέσεων αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ὑπὸ τῶν Μεγάλων Πατέρων, ὧν οἱ Κανόνες των ἀπέκτησαν οἰκουμενικὸν κῦρος, ἀνέρχονται αὗται εἰς 45. Τί δέον γενέσθαι μὲ τὰς αἱρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαντοῦν εἰς τὰς νομικὰς πηγάς, καθὼς καὶ εἰς τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων; Εἰς τὰς πηγὰς τοῦ δικαίου[69] ἀναφέρονται π.χ. οἱ Ὀφῖται… οἱ Βορβοριανοί… οἱ Αὐδιανοί, Βατριαχῖται, Τασκοδρουγῖται, Ἑρμογενιανοί, Ἐγκρατῖται, Παπινιανοῖ… Ὁ Ἐπιφάνιος ἀναφέρει 51 αἱρέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπαντοῦν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων. Ὡσαύτως αἱ Ἀποστολικαὶ Διαταγαὶ ἀναφέρουν τοὺς Ἡμεροβαπτιστάς, Ἐβιωναίους, Δοσιθιανούς, Κηρινθιανούς, Βασιλειδιανούς, Σατορνιλιανοὺς καὶ ἄλλους, ὡς δὲ θὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰ οἰκεῖα κεφάλαια ὑφίσταντο δεκάδες αἱρέσεων. Κατὰ τὸν Φιλάστριον ὑπῆρξαν 156 αἱρέσεις[70], ἐκ τῶν ὁποίων μέρος μόνο ἔχει κατακριθῆ ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων. Ἑπομένως δὲν εἶναι αἱρετικοὶ μόνον οἱ ὑπὸ τῶν τοιούτων Συνόδων κατακριθέντες, ἀλλὰ πᾶς ὅστις ἀποκλίνει ἐκ τῆς ὀρθῆς δόξης, τὸν χαρακτηρισμὸν δὲ τοῦτον δύναται νὰ προσδώσῃ, ἐκτὸς τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, καὶ Πανορθόδοξος Σύνοδος[71] ἢ καὶ τὸ ἀνώτατον συλλογικὸν ὄργανον Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας[72], ἀνεγνωρισμένης ἐπισήμως ὡς τοιαύτης»[73].
Απορίας άξια είναι πάντως η άρνηση του Σ. να αποκαλέσει τους Δυτικούς (Παπικούς και Προτεστάντες) αιρετικούς, επειδή δεν έχουν καταδικαστεί από Οικουμενική Σύνοδο, όταν στο ίδιο το εξεταζόμενο κείμενό του (και συγκεκριμένα στην σελίδα 38) τους «Μάρτυρες του Ιεχωβά» (τους οποίους όχι Οικουμενική, αλλά ούτε καν Τοπική Σύνοδος δεν τους έχει αναθεματίσει) τους αποκαλεί αιρετικούς! Γιατί δύο μέτρα και δύο σταθμά; Μήπως η στοχοποίηση των "Ιεχωβάδων" (και κάποιων σεκτών) γίνεται για να δείξουν στους πιστούς ότι υφίσταται αντιαιρετικός αγώνας ώστε να κοιμούνται ήσυχοι, πιστεύοντας πως οι Ποιμένες αγρυπνούν; Επιπροσθέτως αυτή η άρνηση προκαλεί μεγάλη απορία όταν ληφθεί υπόψιν η παραδοχή του Σ. ότι υπάρχει «καταδίκη ἐπὶ μέρους δοξασιῶν τους ἀπὸ τοπικὲς Συνόδους». Τώρα πως γίνεται κάποιοι ενώ πρεσβεύουν καταδικασμένες αιρέσεις να μην είναι αιρετικοί, αυτό δεν εξηγείται…
στ2. Με την προσπάθειά του ο Σ. να δικαιολογήσει την άρνηση να χαρακτηρίζονται ως αιρετικοί οι Δυτικοί (Παπικοί και Λουθηροκαλβίνοι, ή - όπως προτιμά ο Σ. - Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες), απορρίπτει τις Συνόδους και τους Πατέρες των τελευταίων χιλίων ετών που τους θεωρούσαν έτσι, όπως μεταξύ πολλών άλλων:
α) Τον Άγιο Μελέτιο τον Ομολογητή, ο οποίος συνέγραψε έμμετρο έργο του με τίτλο «Ὅτι αἱρετικοὶ εἰσὶν οἱ Δυτικοὶ καὶ ὅτι οἱ συγκοινωνοῦντες αὐτοῖς ἀπόλλυνται»[74].
β) Τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό: «Οὐ μόνον εἰσὶν οἱ Λατῖνοι σχισματικοί, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοί· καὶ τοῦτο παρεσιώπησεν ἡ ἐκκλησία ἡμῶν, διὰ τὸ γένος εἶναι ἐκείνων πολὺ καὶ ἰσχυρότερον ἡμῶν, ἡμεῖς δὲ οὐδὲ δι᾿ ἄλλο τι ἐσχίσθημεν αὐτῶν, εἰ μὴ ὅτι εἰσὶν αἱρετικοί. Διὸ οὐδὲ πρέπει ὅλως ἑνωθῆναι αὐτοῖς, εἰ μὴ ἐκβάλλωσι τὴν προσθήκην ἀπὸ τοῦ συμβόλου καὶ ὁμολογήσωσι τὸ σύμβολον καθὼς καὶ ἡμεῖς»[75].
γ) Την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1484: «Τοὺς δὲ ἄλλως περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος φρονοῦντας ἢ καὶ κηρύττοντες, ἢ ὢς φαμεν, ὡς ἀπεναντίας τῇ ἀληθείᾳ δοξάζοντας καὶ κενοφωνοῦντας ἀποστρεφόμεθα ὡς αἱρετικοὺς καὶ τῷ ἀναθέματι καθυπάγομεν»[76].
δ) Τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικο τον Β΄ τον Ακαρνάν: «Ἐπειδὴ (σ. ημ. οι Δυτικοί) ἐξεχώρισαν ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἔκαμαν ἄλλην ἰδικήν τους τερατώδη, ἀνομοίαν καὶ παντάπασι ξεχωρισμένην ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, ἀναντίρρητόν ἐστιν, ὅτι αἱρετικοὶ εἶναι καὶ ἀναπολόγητοι, καὶ καμμίαν συγκοινωνίαν μετ᾿ ἐμᾶς δὲν ἔχουσιν»[77].
ε) Τον Διδάσκαλο του Γένους και αρχηγό των Κολλυβάδων Πατέρων Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη: «Τοὺς γὰρ ἐφ᾿ ἡμῶν Λατίνους ὁμοῦ καὶ Λουθηροκαλβίνους ὁ τῶν ἱερῶν Κανόνων περὶ τῆς αἱρέσεως ὅρος τῶν συνωνύμων αἱρετικῶν ὄντας δείκνυσινˑ οἱ δὲ τοιοῦτοι αἱρετικοὶ ἀσεβεῖς εἰσι κατὰ τοὺς Ἀποστολικοὺς Κανόνας καὶ τὰς τούτους ἐπισφραγισάσας οἰκουμενικὰς Συνόδους»[78]. «Πενταχῶς διαφερόμενοι πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν (οἱ Λατῖνοι), κατὰ μὲν τὰς ἅλλας διαφορὰς σχισματικοί, κατὰ δὲ τὴν μόνην τὴν τοῦ Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπόρευσιν αἱρετικοί εἰσιν, αὐτοί τε καὶ οἱ τὰ αὐτὰ φρονοῦντες Λουθηροκαλβίνοι»[79].
στ) Τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Ὅτι δὲ οἱ Λατῖνοι εἶναι αἱρετικοί, δὲν εἶναι κᾀμμία χρεία ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ κάμωμεν κᾀμμίαν ἀπόδειξιν. Αὐτὸ γὰρ τοῦτο, ὁποῦ τόσον μίσος καὶ τόσην ἀποστροφὴν ἔχομεν ἤδη τόσους αἰῶνας πρὸς αὐτοὺς, εἶναι μία φανερὰ ἀπόδειξις, ὅτι ὡς αἱρετικοὺς τοὺς βδελυττόμεθα, ὅ,τι λογῆς δηλαδὴ καὶ τοὺς Ἀρειανούς, ἢ Σαβελλιανούς, ἢ πνευματομάχους Μακεδονιανούς. …οἱ Λατῖνοι εἶναι παμπάλαιοι αἱρετικοί…»[80].
ζ) Τον σοφό θεολόγο και Διδάσκαλο του Γένους Κωνσταντίνο Οικονόμου εξ Οικονόμων: «αἱρετικοί δὲ καὶ οὐ μόνον σχισματικοὶ οἱ Λατῖνοι»[81].
η) Την Πανορθόδοξο Σύνοδο του 1848: «’Επειδὴ πᾶσα ἑτεροδιδασκαλία, ἁπτομένη αὐτοῦ τοῦ καθολικοῦ φρονήματος περὶ τῆς τε μακαρίας Τριάδος καὶ τῶν θείων προόδων, καὶ δὴ καὶ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἔστι τε καὶ λέγεται αἵρεσις, καὶ οἱ οὕτω φρονοῦντες αἱρετικοί, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐν ἁγίοις Δαμάσου Πάπα Ῥώμης, “εἴ τις περὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ὑιοῦ καλῶς φρονήσει, περὶ δὲ τοῦ ἁγίου Πνεύματος οὐκ ὀρθῶς ἔχει, αἱρετικός ἐστι” (Ὁμολ. καθ. πίστ., ἣν ὁ Πάπας Δάμασος απέστειλε πρὸς ἐπίσκοπον Παυλῖνον Θεσσαλονίκης, MPL. 13, 363), διὰ τοῦτο ἡ μία, ἁγία, καθολική καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἑπομένη τοῖς ἴχνεσι τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀνατολικῶν τε καὶ δυτικῶν, ἐκήρυξέ τε πάλαι ἐπὶ τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ κηρύττει πάλιν σήμερον συνοδικῶς, αὐτὴν μὲν τὴν ῥηθεῖσαν καινοφανῆ δόξαν, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Ὑιοῦ, εἶναι οὐσιωδῶς αἵρεσιν, καὶ τοὺς ὁπαδοὺς αὐτῆς, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱρετικούς, κατὰ τὴν ῥηθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ ἁγιωτάτου Πάπα Δαμάσου, καὶ τὰς ἐξ αὐτῶν συγκροτουμένας συνάξεις αἱρετικάς, καὶ πᾶσαν κοινωνίαν πνευματικὴν καὶ θρησκευτικὴν τῶν Ὀρθοδόξων τέκνων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς τοιούτους ἄθεσμον, μάλιστα τῇ δυνάμει του ζ’ Κανόνος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου»[82].
