Αρχική

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]




Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 33 Δημοσιεύσεις ]  Μετάβαση στην σελίδα Προηγούμενη  1, 2, 3, 4  Επόμενο
Συγγραφέας Μήνυμα
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τετ 21 Ιαν 2015, 21:28 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157
Το όραμα του Αγίου Αντωνίου για την πορεία της ψυχής


Από το βίο του Αγίου Αντωνίου

Κάποια μέρα, στις τρεις το απόγευμα, ο άγιος Αντώνιος ετοιμαζόταν να φάει. Καθώς σηκώθηκε να προσευχηθεί, ένιωσε τον εαυτό του ν' αρπάζεται νοερά.
και το περίεργο είναι ότι, ενώ στεκόταν, έβλεπε την ψυχή του σαν να έχει βγει από το σώμα και να οδηγείται από κάποιους στον αέρα.


Έπειτα έβλεπε άλλους, φοβερούς και μοχθηρούς, να στέκονται στον αέρα και να θέλουν να εμποδίσουν τη διάβασή του. εκείνοι όμως πού τον οδηγούσαν αντιδικούσαν μ' αυτούς πού ζητούσαν λόγο, μήπως ήταν υπεύθυνη απέναντί τους για κάτι. και ενώ ήθελαν να κάνουν έλεγχο της ζωής του από τον καιρό πού γεννήθηκε, οι οδηγοί του αγίου Αντώνιου τους εμπόδιζαν, λέγοντας: ο Κύριος του έσβησε όλες τις αμαρτίες από τη γέννησή του.

Μπορείτε να λογαριάσετε μόνο όσα έπραξε αφότου έγινε μοναχός και αφιερώθηκε στό Θεό.

Τότε, επειδή τον κατηγορούσαν χωρίς να μπορούν ν' αποδείξουν τις κατηγορίες, ο δρόμος του έγινε ελεύθερος και ανεμπόδιστος. και αμέσως είδε την ψυχή του να επιστρέφει, κι ένιωσε να συνέρχεται και να γίνεται πάλι ο Αντώνιος, όπως ήταν πρώτα,

Ξέχασε τότε να φάει και πέρασε την υπόλοιπη μέρα κι όλη τη νύχτα με στεναγμούς και προσευχές. Έμενε εκστατικός, καθώς αναλογιζόταν με πόσους έχουμε να παλέψουμε και με τι κόπους πρέπει κανείς να περάσει την εναέρια διάβαση (ώσπου να φτάσει στον ουρανό). και σκεφτόταν ότι αυτό εννοούσε ο απόστολος Παύλος όταν έλεγε, «κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος» (Έφ. 2:2). Γιατί η εξουσία του εχθρού αυτή είναι να πολεμάει και να προσπαθεί να εμποδίσει όσους περνούν από τον εναέριο αυτό δρόμο. Συμβούλευε λοιπόν συνεχώς: "Φορέστε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε ν' αντισταθείτε την πονηρή μέρα, ώστε να καταντροπιαστεί ο εχθρός, αφού δεν θα έχει να πει κανένα κακό εναντίον μας" (Έφ. 6:13. τι τ. 2:8).

Κάποτε άλλοτε, συζήτησε με μερικούς επισκέπτες για την πορεία της ψυχής και για τον τόπο πού της έχει ετοιμαστεί μετά τη ζωή αυτή.

Την ίδια νύχτα κάποιος τον προσκάλεσε από ψηλά και του είπε:

- Σήκω, . Α Αντώνιε. Βγές έξω και δες.

Σαν βγήκε λοιπόν έξω - γιατί γνώριζε σε ποίους πρέπει να υπακούει - και σήκωσε το βλέμμα του, είδε κάποιον ψηλό, απαίσιο και φοβερό, να στέκεται όρθιος και να φτάνει μέχρι τα σύννεφα. και καθώς κάποιοι ανέβαιναν, λες και είχαν φτερά, εκείνος άπλωνε τα χέρια του και τους εμπόδιζε να περάσουν. Μερικοί όμως με το πέταγμά τους τον ξεπερνούσαν και ανέβαιναν ανενόχλητοι.