Επιμένοντας δε ο Σ. να δικαιολογεί τη μη χρήση του όρου «αιρετικοί», ειδικά για τους Παπικούς, τονίζει και το γεγονός πως σε πολλά κείμενα Πατέρων και Συνόδων γίνεται λόγος για «Εκκλησία» («Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κλπ.). Αναφέρει δε ενδεικτικά αποσπάσματα κειμένων από τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, από δύο Συνόδους στην Κωνσταντινούπολη (1836 και 1848) και από το εν Μόσχα Συνέδριο (1948). Είναι τοις πάσι γνωστό πως υπάρχουν πάρα μα πάρα πολλά κείμενα Πατέρων και Συνόδων στα οποία γίνεται λόγος για «Δυτική (ή Ρωμαϊκή ή Λατινική ή Παπική) Εκκλησία». Αυτό όμως που δεν αναφέρει ο Σ. είναι το πως οι Ορθόδοξοι θεωρούν την «Δυτική Εκκλησία». Την θεωρούν Εκκλησία Χριστού ή πεπτωκυία στο Σχίσμα και την Αίρεση; Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος γράφει τα εξής διαφωτιστικά: «Δὲν εἶναι ἀείποτε σεπτὸν καὶ τίμιον τὸ τῆς συνόδου ὄνομα, καθὼς οὐδὲ τὸ τῆς ἐκκλησίας, καθότι ἔστι Ἐκκλησία ἁγίων καὶ Ἐκκλησία ὁσίων, ἀλλὰ ἔστι κατὰ τὸν ψαλμωδὸν καὶ «ἐκκλησία πονηρευομένων». Αἱ φωναί, λοιπόν, ἤτοι τὰ ὀνόματα οὕτως ἔχουσιν, ἤτοι καὶ ἐπὶ καλοῦ καὶ ἐπὶ κακοῦ»[83].
Ας δούμε λοιπόν μερικά αποσπάσματα κειμένων Συνόδων, Πατέρων και Διδασκάλων που αναφέρονται στην «Δυτική Εκκλησία», την οποία άλλωστε αποκαλούν έτσι όχι επειδή την αναγνωρίζουν ως αληθινή Εκκλησία Χριστού, αλλά απλούστατα διότι κάποτε (δηλαδή προ της αποστασίας και της πτώσεώς της) υπήρξε η Ορθόδοξη Εκκλησία της Δύσεως, η Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία της Ρώμης:
α) Ο μέγας Κανονολόγος Θεόδωρος Βαλσαμών (στις Αποκρίσεις του προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μάρκο): «Ἐρώτησις ιε΄. Αἰχμάλωτοι Λατῖνοι καὶ ἕτεροι παρουσιάζοντες εἰς τὰς καθολικὰς ἐκκλησίας ἡμῶν, ζητοῦσι μεταλαμβάνειν τῶν θείων ἁγιασμάτων. Εἰ γοῦν ἐκχωρητέον τοῦτόν ἐστι, ζητοῦμεν μαθεῖν. Ἀπ. Ὁ μὴ ὢν μετ' ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστι (τὸ θεῖον ἔφησαν Εὐαγγέλιον)ˑ καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ' ἐμοῦ, σκορπίζει. Ἐπεὶ οὖν πρὸ χρόνων πολλῶν ἀπεσχίσθη τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ῾Ρώμης φαμέν, τὸ περιώνυμον ἄθροισμα ἐκ τῆς τῶν ἑτέρων τεσσάρων ἁγίων πατριαρχῶν πνευματικῆς κοινωνίας, καὶ ἀπεσχοινίσθη πρὸς ἔθη καὶ δόγματα τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ὀρθοδόξων ἀλλότρια. Διὰ γὰρ τοῦτο οὔτε ἐν ταῖς θείαις ἱεροτελεστίαις, κοινῆς τῶν πατριαρχικῶν ὀνομάτων ἀναφορᾶς ὁ πάπας ἠξίωται, οὐκ ὀφείλει γένος Λατινικὸν ἐκ χειρὸς ἱερατικῆς, διὰ τῶν θείων καὶ ἀχράντων μυστηρίων ἁγιάζεσθαιˑ εἰ μὴ κατάθηται πρότερον ἀποσχέσθαι τῶν Λατινικῶν δογμάτων τε καὶ συνηθειῶν, καὶ κατὰ κανόνας κατηχηθῇ, καὶ τοῖς ὀρθοδόξοις ἐξισωθῇ»[84].
Αξίζει όμως να παρατεθεί και μια ακόμη απόκριση ώστε να φανεί ακόμη πιο ξεκάθαρα η γνώμη του σοφού Βαλσαμώνος: «Ἐρώτ. λβ΄. Ἀπροκριμάτιστον ἐστι τελεῖσθαι τέκνων ἀναδοχὰς διὰ Λατίνων, Ἀρμενίων, Μονοθελητῶν, Νεστοριανῶν, καὶ λοιπῶν τοιούτωνˑἢ μἄλλον μισητὸν καὶ ἀποτρόπαιον; Ἀπόκ. Τὸ β΄ θέσπισμα τοῦ ι΄ κεφαλαίου τοῦ α΄ τίτλου τοῦ α΄ βιβλίου τῶν Βασιλικῶν: Αἱρετικός, φησίν, ἐστί, καὶ τοῖς κατὰ μικρὸν γοῦν ἐκκλίνων τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἐπεὶ γοῦν πάντες οἱ ἀπαριθμηθέντες εἰς τὴν παροῦσαν ἐρώτησιν, οὐ διὰ μικρὸν, ἀλλὰ διὰ πλάτος μέγα καὶ δυσδιεξίτητον ἐκ τῆς τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας ἀπεξενώθησαν, πάντως οὐδὲ χάριν ἀναδοχῆς παίδων πνευματικῶν μεσιτευομένης δι᾿ ἁγίων εὐχῶν καὶ ἁγιασμάτων πολλῶν, ἡμῖν συγκοινωνήσουσινˑ ἵνα μὴ καὶ ἀυτοὶ ἀκοινωνησίᾳ κατακριθῶμεν, κατὰ τὸν κανόνα, τὸν λέγοντα, Ὁ κοινωνὼν ἀκοινωνήτῳ, καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητος ἐστιν»[85]. Σφάλλει λοιπόν ο Σ. όταν γράφει στο κείμενό του (στην σελ. 14) πως ο Βαλσαμών αποφεύγει «νὰ χαρακτηρίζει μάλιστα τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς χαρακτηρίζει ἁπλᾶ ὡς «κακόφρονας»».

β) Ο Άγιος Μακάριος Καλογεράς ο Πάτμιος Διδάσκαλος του Γένους: «… εἰς τὴν ἰδίαν βλασφημίαν ἐγκρεμνίσθη ἡ πολλῶν δακρύων ἄξιος Δυτικὴ Ἐκκλησία, τώρα εἰς τοὺς ἐσχάτους καιρούς, ὅθεν καὶ παραλελυμένη ἀπὸ τὴν καθόλου Ἐκκλησίαν τῆς ὀρθοδοξίας, φυσᾷ καὶ καυχᾷται εἰς τὴν δόξαν, καὶ εἰς τὰ ἐξωτερικά της πλούτη, ὅμως παράλυτος, χωρισμένη ἀπὸ τὸν ἴδιον νυμφίον τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστόν… ἡ δὲ τωρινὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴν τόλμην τῆς προσθήκης, καὶ τὴν πίστιν ἠρνήθη, καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐβλασφήμησε, καὶ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς Ποιμένας της καὶ Ἁγίους καὶ ἐχωρίσθη, καὶ παρελύθη. …Λοιπὸν ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία, ἐπειδὴ καὶ δὲν ἐφύλαξε τὴν ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, τὴν ὁποίαν χιλίους τετρακοσίους χρόνους τὴν ἐφύλαξαν καὶ τὴν φυλάττουν ἕως τῆς σήμερον οἱ Ἀνατολικοί, δὲν εἶναι Ὀρθόδοξος, εἶναι χωρισμένη, παραλελυμένη, καὶ παντάπασιν χωρισμένη καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. …Παραλελυμένη ἀπὸ τὰς ἑπτὰ Συνόδους, καὶ χωρισμένην. Καὶ ἀναθεματισμένην, Ἐκκλησίαν νέαν, καθὼς καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸ λέγουσι πῶς ζῶσιν (ἀλλὰ νόβα) ἤγουν δὲν εἶναι Ἐκκλησία ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὀρθόδοξον τῶν ἑπτὰ Συνόδων, ἀλλὰ Ἐκκλησία τοῦ Πάπα, καὶ οὐχὶ τοῦ Χριστοῦ. …Λοιπὸν ὄχι μόνον ψευδὴς ἡ Δυτική, ὁποῦ λέγει, ὅτι ἡ Ανατολικὴ μὲ τὸ νὰ μὴ προσκυνῇ τὸν Πάπαν ὡς Θεὸν τῆς γῆς, ἔπεσεν εἰς αἰχμαλωσίας καὶ διωγμούς, καὶ θλίψεις, ἀλλὰ ἀκόμι (sic) αὐτὴ ἡ Δυτικὴ εἶναι καὶ αἱρετική. Καὶ θεομισής, καθὼς θέλει ἀποδείξει ὁ λόγος. Ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ὡς ὀρθόδοξος ἔχει τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ καὶ θεοφιλής, ἡ δὲ Δυτικὴ Ἐκκλησία ὡς θεομισὴς ἔχει δόξαν καὶ ἀνάπαυσιν»[86].
γ) Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος: «Μία εἶναι μία καὶ μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινὴ, ἡ νύμφη ἡ καλὴ καὶ ἐκλεκτή, καθὼς τὴν ὀνομάζει ὁ νυμφίος της, μία εἶναι λέγω ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἐπαναπαύεται τὸ Πνεῦμά του τὸ Ἅγιονˑ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποτεταμιευμένους τοὺς θησαυροὺς τῶν θείων του χαρισμάτωνˑ ποία εἶναι τούτη; Αὐτὴ ἡ ἐδική μας ἁγία μήτηρ, τοῦτ᾿ ἔστιν ἡ Ἀνατολική»[87].
δ) Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνοφ: «Μη παίζετε με την σωτηρία σας, μη παίζετε! Διαφορετικά θα θρηνήσετε αιωνίως. Διαβάστε την Καινή Διαθήκη και τους Αγίους Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας (σε καμία περίπτωση δεν είναι η Θηρεσία [88], ο Φραγκίσκος [89] και άλλοι δυτικοί τρελοί, τους οποίους η αιρετική εκκλησία τους παρουσιάζει για αγίους!)»[90].
ε) Ο αείμνηστος Καθηγητής Θεολογίας και Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Δαμαλάς (1842-1892): «Ψεύδονται τοίνυν οἱ Παπισταί, καυχώμενοι εἰς τὴν ἀποστολικὴν διαδοχὴν τῆς ἐκκλησίας αὐτῶνˑ ἡ γὰρ νῦν παπιστικὴ ἐκκλησία οὔκ ἔχει τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῶν ἀποστόλων, ἀλλ᾿ ἀπὸ πάντων τῶν αἱρετικῶν ἔγεινεν ἕν μεῖγμα, καὶ ἤρξατο ὕστερον ἀπὸ τὴν Ζ΄ Σύνοδονˑ ἡ γὰρ παλαιὰ τῆς Ῥώμης σύναξις ἦτο ἀποστολική, ὀρθόδοξος, καὶ καθολικὴ ἐκκλησία, ἡ δὲ νέα ἐστὶν ἀποστατική, ἑτερόδοξος, αἱρετική, καὶ ἀντιχριστιανική συναγωγή»[91].
στ) Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα: «Η Ρωμαϊκή Εκκλησία, παρόλο που έχει ακολούθους της σε όλη την γη, επειδή δεν τηρεί τα ιερά, καθολικά και αποστολικά διατάγματα και δεν έχει αποφύγει τις καινοτομίες και τα εσφαλμένα δόγματα, δεν ανήκει στη Μία, Αγία και Αποστολική Εκκλησία»[92].
ζ) Ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος: «Οι χριστιανικές Εκκλησίες, όπως σε σας είναι γνωστές, είναι, εκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η Λατινική Εκκλησία και πολλές χριστιανικές προτεσταντικές κοινότητες. Αλλά ούτε η Λατινική Εκκλησία, ούτε οι προτεσταντικές κοινότητες δεν πρέπει να αναγνωρίζονται ως αληθινές Εκκλησίες του Χριστού»[93].
η) Η Τοπική Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 1895: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἄρα Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δικαίως καυχᾶται ἐν Χριστῷ, ὅτι ἐστιν Ἐκκλησία τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐννέα πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἑπομένως ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, «στῦλος καὶ ἐδραίωμα τῆς ἀληθείας»ˑ ἡ δὲ νῦν Ρωμαϊκή ἐστιν Ἐκκλησία τῶν καινοτομιῶν, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καὶ τῆς παρερμηνείας τῆς τε Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ὅρων τῶν ἁγίων Συνόδων· διὸ εὐλόγως καὶ δικαίως ἀπεκηρύχθη καί ἀποκηρύσσεται, ἐφ᾿ ὅσον ἄν ἐμμένῃ ἐν τῇ πλάνῃ αὐτῆς»[94].
θ) Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης: «Λοιπόν, οι πάπες έκαναν στην παπική τους εκκλησία διάφορα τεχνάσματα, εισήγαγαν διάφορα ψευδή δόγματα που οδηγούσαν σε ψεύδη, τόσο στην πίστη όσο και τη ζωή. Πρόκειται για μια εντελώς αιρετική εκκλησία»[95].
ι) Ο μακαριστός Μάρτυς τοῦ Γένους Σμύρνης Χρυσόστομος: «…ἐσχίσθη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ μετεπήδησεν ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὸ σχίσμα καὶ ἀπὸ τοῦ σχίσματος εἰς τὴν αἵρεσιν καὶ προὐτίμησεν ἡ μεγάλη καὶ φοβερὰ αὕτη ἀντίπαλος τῆς Ἀνατολῆς ἀντὶ τῶν διαχρύσων καὶ πολυτίμων δογμάτων τῆς ἀρχαιότητος τὰ ὑπόχαλκα καὶ παράσημα τῆς Σχολαστικῆς Θεολογίας σοφίσματα. Τοῦτο μόνο λέγομεν, ὅτι ἦτο ἡ 16 τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ 1054 ἔτους ἡμέρα, καθ᾿ ἥν οἱ τοῦ Πάπα ἀπεσταλμένοι ἔθηκαν ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης τῆς Ἁγίας Σοφίας ἐν Κωνσταντινουπόλει τὴν βοῦλλαν τοῦ ἀφορισμοῦ, δι᾿ ἧς τὸ μὲν φαινόμενον ἀφώριζον τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, πράγματι ὅμως καὶ άληθῶς ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία ἀπεκόπτετο διὰ παντὸς καὶ ἀφωρίζετο ὡς μέλος σεσηπὸς καὶ νεκρὸν ἀπὸ τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας»[96]. Και αλλού: «…θ᾿ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσῃ τῆς ἀρχῆς ταύτης μόνη ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία κατέχει τὸ πλήρωμα τῶν ἀποκεκαλυμμένων ἀληθειῶν, ὅτι ἄλλαις λέξεισι μόνη αὐτὴ εἶνε ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία»[97].
Επομένως. σύμφωνα με την ορθόδοξη θεώρηση, υπάρχει η Ανατολική Εκκλησία, που είναι η Ορθόδοξος, και ταυτίζεται με την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και η Δυτική Εκκλησία, που είναι σχισματική, αιρετική και εκκλησία πονηρευομένων! Συμφωνούν με την θεώρηση αυτή οι Οικουμενιστές Νεοεκκλησιολόγοι; Συγκρίνατε δε το γράμμα και το πνεύμα των παραπάνω κειμένων με τα κείμενα της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης. Και ποια ακριβώς ιστορική ονομασία αποδέχεται η Ψευδοσύνοδος για τους παπικούς φερ᾿ ειπείν; Αυτό έπρεπε να διευκρινιστεί, διότι οι τελευταίοι άλλη ιστορική ονομασία δίνουν στην εκκλησία τους (την ονομάζουν «Καθολική»!), ενώ οι Ορθόδοξοι έτερη (Δυτική ή Ρωμαϊκή, λόγω του τόπου, Λατινική, λόγω του γένους, Παπική λόγω του προσώπου που παραδέχεται ως κεφαλή της).
Αυτή ακριβώς η απόρριψη της θέσεως των Συνόδων και των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας των τελευταίων σχεδόν χιλίων ετών αποτελεί την καθαρώς προτεσταντίζουσα πλευρά της Νέας Εκκλησιολογίας των εξ Ορθοδόξων οικουμενιστών, οι οποίοι μιλούν για την επαναφορά στην «αδιαίρετη Εκκλησία της πρώτης χιλιετίας»[98] με τον ίδιο τρόπο που οι Προτεστάντες απορρίπτοντας, διά του Sola Scriptura, την ιστορική εξέλιξη της Εκκλησίας βαυκαλίστηκαν με την ιδέα ενός «αρχέγονου Πρωτοχριστιανισμού». Όταν λοιπόν απορρίπτουν την Εκκλησία της δευτέρας χιλιετίας, την Εκκλησία του Κηρουλαρίου, του Βαλσαμώνος, του Αγίου Μελετίου Γαλησιώτου, του Αγίου Ανθίμου του Ομολογητού, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, του Γενναδίου Σχολαρίου, του Ιερεμία του Τρανού, του Αγίου Μελετίου Πηγά, του Μαξίμου Μαργουνίου, του Γαβριήλ Σεβήρου, του Κυρίλλου Λουκάρεως, του Δοσιθέου Ιεροσολύμων, του Αγίου Μακαρίου Καλογερά, των Κολλυβάδων Πατέρων, του Κωνσταντίνου Οικονόμου, του Κωνσταντίνου Τυπάλδου, του Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνοφ, των Ρώσων Στάρετς, του Αγίου Νεκταρίου και τόσων άλλων Πατέρων, πως μπορούν να ομιλούν για πιστότητα στην Παράδοση;
στ3. Ο Σ. αναλύει στο κείμενό του πως στα πλαίσια των διαχριστιανικών διαλόγων πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος «ετερόδοξος» και όχι ο όρος «αιρετικός», διότι ο τελευταίος είναι αρνητικά φορτισμένος και προσβάλλει. Πάνω σε αυτή την άποψη πρέπει να κατατεθούν δύο απορίες:
α) Πώς ενώ ο Σ. παραδέχεται ότι στην εκκλησιαστική γραμματεία οι όροι αιρετικός και ετερόδοξος χρησιμοποιούνται αδιακρίτως (είναι δηλαδή ταυτόσημοι, όπως αποδείχθηκε και από τα παραδείγματα που ο ίδιος παρέθεσε), δεν θεωρεί και τον όρο «ετερόδοξος» ως προσβλητικό!
β) Πάνω σε ποιες Συνόδους και σε ποιους Πατέρες βασίζει την «πολιτική ορθότητα» (την οποία εισήγαγαν στην Εκκλησία οι Οικουμενιστές) που υπερασπίζεται;
Οι Άγιοι Πατέρες δεν φοβόντουσαν να πούνε τα πράγματα με το όνομά τους και να μιλήσουν την γλώσσα της αληθείας απαθώς. Γι᾿ αυτό και τους αιρετικούς δεν τους χαρακτηρίζουν «ψευδῶς, ἐν δῆθεν εὐγενίᾳ, ἀλλὰ ἀληθῶς καὶ δικαίως»[99]. Τους αποκαλούν - εκτός από ετεροδόξους -, ασεβείς και συκοφάντες[100], κενολόγους, φρεναπάτες διάκονους του Σατανά, αρνησίθεους, λογολέσχες (=φλύαρους), αλογώτατους και ανόσιους ψευδοχριστιανούς[101], λύκους και κύνες[102], δυσσεβείς και αποτρόπαιους[103], κακοδόξους[104], πονηρούς, αλιτήριους, ανόητους και βδελυρώτατους[105], αντιχρίστους, ψευδαποστόλους, απατεώνες, αποστάτες και λυμεώνες[106], λωποδύτες[107], άθλιους, ταλαίπωρους και αναίσχυντους[108], καθώς και άπιστους[109].
Ο μακαριστός θεολόγος Αριστοτέλης Δελήμπασης παρατηρεί για τους παραπάνω χαρακτηρισμούς: «Τοιοῦτοί εἰσιν οἱ δυστυχεῖς αἱρετικοί, ἐφ᾿ ὅσον ἐμμένουσιν ἀμετανόητοι τῇ αἱρέσει καὶ δὲν ἐπιστρέφουσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν δι᾿ ἀξιολόγου μετανοίας. Οἱ δὲ ἐξ Ὀρθοδόξων οἰκουμενισταί, ἀποβάλοντες τὸ ὀρθόδοξον φρόνημα, ἀπορρίπτουσι καὶ τοὺς ἀνωτέρω ἀληθεῖς, δικαίους καὶ σωτηρίους χαρακτηρισμοὺς τῶν Ἁγίων περὶ τῶν αἱρετικῶν. Τοιουτοτρόπως, συμβάλλουσιν, οἱ ἄθλιοι, εἰς παραμόνιμον ἀμετανοησίαν τῶν ἑτεροδόξων καὶ τὴν αἰωνίαν ἀπώλειαν ἑαυτῶν καὶ ἐκείνων»[41].

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ



[67] Σ.Σ. Ἰ. Παναγόπουλου, ἐν περιοδικῶ «Χριστιανός» Τεύχος Α΄ 1962:3.
[68] Σ.Σ. Σ. Τρωϊάνου, Τινὰ περὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς αἱρέσεως. Ἀρχεῖον Ἐκκλ. Δικαίου. τ. 18, Ἀθῆναι 1963, σ. 20-25, ἔνθα δι᾿ ἀδιασείστων ἐπιχειρημάτων ἀνατρέπεται ἡ ὡς ἄνω γνώμη.
[69] Σ.Σ. C.T. XVI. 5,65 (ἔτος 428 Μαΐου 30).
[70] Σ.Σ. Ἐν C.S.E.L. τ. 38:138 ἑπόμ.
[71] Σ.Σ. Ὡς ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος Ἱεροσολύμων 1672, καὶ ΚΠόλεως αἵτινες κατεδίκασαν τὸ δόγμα τῆς διαμαρτυρομένης Ἐκκλησίας, ἔτι δὲ καὶ ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος ἐν ΚΠόλει, ἥτις κατεδίκασε τὴν ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδον.
[72] Σ.Σ. Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθ. 7927/10134 Ὀκτωβρίου 1861ἀπόφασιν τῆς Ἱ. Συνόδου τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, δι᾿ ἧς καθῃρέθη καὶ ἀφωρίσθη ὁ ἱερομόναχος Θεόφιλος Καΐρης, ὡς καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἀποστ. Μακράκη παρὰ Σπυρ. Τρωϊἀνῳ ἔνθ᾿ ἀνωτέρω σ. 25.
[73] Πρωτ. Ευάγγελος Μαντζουνέας, Τα αδικήματα Αιρέσεως και Σχίσματος κατά τους οκτὼ πρώτους αιώνας, Αθήνα, 1977, σελ. 32-33.
[74] Χφ. Παντελεήμονος 172 (φ. 201).
[75] Mansi 31, 885. Ο Άγιος Μάρκος αποκάλεσε αιρετικούς τους Λατίνους και κατά την διάρκεια της Ψευδοσυνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση φιλοπαπικών «ορθοδόξων» επισκόπων που του είπαν με αγανάκτηση: «Καὶ τίς ἄνθρωπος εἶ σὺ καὶ λέγεις τοὺς Λατίνους αἱρετικούς;» (V. Laurent, Les Memoires du Sylvestre Syropoulos sur le Concile de Florence (1438-9), Roma, 1971, σελ. 444).
[76] Ναθαναήλ Χύχα, Εγχειρίδιον περί του πρωτείου του Πάπα, επιμ. Ανδρονίκου Δημητρακοπούλου αρχιμανδρίτου, Λειψία, 1869, σελ. ια-ιβ. Ο μακαριστός Δημητρακόπουλος, στον Πρόλογο του βιβλίου αυτού, εξέδωσε τον Όρο της Συνόδου του 1484, από το υπ᾿ αρ. 354 χειρόγραφο της εν Μόσχα Βιβλιοθήκης της Ιεράς Συνόδου.
[77] Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί διατάξεις, τόμ. α΄, Κωνσταντινούπολη, 1888, σελ. 81.
[78] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Επιτομή Ιερών Κανόνων, τόμ Α΄, επιμ. Θεοδωρήτου Ιερομονάχου, εκδ. Αστήρ, Αθήνα, 2002, σελ. 46.
[79] Γεωργίου Μεταλληνού (Πρωτοπρεσβυτέρου), Ομολογώ έν βάπτισμα, Αθήνα, 1983, σελ. 38.
[80] Πηδάλιον, ό.π., σελ. 56-57.
[81] Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα, τόμος α΄, Αθήνα, 1862, σελ. 459.
[82] Μ. 40, 383-385.
[83] Αγίου Αθανασίου του Παρίου, Δήλωσις της εν τω Αγίω Όρει ταραχών αληθείας, επιμ. Θεοδωρήτου Ιερομονάχου, Αθήνα, 1988, σελ. 40.
[84] P.G. 138, 968.
[85] Αυτόθι, 985.
[86] Αγίου Μακαρίου του Καλογερά, Ευαγγελική Σάλπιγξ, Λειψία, 1765, σελ. 53-55, 59.
[87] Αγίου Αθανασίου του Παρίου, Ο Αντίπαπας, Βενετία, 1785, σελ. 3.
[88] Τερέζα της Αβίλα (1515 – 1582).
[89] Φραγκίσκος της Ασίζης (1182 – 1226).
[90] Επιστολή 203 (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Ignatij_Brja ... a/3#3_203).
[91] Νικολάου Δαμαλά, Περί αρχών, Λειψία, 1865, σελ. 163.
[92] Από το κείμενο «Καλοπροαίρετη απάντηση στη Λατινική Εκκλησία» (μετάφραση ημέτερη, πρωτότυπος τίτλος,: «Ответ благосклонным к латинской церкви», https://azbyka.ru/otechnik/Amvrosij_Opt ... -tserkvi/).
[93] Επιστολή 27 (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Feofan_Zatvo ... zni/#0_27).
[94] Ιωάννου Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. ΙΙ, ό.π., σελ. 942.
[95] Από το βιβλίο «Живой колос» (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Ioann_Kronsh ... oj-kolos/).
[96] Χρυσοστόμου Αρχιδιακόνου (μετέπειτα Μητροπολίτου Σμύρνης), Περί Εκκλησίας, τόμ. Α΄, Αθήνα, 1896, σελ. γ-δ.
[97] Αυτόθι, σελ. 6.
[98] Την περί «ενιαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας» φρασεολογία χρησιμοποιούν συχνά όχι μόνο οι Παπικοί (πρβλ. π. Γ. Καψάνη, Οὐνία: Ἡ μέθοδος τοῦ παποκεντρικοῦ οἰκουμενισμοῦ http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/t ... nismos.htm ) – και κυρίως οι Ουνίτες (βλ. για παράδειγμα http://www.elcathex.gr/%CF%80%CE%BF%CE% ... 84%CE%B5/) -, αλλά και οι εξ Ορθοδόξων Οικουμενιστές. Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος σε ομιλία του στις 18/10/2009 (ενώπιον και «Ρωμαιοκαθολικών» με τους οποίους διεξήγε «Διάλογο») είπε: «Μαζί μέ ὅλες τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὑπογραμμίζουμε τή σταθερή ἐμμονή μας στούς καθιερωμένους βασικούς πόλους τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης τῆς πρώτης χιλιετίας τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς πρώτης χιλιετίας ἀποτελοῦν ἐχέγγυο γιά τήν αὐθεντική θεολογική ἑρμηνεία τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ Θείας οἰκονομίας ἀλλά καί γιά τήν αὐθεντική βίωσή του ἀπό τούς πιστούς στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, στό ὁποῖο προεκτείνεται, ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ συνεχής καί ἐνεργός παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (https://www.ec-patr.org/docdisplay.php? ... 24&tla=gr). Το 2014 ο Περγάμου Ιωάννης είχε δηλώσει πως «για μας του Ορθοδόξους η κοινή Πίστη που επιτρέπει την πλήρη μυστηριακή κοινωνία είναι αυτή των Επτά Οικουμενικών Συνόδων της πρώτης χιλιετίας» (http://aktines.blogspot.gr/2014/12/blog-post_447.html). Ο δε Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε δηλώσει το 2016 εν όψει της επισκέψεως του Πάπα τα εξής: «Ἀναμένουμε τόν ἀγαπητό ἀδελφό μέ χαρά καί συγκίνηση, γιά τή συνέχιση τῶν προσπαθειῶν, τῶν ἀγώνων καί τῶν μαχῶν γιά τήν καταλλαγή καί τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλά καί γιά τήν ἐνίσχυση στήν πορεία πρός τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν μας, σύμφωνα μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας» (Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στό Burgenland: «Ἕνα μεγάλο βῆμα πρός τήν ἑνότητα» http://www.metropolisvonaustria.at/inde ... %B1%C2%BB).
[99] Αριστοτέλους Δελήμπαση (θεολόγου), Πως χαρακτηρίζονται οι αιρετικοί υπό των Αγίων στο περιοδικό Καλή Ομολογία, ἀρ. φὐλ. 31, 1 Μαΐου 1981.
[100] Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, P.G. 45, 588.
[101] Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, P.G. 77, 1028.
[102] Μεγάλου Βασιλείου, P.G. 32, 309.
[103] Μεγάλου Φωτίου, P.G. 102, 724.
[104] Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, P.G. 99, 1021.
[105] Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Mansi 4, 1248-9.
[106] Αγίου Συμεώνος Θεσσαλονίκης, P.G. 155, 124.
[107] Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, P.G. 99, 1156.
[108] Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 50, 728.
[109] Του ιδίου, P.G. 48, 709. Ο Ιερός Χρυσόστομος γράφει χαρακτηριστικά: «Εἰ δὲ ἀγανακτοῦσιν ἄπιστοι καλούμενοι, φευγέτωσαν τὸ πρᾶγμα, κἀγὼ κρύπτω τὸ ὄνομα· ἀποστήτωσαν τῆς ἀπίστου διανοίας, καὶ ἀφίσταμαι τῆς ἐπονειδίστου προσηγορίας. Εἰ δὲ αὐτοὶ διὰ τῶν ἔργων τὴν πίστιν ἀτιμάζοντες καὶ ἑαυτοὺς καταισχύνοντες οὐ καταδύονται, τίνος ἕνεκεν πρὸς ἡμᾶς δυσχεραίνουσι διὰ τῶν ῥημάτων ἐγκαλοῦντας αὐτοῖς ἃ διὰ τῶν ἔργων αὐτοὶ ἐπιδείκνυνται;».
[110] Αριστοτέλους Δελήμπαση (θεολόγου), Πως χαρακτηρίζονται οι αιρετικοί …, ό.π..

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Κυρ 15 Οκτ 2017, 09:59 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5440
Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος δ΄)

(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)


Ζ. Ολοκληρώνοντας το παραπάνω κεφάλαιο ο Σ. εκθέτει και τις θέσεις του Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνος (Β.Ι. στο εξής) - με τις οποίες είναι σύμφωνος όπως δηλώνει[111] - και οι οποίες είναι οι εξής:

ζ1. Οι σύγχρονοι ετερόδοξοι (Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες) δεν μπορούν να εξομοιωθούν βάναυσα με τους αρχαίους αιρετικούς, διότι αποδέχονται τη θεότητα των τριαδικών προσώπων και την πληρότητα και τελειότητα της θεότητας και της ανθρωπότητας του Χριστού, επομένως σφάλλουν όσοι θεωρούν ψευδοεκκλησίες τους ετεροδόξους, και
ζ2. Σφάλλουν επίσης όσοι αποδέχονται την αποκλειστικότητα της Εκκλησίας για την σωτηρία.
Ας τις δούμε αναλυτικά:
ζ1. Ο Σ. - διά του Β.Ι. - χρησιμοποιεί τον διάσημο Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο για να πείσει πως δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των Δυτικών με τους αρχαίους αιρετικούς, επειδή οι πρώτοι αποδέχονται την θεότητα του Χριστού. Παραθέτει μάλιστα και την εξής φράση του Φιλαρέτου: «Καμιὰ Ἐκκλησία ποὺ πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Χριστός, δὲ θὰ εἶχα τὸ θράσος νὰ τὴ χαρακτηρίσω ὡς ψευδῆ». Ο Β.Ι. χρησιμοποίησε την φράση αυτή για να αντικρούσει τις θέσεις των π. Ιουστίνου Πόποβιτς και αρχιεπισκόπου Αβερκίου, οι οποίες ταυτίζονται με τις θέσεις των Συνόδων και Πατέρων που αναφέρθηκαν παραπάνω (θεωρούν δηλαδή και εκείνοι τους Δυτικούς ως αιρετικούς ψευδοχριστιανούς και τις κοινότητές τους ως ψευδοεκκλησίες).
Ας δούμε το απόσπασμα στο οποίο βρίσκεται η επίμαχη φράση του Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου: «…κρατώντας τα παραπάνω λόγια της Αγίας Γραφής[112], καμία Εκκλησία που πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι Χριστός δε θα τολμούσα να την αποκαλέσω ψεύτικη. Η Χριστιανική Εκκλησία μπορεί να είναι είτε «αμιγώς αληθινή», δηλώνοντας την αληθινή και σώζουσα θεία διδασκαλία χωρίς να αναμιγνύεται με τις ψευδείς και επιβλαβείς απόψεις των ανθρώπων ή «όχι αμιγώς αληθινή», αναμειγνύοντας τις ψευδείς και επιβλαβείς απόψεις του ανθρώπου με την αληθινή και σωτηρία πίστη της διδασκαλίας του Χριστού»[113]. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψιν του ότι ο Φιλάρετος είχε εκφράσει την άποψη πως δεν είναι σωστό να τοποθετεί κανείς στο ίδιο επίπεδο τον Παπισμό με τον Αρειανισμό, είναι προφανές ότι προβαίνει σε μια ταξινόμηση των αιρετικών με βάση την ομολογία τους στην θεότητα του Ιησού Χριστού. Σαφώς όμως ο Μητροπολίτης Φιλάρετος εκφράζει την προσωπική του άποψη. Παρόμοια ταξινόμηση των αιρετικών έκανε ο σοφός Πατριάρχης Καλλίνικος ο Γ΄ ο εκ Ζαγοράς, ο οποίος διαιρούσε τους αιρετικούς σε δύο κατηγορίες: στους «ασεβείς», οι οποίοι δεν δέχονται το Χριστό και την Αγία Τριάδα (π.χ. Σιμωνιακοί, Νικολαΐτες κλπ.) και στους «δυσσεβείς», οι οποίοι και «Χριστὸν ὁμολογοῦντες καὶ Τριάδα δοξάζοντες καὶ εἰς Αὐτῆς τὴν ἐπίκλησιν βαπτίζονται, κακῶς ὅμως καὶ δυσσεβῶς περὶ αὐτῆς δογματίζοντες»[114] (π.χ. Αρειανοί, Μακεδονιανοί, Απολιναριστές). Στην κατηγοριοποίηση όμως αυτή (ερειδόμενη επί των Κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων, που χώριζαν τους αιρετικούς σε βαπτιστέους και μη) προέβη όχι για να δικαιώσει τους «δυσεβείς» έναντι των «ασεβών» - όπως προσπαθούν οι Οικουμενιστές σήμερα, εκμεταλλευόμενοι και την θέση του Φιλαρέτου Μόσχας, να δικαιώσουν τους «ετεροδόξους» έναντι των «αιρετικών» (με τα νοήματα που δίνουν εκείνοι στους δύο αυτούς όρους) -, αλλά για να εκφράσει την αντίθεσή του έναντι του αναβαπτισμού των Δυτικών, τους οποίους ο Καλλίνικος κατέτασσε στην δεύτερη κατηγορία, δηλαδή στους μη βαπτιστέους, αλλά μόνο με χρήση Μύρου εισακτέους στην Εκκλησία. Παρόλα αυτά η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος του 1756 ορθά αποφάσισε την εισδοχή των Δυτικών στην Ορθοδοξία διά Βαπτίσματος, αφού οι Λατίνοι παραχάραξαν τον τύπο του Βαπτίσματος και επικύρωσαν συνοδικά (με την εν Τριδέντω Ψευδοσύνοδό τους) την παραχάραξη αυτή.



Επανερχόμενοι στην επίμαχη φράση του Μητροπολίτου Φιλαρέτου πρέπει να πούμε πως αυτή επικρίθηκε από τον συμπατριώτη του μεγάλο θεολόγο, Άγιο, Ιερομάρτυρα και Ομολογητή Ιλαρίωνα Τρόιτσκι (+1929), ο οποίος έγραψε τα εξής προς τον γνωστό προτεστάντη και μέγα οικουμενιστή της εποχής Robert Gardiner: «Στην επιστολή σας στις 12/25 Ιουνίου 1915, στον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο [Khrapovitsky], προσκομίζετε την άποψη του διάσημου Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου, ο οποίος έγραψε σε μία από τις πρώτες του διατριβές: «Καμία εκκλησία που πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός δεν θα τολμούσα να την αποκαλέσω ψεύτικη»[115]. Αλλά υπάρχουν αρκετά εμπόδια για να αναγνωρίσουμε ως έγκυρο τον συλλογισμό του Μητροπολίτου Φιλαρέτου πως οι εκκλησίες μπορούν να είναι είτε από καθαρή αλήθεια, είτε από μη καθαρή αλήθεια. Μια εκκλησία μη καθαρής αλήθειας μου φαίνεται προφανώς ψεύτικη και δεν μπορεί να υπάρξει ψεύτικη εκκλησία. Μια τέτοια εκκλησία παύει να είναι εκκλησία, καταντώντας μια εξωεκκλησιαστική κοινότητα»[116]. Όπως παρατηρεί κανείς, ο Άγιος Ιλαρίων όχι μόνο συντάσσεται με την γνώμη της συντριπτικής πλειοψηφίας των προ αυτού Πατέρων και Συνόδων (όπως φανερώθηκε και από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν παραπάνω), αλλά δικαιώνει και όσους εκ των μεταγενεστέρων εξέφρασαν την ίδια θέση (π. Ιουστίνο, αρχιεπ. Αβέρκιο κ.α.), ενώ η συγκεκριμένη θέση του μακαριστού Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου (αν υποτεθεί βεβαίως ότι την εννοούσε όπως την εννοούν οι οικουμενιστές, λαμβανομένου υπόψιν ότι ο Φιλάρετος είχε υπόψιν του έναν παπισμό προ της Α΄ και Β΄ Βατικανής που τον διέστρεψαν ακόμη περισσότερο) έρχεται σε αντίθεση με το Consensus Patrum.


ζ2. Εν συνεχεία ο Σ. παραθέτει την (εν σελίδι 22) θέση του Β.Ι. - ο οποίος ρητώς «δὲν ἀποδέχεται τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ σωτηρία» - σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατόν «οἱ ὑπόλοιπες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες νὰ θεωροῦνται καρπὸς τῆς ἀνθρώπινης πονηρίας ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια τὸ 99% τοῦ ἀνθρωπίνου πληθυσμοῦ». Παράλληλα ο ίδιος ο Σ. εκφράζει για το θέμα την άποψη πως «τὸ νὰ θεωρεῖ κάποιος ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει χάρις Θεοῦ, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐπιχειρεῖ νὰ βάλει φραγμὸ στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ». Κλείνει δε το θέμα αυτό (και ολόκληρο το κεφάλαιο «Αἱρετικοὶ καὶ Ἑτερόδοξοι») με τα εξής, που αφορούν τους διαφωνούντες με τις θέσεις αυτές: «Εἶναι βεβαίως «δικαίωμά» τους νὰ ἀκολουθοῦν τὶς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης καὶ μάλιστα σὲ ὅλες της τὶς πτυχές. Ἀδυνατοῦν ὅμως νὰ καταδείξουν, ὅτι ἡ ἀντίληψή τους αὐτὴ ἔχει ἔρεισμα στὴ Βίβλο καὶ τὴν Πατερικὴ Θεολογία (Ἀνεφέρθη ἤδη ἕνα χωρίο ἀπὸ τὸν Ἱ. Αὐγουστῖνο. Στὴ συνέχεια θὰ παρατεθοῦν καὶ ἄλλα)».
Αναλύοντας τα παραπάνω πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής:
i. Η θέση περί της μη αποκλειστικότητας της Εκκλησίας για την σωτηρία, αποτελεί κεντρική θέση των Οικουμενιστών, οι οποίοι θεωρούν πως το αντίθετο αποτελεί αυθαίρετη ερμηνεία μιας προσωπικής απόψεως του Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος. Είναι όμως το ρητό «extra ecclesiam nulla salus»[117] («εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία») προσωπική γνώμη του Αγίου ή καθολική γνώμη των Πατέρων; Ας δούμε τι λένε οι Άγιοι, ώστε να δούμε αν έχει δίκαιο ο Σ. να μας κατηγορεί ότι η αντίληψή μας δεν έχει έρεισμα στην Βίβλο[118] και την Πατερική Θεολογία:
α) Μιας και ο Σ. παραθέτει ένα βολικό ρητό του Αγίου Αυγουστίνου για το θέμα ας αρχίσουμε με τον Άγιο αυτόν (από τα αυθεντικά συγγράμματά του και όχι μέσα από το πρίσμα τρίτων). «Extra Ecclesiam catholicam totum potest praeter salutem» («εκτός της Καθολικής Εκκλησίας μπορεί κανείς να έχει τα πάντα εκτός από τη σωτηρία») διδάσκει και ο Άγιος Αυγουστίνος! Στο έργο του «SERMO AD CAESARIENSIS ECCLESIAE PLEBEM» γράφει: «Εκτός της Καθολικής Εκκλησίας μπορεί κανείς να έχει τα πάντα εκτός από τη σωτηρία. Μπορεί να έχει τιμή, μπορεί να έχει μυστήρια, μπορεί να ψάλλει «Αλληλούια», μπορεί να απαντήσει «Αμήν», μπορεί να κρατήσει το Ευαγγέλιο, μπορεί να πιστεύσει και να κηρύξει το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά πουθενά εκτός της Καθολικής Εκκλησίας δεν είναι σε θέση να βρει σωτηρία»[119]. Σε άλλο έργο του («AD CATHOLICOS EPISTOLA CONTRA DONATISTAS VULGO DE UNITATE ECCLESIAE LIBER UNUS») επισημαίνει: «Αυτή η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, όπως λέει ο Απόστολος «ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία» (Κολ. α΄, 24), από το οποίο είναι σαφές ότι αυτός που δεν είναι στα μέλη του Χριστού δεν είναι δυνατόν να έχει χριστιανική σωτηρία»[120]. Και παρακάτω: «Κανείς δεν φτάνει σε αυτήν τη σωτηρία και την αιώνια ζωή αν δεν έχει τον Χριστό ως κεφαλή του. Και κανείς δεν μπορεί να έχει τον Χριστό ως κεφαλή του, αν δεν είναι στο σώμα Του, που είναι η Εκκλησία»[121].
β) Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «μιᾷ δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ προσήκουσαν τὴν σωτηρίαν ταύτην ἐπιστάμεθα καὶ μηδένα τῆς καθολικῆς ἔξωθεν ἐκκλησίας καὶ πίστεως μετέχειν Χριστοῦ δυνάμενον μηδὲ σώζεσθαι»[122].
γ) Ο Άγιος Φουλγέντιος, επίσκοπος Ρούσπης (+533): «Όχι μόνο οι ειδωλολάτρες, αλλά και όλοι οι Εβραίοι, και όλοι οι αιρετικοί και σχισματικοί που βρίσκονται έξω από τα όρια της Καθολικής Εκκλησίας, θα καταλήξουν στο αιώνιο πυρ, «τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. κε΄, 41)»[123].
δ) Ο Άγιος Νεκτάριος: «Οἱ μὴ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡνωμένοι εἰσὶν ἐκτὸς τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ… Ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κιβωτοῦ ταῦτης τοῦ Νῶε, οὐδεμία ὑπάρχει σωτηρία. …Ἐκτὸς τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας οὐδεμία ὑπάρχει σωτηρία»[124].
ε) Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης: «Μόνο όσοι πιστεύουν στον Χριστό και την Εκκλησία που ιδρύθηκε από Αυτόν στη γη λαμβάνουν σωτηρία. Εκτός της ίδιας Εκκλησίας, στην οποία παραδίδεται η αληθινή διδασκαλία του Χριστού, τα σωτήρια διατάγματα και η καθοδήγηση των ποιμένων, δεν υπάρχει σωτηρία. …Η σωτηρία μας βρίσκεται στην Εκκλησία, όπως στην κιβωτό του Νώε, και πουθενά αλλού»[125].
στ) Ο Ιερομάρτυς Ιλαρίων Τρόιτσκι, μέγας εκκλησιολόγος: «Μόνο στὴν Ἐκκλησία μπορεῖς νὰ φθάσεις στὸ «μέτρο ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» καὶ ἐπομένως, μόνο στὴν Ἐκκλησία εἶναι δυνατὴ ἡ γνήσια πρόοδος, ἡ ἀληθινὴ σωτηρία!»[126].
Σφάλλει επομένως ο Σ. σε άλλο, σχετικό με το θέμα μας, κείμενό του γράφοντας πως «ἡ μὴ σωτηρία τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων ἀπετέλεσε διδασκαλία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὅμως καὶ τῆς Ὀρθόδοξης»[127]. Η δε αντίληψη των Οικουμενιστών είναι πραγματικά αυτή που δεν έχει αγιοπατερικό έρεισμα! Οι Οικουμενιστές βεβαίως διαφωνούν με την παραπάνω πατερική θεώρηση διότι απλούστατα έχουν διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει "Εκκλησία". Γι᾿ αυτό το λόγο ο Οικουμενισμός είναι πρωτίστως εκκλησιολογική αίρεση.
Πρέπει απαραιτήτως να τονιστεί και κάτι πολύ σημαντικό. Η ορθόδοξη διδασκαλία, περί σωτηρίας μόνο εν τη Εκκλησία, δεν παρατέθηκε για να αποτελέσει αφορμή για θριαμβολογία (όπως μας κατηγορούν), ούτε για να οδηγήσει σε περιφρόνηση ή φανατισμό κατά των αλλοδόξων/αλλοθρήσκων, αλλά για να μας θέσει μπροστά στην ευθύνη που έχουμε όλοι οι Ορθόδοξοι για Ιεραποστολή. Μια Ιεραποστολή που η Οικουμενιστική Νεοεκκλησιολογία πρόδωσε, εν ονόματι μίας ψευδούς αγάπης και ενός κούφιου σεβασμού, ονομάζοντάς την «προσηλυτισμό».
ii. Σχετικά με την ύπαρξη Θείας Χάριτος εκτός Εκκλησίας, αν ο Σ. κατηγορεί όσους δεν αποδέχονται την ύπαρξή της πως βάζουν φραγμό στην παντοδυναμία του Θεού, εύλογα κάποιος θα μπορούσε να αντιστρέψει την κατηγορία και να ισχυριστεί τα εξής: «το να θεωρεί κάποιος ὅτι ἐξω από την Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει χάρις Θεού, αυτὸ σημαίνει ότι επιχειρεί να αποδείξει μάταιο το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία». Για ποιο λόγο τότε να ενσαρκωθεί ο Χριστός; Υπήρχε άραγε δυνατότητα σωτηρίας προ Χριστού; Η απάντηση είναι αρνητική.
Επομένως Θεία Χάρις σώζουσα, δεν υπάρχει εκτός της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού. Υπάρχει όμως Θεία Χάρις που ωθεί «μυστικῶς τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας πρὸς μετάνοιαν καὶ ἐπιστροφὴν ἐν τῇ Ἀληθείᾳ καὶ Καθολικότητι τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας»[128]. Γι᾿ αυτό και ο Ιερομάρτυς Στάρετς Νίκων της Οπτίνα δίδασκε «ευκαιρία σωτηρίας δίνεται παντού από τον Θεό σε όλους»[129].
Ας μη προσπαθούμε λοιπόν να φανούμε πιο φιλάνθρωποι από τον Θεό και με ορθολογιστικούς υπολογισμούς του δήθεν ποσοστού των σεσωσμένων να καταλήγουμε σε αιρετικές θέσεις, όσο και αν αυτές ακούγονται αρεστές στην «φιλάνθρωπη» εποχή μας[130].
Η. Ο Σ. με το κεφάλαιο «Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ οἱ Ἑτερόδοξοι στὸ κείμενο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης» παρουσιάζει το Πατριαρχείο Μόσχας να συμφωνεί με την εκκλησιολογία της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης. Εδώ έχει απόλυτο δίκαιο! Κακώς πολλοί επικριτές της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να την αποδεχθούν βασιζόμενοι στην αποχή της Εκκλησίας της Ρωσίας από αυτήν. Το Πατριαρχείο Μόσχας είναι εξίσου οικουμενιστικό με τα άλλα, ίσως και περισσότερο. Αυτό πρέπει να τονιστεί, διότι πολλοί μας κατηγορούν ότι αντιστεκόμενοι στον οικουμενισμό του Φαναρίου υπηρετούμε τα πανσλαβιστικά σχέδια των Ρώσων. Εμείς οι Ορθόδοξοι απορρίπτουμε και τον εθνοφυλετισμό. Αποδεχόμαστε ως αδελφούς εν Χριστώ και κοινωνούμε μαζί τους, όσους πιστεύουν όλα όσα πιστεύει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Προτιμούμε λοιπόν να ορθοφρονούμε μετά των Ζουλού ή των Εσκιμώων, αν αυτοί είναι πραγματικά Ορθόδοξοι, παρά με τους Έλληνες οικουμενιστές. Οι δε Ρώσοι, του Πατριαρχείου Μόσχας, είναι οικουμενιστές και ως εκ τούτου απαράδεκτοι.
Στο δεύτερο μέρος του κεφαλαίου ο Σ. θίγει θέματα τα οποία απαντήθηκαν επαρκώς παραπάνω. Μόνο ένα ακόμη ζήτημα πρέπει να αναλυθεί λίγο περισσότερο: το ζήτημα των μυστηρίων των αιρετικών. Όπως έχει γίνει ήδη κατανοητό οι οικουμενιστές κάνουν διάκριση των εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας «χριστιανών» σε αιρετικούς και ετερόδοξους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν γνωρίζει τέτοια διάκριση. Τους εκτός Εκκλησίας «χριστιανούς» τους θεωρεί αιρετικούς. Η δε διάκριση που κάνει σε σχέση με τον τρόπο αποδοχής αυτών στους κόλπους Της, όταν εφαρμόζει την Οικονομία, δεν αποτελεί αναγνώριση σωστικών Μυστηρίων εκτός των ορίων Της.
Η Εκκλησία όμως κάνει μια άλλη σημαντική διάκριση των αιρετικών, την οποία ο Σ. δεν λαμβάνει υπόψιν με αποτέλεσμα να καταλήγει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Η Εκκλησία λοιπόν κάνει διάκριση μεταξύ αιρετικών «συνοδικῶς ἀνεξελέγκτων» και «μὴ ἐληλεγμένων συνοδικῶς»[131], ήτοι ακρίτων και κεκριμένων. Και ενώ των δεύτερων τα Μυστήρια θεωρεί απαράδεκτα, ως εκτός Εκκλησίας γενόμενα, των μεν πρώτων τα αποδέχεται ως τελούμενα ακόμη εξ ονόματος Της, αφού «τὴν ἁγιαστικὴν Χάριν καὶ τὸ κῦρος τῶν θείων Μυστηρίων δὲν παρέχει ὁ τελῶν ταῦτα ᾿Επίσκοπος ἢ ὁ ῾Ιερεύς, ὅστις εἶναι μόνον ἁπλοῦν μέσον καὶ ὄργανον μεταδοτικὸν τῆς Χάριτος, ἀλλ᾿ ἡ ὀρθόδοξος ἔννοια τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας τελοῦνται ταῦτα»[132]. Σφάλλει μεγάλως λοιπόν ο Σ. όταν, παραπέμποντας στην αποδοχή των Εικονομάχων από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, γράφει (σελ. 24) πως «γιὰ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἡ Ἐκκλησία ἔκανε διάκριση μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἀνεγνώριζε μυστήρια τελούμενα σὲ αὐτές, φθάνοντας μάλιστα ὄχι μόνο νὰ ἀναγνωρίζει τὸ βάπτισμα, ἀλλὰ καὶ τὸ Χρίσμα καὶ τὴν ἱερωσύνη, ὅταν ἐπρόκειτο μέλη τῶν αἱρέσεων αὐτῶν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία». Ουδέποτε η Εκκλησία αναγνώριζε Μυστήρια τελούμενα εκτός Αυτής, παρά μόνο όταν αυτά τελούνταν από ακρίτους αιρετικούς, οι οποίοι τυπικώς ανήκαν ακόμη σε Αυτήν, όπως τα Μυστήρια των Αρειανοφρόνων προ της καταδίκης τους από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (π.χ. χειροτονία του Αγίου Μελετίου Αντιοχείας), των Μονοφυσιτών προ της καταδίκης τους από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο (π.χ. χειροτονία Αγίου Ανατολίου Κωνσταντινουπόλεως), των Μονοθελητών προ της καταδίκης τους από την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο[133], των Εικονομάχων προ της καταδίκης τους από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Των δε κεκριμένων αιρετικών τα Μυστήρια δεν τα αναγνώριζε ούτε κατ᾿ Ακρίβεια, ούτε κατ᾿ Οικονομία. Ακόμη και η τυχόν μη επανάληψη του Μυστηρίου του Βαπτίσματος δεν σημαίνει αναγνώριση του εκτός Εκκλησίας τελουμένου μυστηρίου. Ο αείμνηστος Καθηγητής Θεολογίας Χρήστος Ανδρούτσος παρατηρεί σχετικώς: «Ἡ μὲν ἰδέα τῆς ἀναζωογονήσεως τῶν μυστηρίων ἐν τῇ ἐπιστροφῇ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν εἶνε ἀπαράδεκτος, διότι ὑποτίθησιν ὅτι ὑπάρχουσιν αἱρετικοὶ τελοῦντες ἐγκύρως τὰ μυστήρια, ὅπερ δὲν ἀποδέχεται ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀφ᾿ οὗ τοὺς αὐτοὺς αἱρετικοὺς ὁτὲ μὲν ἀναβαπτίζει ὁτὲ δὲ οὐχί, ἢ τοὺς αὐτοὺς ἄλλη σύνοδος δέχεται, ἄλλη δ᾿ οὐχί»[134]. Απλά, όταν κάνει χρήση της Οικονομίας, «ἡ Ἐκκλησία δύναται ἀσκοῦσα ἰσχυρῶς τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς (σ. ημ. ως ταμειούχος της Χάριτος) νὰ καταστήσει ἔγκυρον τὸ φύσει ἄκυρον»[135].
Ο Σ. αμέσως μετά γράφει πως «ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἐνεργοποιήσει τὰ μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ ληστῆ ποὺ μπῆκε στὸν Παράδεισο, χωρὶς νὰ ἔχει δεχθεῖ κανένα μυστήριο»! Αυτό όμως δεν είναι ορθό, διότι, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, ο Ληστής δεν εισήλθε στον Παράδεισο αβάπτιστος:
α) Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος γράφει: «Ο Ληστής έλαβε το ράντισμα της αφέσεως των αμαρτιών μέσω του μυστηρίου του ύδατος και του αίματος που ανέβλυσε από την πλευρά του Χριστού»[136].
β) Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ακόμη πιο αναλυτικά: «Πηγάζει γὰρ αἷμα καὶ ὕδωρ ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Χριστοῦ, ἵνα καὶ τὸ καθ ἡμῶν χειρόγραφον τῆς ἁμαρτίας ἀπαλείψῃ, καὶ τῷ αἵματι αὐτοῦ καθαρισθῶμεν, καὶ τὸν παράδεισον ἀπολάβωμεν. Ὢ μυστηρίου μεγάλου! μετενόησεν ὁ λῃστὴς, χρεία ἦν ὕδατος, ἵνα βαπτισθῇ· ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐκρέματο, οὐκ ἦν ἕτερος τόπος βαπτίσματος, οὐ πηγὴ, οὐ λίμνη, οὐκ ὄμβρος, οὐχ ὁ τὴν μυσταγωγίαν ἐκτελῶν· πάντες γὰρ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων ἔφυγον οἱ μαθηταί· ἀλλ οὐκ ἠπόρησεν ὁ Ἰησοῦς ναμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ σταυροῦ κρεμάμενος δημιουργὸς ὑδάτων γέγονεν. Ἐπειδὴ γὰρ οὐχ οἷόν τε ἦν εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τὸν λῃστὴν δίχα βαπτίσματος, ἐχρῆν δὲ τὸν μετανοήσαντα μὴ ἀμοιρῆσαι τοῦ βαπτίσματος, ὕδωρ καὶ αἷμα προήκατο τῆς νυγείσης αὐτοῦ πλευρᾶς ὁ Σωτὴρ, ἵνα καὶ τὸν λῃστὴν ἐλευθερώσῃ τῶν ἐπηρτημένων κακῶν, καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ λύτρον ἀποδείξῃ γενόμενον τῶν εἰς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας ἐχόντων»[137]. Και αλλού: «Ἐπηγγείλατο μὲν τὴν σωτηρίαν ὁ Σωτήρ· καιρὸς δὲ οὐκ ἦν, οὐδὲ ἐνεδίδοτο τῷ λῃστῇ πιστεῦσαι καὶ φωτισθῆναι· ὁ Σωτὴρ γὰρ ἀπεφήνατο· Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Οὐχ ηὕρισκεν εὐκαιρίαν ἢ παῤῥησίαν ὁ λῃστὴς, οὐκ εἶχε καιρὸν βαπτισθῆναι· ἐν τῷ σταυρῷ γὰρ ἐκρέματο. Εὑρίσκει τοιγαροῦν ὁ Σωτὴρ ἐν ἀπόροις πόρον. Ἐπειδὴ γὰρ ἐπίστευσε τῷ Σωτῆρι ὁ πεπαλαιωμένος ταῖς ἁμαρτίαις, καὶ ἔδει αὐτὸν καθαρισθῆναι, οἰκονομεῖ ὁ Χριστὸς μετὰ τὸ πάθος τὸν στρατιώτην νύξαι τῇ λόγχῃ τὴν πλευρὰν τοῦ Κυρίου, καὶ ἐκπηδᾷ αἷμα καὶ ὕδωρ· ἐκ γὰρ τῆς πλευρᾶς αὐτοῦ, φησὶν ὁ Εὐαγγελιστὴς, Ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ, ἐν ἀληθείᾳ τοῦ πεσόντος, εἰς τύπον τῶν μυστηρίων. Καὶ οὐκ ἐξῆλθε δὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ οὕτως ἁπλῶς ῥέον, ἀλλὰ ῥοίζῳ, ἵνα ῥαντίσῃ τὸ σῶμα τοῦ λῃστοῦ· τὸ γὰρ μετὰ ῥοίζου πεμπόμενον ῥαντίζει, τὸ δὲ ῥέον ἠρέμα ῥέει, καθὼς ἔρχεται. Ἀλλὰ μετὰ ῥοίζου ἐξῆλθεν τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ ἐκ τῆς πλευρᾶς, ἵνα ῥαντίσας τὸν λῃστὴν βαπτίσῃ, ὡς καὶ ὁ Ἀπόστολος λέγει· Προσεληλύθαμεν Σιὼν ὄρει καὶ αἵματι ῥαντισμοῦ κρεῖττον λαλοῦντι παρὰ τὸν Ἄβελ»[138].
γ) Ο Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ στο Συναξάριο για τα Θεοφάνεια αναφέρεται στον Ληστή «για τον οποίο το νερό που χύθηκε από την πλευρά του Χριστού έγινε το ύδωρ της βαπτίσεως»[139].
Οι προσωπικές απόψεις του Σ. περί της δυνατότητος αναγνωρίσεως Θείας Χάριτος των «μυστηρίων των ετεροδόξων» δεν θα σχολιαστούν περαιτέρω. Μόνο ας καταγραφεί μια απορία. Είναι δυνατόν, όταν υπάρχει, εκτός των καταδικασμένων αιρετικών φρονημάτων, όχι μόνο παραχάραξη των Μυστηρίων (στον Παπισμό), αλλά και ξεκάθαρη άρνηση αυτών (στον Προτεσταντισμό) εμείς να θέλουμε να αποδείξουμε με κάθε τρόπο ότι οι «ετερόδοξοι» έχουν έγκυρα και σωστικά Μυστήρια[140];




(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ


[111] Από την δική μου πλευρά δηλώνω την συμφωνία μου με τους - τιμωμένους υπό ημών των Ορθοδόξων ως άγιες μορφές - π. Ιουστίνο Πόποβιτς και αρχιεπίσκοπο Συρακουσών Αβέρκιο.
[112] Αναφέρεται στο εξής χωρίο: «Τίς ἐστιν ὁ ψεύστης εἰ μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός; Οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν» (Α΄ Ιω. β΄, 22).
[113] Μετάφραση ημέτερη. Από το έργο «Συζητήσεις μεταξύ ενός αβέβαιου και ενός πιστού σχετικά με την αληθινή πίστη της Ανατολικής Ελληνορωσικής Εκκλησίας», Πετρούπολη, 1815 (πρωτότυπος τίτλος του έργου: «Разговоры между испытующим и уверенным о православии восточной греко-российской церкви»).
[114] Αθανασίου Χρυσοβέργη, Οι θεολογικές κατευθύνσεις του Πατριάρχη Καλλινίκου Γ΄, Θεσσαλονίκη, 1998, σελ. 112.
[115] Είναι τραγικό το γεγονός της αντιγραφής της επιχειρηματολογίας των προτεσταντών οικουμενιστών από τους εξ ορθοδόξων οικουμενιστές…
[116] The unity of the church, Montreal, 1975, p. 24 (μετάφραση ημέτερη).
[117] Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος, Επιστολή 72 (LXII).
[118] Η αποκλειστικότητα της Εκκλησίας για την σωτηρία φανερώνεται στην Γραφή και από τα εξής: α) Από το γεγονός πως μόνο όσοι ήταν στην Κιβωτό - που συμβολίζει την Εκκλησία κατά τους Πατέρες - σώθηκαν, β) Από το γεγονός πως τα πρωτότοκα μόνο όσων ράντισαν με αίμα τις πόρτες τους σώθηκαν και γ) Από το γεγονός πως μόνο όσοι παρέμειναν εντός της οικίας της Ραάβ σώθηκαν.
[119] P.L. 43, 695 (μετάφραση ημέτερη). Στα αποσπάσματα του Ιερού Αυγουστίνου παρατίθεται και το πρωτότυπο κείμενο για την άρση κάθε αμφιβολίας ως προς τις θέσεις του Αγίου: «Extra Ecclesiam catholicam totum potest praeter salutem. Potest habere honorem, potest habere Sacramenta, potest cantare Alleluia, potest respondere Amen, potest Evangelium tenere, potest in nomine Patris et Filii et Spiritus sancti fidem habere et praedicare: sed nusquam nisi in Ecclesia catholica salutem poterit invenire».
[120] P.L. 43, 392 (μετάφραση ημέτερη). Το πρωτότυπο κείμενο: «Haec autem Ecclesia corpus Christi est, sicut dicit Apostolus: Pro corpore eius, quae est Ecclesia (Coloss. 1, 24.). Unde utique manifestum est eum, qui non est in membris Christi, christianam salutem habere non posse».
[121] P.L. 43, 429 (μετάφραση ημέτερη). Το πρωτότυπο κείμενο: «Ad ipsam vero salutem ac vitam aeternam nemo pervenit nisi qui habet caput Christum. Habere autem caput Christum nemo poterit nisi qui in eius corpore fuerit, quod est Ecclesia».
[122] P.G. 59, 725.
[123] M. J. Rouët de Journel, Enchiridion patristicum, Friburgi Brisgoviae, 1922, p. 712 (μετάφραση ημέτερη).
[124] Αγίου Νεκταρίου, Μελέται δύο Α΄ Περί της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας…, εκδ. Παναγόπουλος, Αθήνα, 1987, σελ. 17, 31-32.
[125] Από το βιβλίο «Живой колос» (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Ioann_Kronsh ... oj-kolos/).
[126] Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόιτσκι, μετάφρ. π. Ιω. Φωτόπουλος, εκδ. Άθως, Αθήνα, 2012, σελ. 142.
[127] Αβύδου Κύριλλος: «Εμπιστεύομαι την Εκκλησία» (http://www.romfea.gr/katigories/10-apop ... -ekklisia).
[128] Μητροπολίτου Ωρωπού & Φυλής Κυπριανού, Η «βαπτισματικὴ θεολογία» των Οικουμενιστών…, περιοδικό Ορθόδοξος Ένστασις και Μαρτυρία, αρ. 26-29/Ιανουάριος-Δεκέμβριος 1992, σελ. 37 (http://www.hsir.org/Τheology_el/3f2005 ... eol-1.pdf).
[129] Στο αξιόλογο κείμενο του π. Γεωργίου Μαξίμοφ «Εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία» (Георгий Максимов, Вне Церкви нет спасения:
[130] Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα γράφει διαφωτιστικά για το πώς εμφανίστηκαν αυτές οι θέσεις στην χώρα του και στην εποχή του: «Μια άλλη ερώτηση: αν, όπως ειπώθηκε, εκτός από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, που ονομάζεται Ορθόδοξη Εκκλησία, η σωτηρία άλλων θρησκειών είναι τόσο αμφίβολη, γιατί αυτή η αλήθεια δεν κηρύσσεται δημοσίως στη Ρωσία; Η απάντηση είναι πολύ απλή και ξεκάθαρη. Στη Ρωσία υπάρχει ανεξιθρησκεία και οι εθνικοί καταλαμβάνουν σημαντικές θέσεις στη χώρα μας σε ισότιμη βάση με τους Ορθόδοξους: οι αρχηγοί των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι ως επί το πλείστον ετερόδοξοι. Οι κυβερνήτες των επαρχιών και των περιφερειακών πόλεων είναι σε πολλές περιπτώσεις άπιστοι, οι δε συνταγματάρχες και οι διοικητές ταγμάτων είναι συχνά ετερόδοξοι. Όπου ο κληρικός ανοιχτά κηρύττει ότι δεν υπάρχει σωτηρία έξω από την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο κάθε αλλόδοξος θα προσβληθεί. Εξ αίτιας αυτής της καταστάσεως, ο ρωσικός ορθόδοξος κλήρος έχει αρχίσει να μιλάει για το θέμα αυτό αόριστα. Ή ίσως μερικοί, από το μόνιμο συγχρωτισμό με τους αλλόπιστους, και ακόμη περισσότερο από την ανάγνωση των γραφών τους, άρχισαν να σκέφτονται πιο επιεικώς για την ελπίδα της σωτηρίας και άλλων θρησκειών» (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Amvrosij_Opt ... -tserkvi/).
[131] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, ό.π., σελ. 63.
[132] Αγίου πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου, Διασάφησις Ποιμαντορικής Εγκυκλίου, Αθήνα, 18-1-1945 (http://www.hsir.org/Theology_el/3f2004fpFlorinis-6.pdf)
[133] Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες στην Σύνοδο Πατέρες ήταν χειροτονία αυτών που αναθεμάτισαν!
[134] Χρήστου Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδ. Αστήρ, δ΄ έκδ. Αθήνα, 1956, σελ. 308.
[135] Αυτόθι.
[136] Σχόλια στο Διά Τεσσάρων (μετάφραση ημέτερη, https://azbyka.ru/otechnik/Efrem_Sirin/ ... ngelie/20).
[137] P.G. 50, 822-823.
[138] P.G. 59, 552-553.
[139] Μετάφραση ημέτερη (https://azbyka.ru/otechnik/Dmitrij_Rost ... jatykh/21).
[140] Και, εν πάση περιπτώσει, εάν οι «ετερόδοξοι» χαριτώνονται και σώζονται με διαφορετικά δόγματα, με λίγη ή καθόλου νηστεία, με λίγη και διαφορετική από εμάς προσευχή, χωρίς εξομολόγηση, χωρίς γνήσια ταπείνωση (η οποία δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί από αιρετικούς, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος - λόγος περί ταπεινοφροσύνης, παράγραφος 31), και εν γένει με λίγη ή καθόλου άσκηση και λίγα, παραποιημένα ή καθόλου μυστήρια, εμείς οι Ορθόδοξοι γιατί να «βιάζουμε εαυτούς» (δηλαδή, να «ζοριζόμαστε») προκειμένου να τηρούμε την δογματική και ηθική ακρίβεια της Πίστεώς μας, και γιατί να μελετούμε την Αγία Γραφή και τους Αγίους Πατέρες που μας ζητούν-προτρέπουν-προστάσσουν να «ζοριζόμαστε» προκειμένου να τηρούμε αυτήν την ακρίβεια; Γιατί να μην ακούμε τον Διάβολο (και συν αυτώ τους οικουμενιστές) που «κηρύττει»: «χαλαρώστε· σας θέλω χλιαρούς… για να σας εμέσει ο Χριστός»;
Ν.Μ.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 4 Δημοσιεύσεις ] 

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  
cron
Powered by phpBB® Forum Software © phpBB Group

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com