Γι' αυτούς λοιπόν έτριζε τα δόντια του εκείνος ο ψηλός, ενώ χαιρόταν για όσους γκρεμίζονταν και αμέσως ακούστηκε μία φωνή να λέει στον Αντώνιο:

- Προσπάθησε να καταλάβεις αυτό πού βλέπεις.

Φωτίστηκε τότε ο νους του και κατάλαβε ότι το δράμα ήταν το πέρασμα των ψυχών στον ουρανό και ότι ο ψηλός εκείνος πού στεκόταν ήταν ο διάολος, πού φθονεί τούς πιστούς. Αυτός κρατούσε και εμπόδιζε να περάσουν όσους ήταν δούλοι του, ενώ όσους δεν τον ακολούθησαν σ' αυτή τη ζωή δεν μπορούσε να τούς πιάσει, γιατί περνούσαν ψηλότερα απ' αυτόν.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Δευτ 26 Ιαν 2015, 21:50 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Δευτ 10 Αύγ 2015, 22:39 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τρί 01 Σεπ 2015, 22:54 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157
Διάλογος του Μεγάλου Αντωνίου μετά του Δαίμονος

Όταν ο Μέγας Αντώνιος ησκήτευεν εις την έρημον, να και έρχεται ο Δαίμων τα μεσάνυκτα, και του εκτύπησε την πόρτα διά να του ανοίξη. Εσηκώθη λοιπόν ο Μέγας Αντώνιος, και αφού άνοιξε την πόρτα του, βλέπει έξαφνα άνθρωπον αλλόκοτον και έστεκεν έξω.

Λέγει του ο Άγιος "Ποίος είσαι οπού μου κτυπάς τα μεσάνυκτα την πόρταν, και τι θέλεις";

Λέγει του ο μιαρός Δαίμων "Εγώ είμαι ο Δαίμων".

Καί λέγει προς αυτόν ο Άγιος "Πως ήλθες, παγκάκιστε εδώ";

Καί λέγει προς αυτόν ο Δαίμων "Ήλθα να σού ειπώ πως μάχονται οι καλόγηροι και λοιποί Χριστιανοί, υβριζόμενοι κατά πάσαν ώραν, και πως τους κοσμικούς γυρίζω εύκολα εις το θέλημά μου".

Λέγει του ο Άγιος "Παγκάκιστε, διατί κάμνεις αυτό";

Λέγει του ο Δαίμων "Εγώ φθονώ τους καλογήρους, διότι ο αυθέντης μου ο Εωσφόρος έχει πολύν φθόνον εις αυτούς, επειδή μέλλει ο Θεός ν΄αποκαταστήση το Τάγμα των Αγγέλων οπού εξέπεσεν από ημάς, και να κάμη Αγγέλους από τους καλούς Ιερείς και τους ταπεινούς Μοναχούς, και διά τούτο έχομεν τόσον φθόνον εις αυτούς".

Λέγει του ο Άγιος "Επειδή ήλθες εδώ, ω Δαίμων, ορκίζω σε εις τον Θεόν του παντός τον κτίσαντα τα πάντα, να σταθής αυτού έως ου να ομολογήσης όλα όσα πράττεις".

Λέγει του ο Δαίμων "Διατί με έδεσες Αντώνιε, εγώ ήλθα να σού πω το καύχημά μου μόνον το πως μάχονται οι μοναχοί και λοιποί χριστιανοί, και συ με έδεσες";

Λέγει ο Άγιος "Είπέ μοι τα έργα των Δαιμόνων, τι κάμνωσιν εις τους Μοναχούς και λοιπούς χριστιανούς".

Λέγει του ο Δαίμων "Άκουσον Αντώνιε ημείς είμεθα πρώτα άγγελοι και ο Εωσφόρος, ο πρώτος μας, από την υπερηφάνειαν εξέπεσε, διότι ηθέλησε να στήση τον θρόνον του επάνωθεν του Θεού, συλλογιζόμενος δις τον εαυτόν του να γίνη όμοιος με τον Θεόν. «Καί έσομαι ομοίως τω Υψίστω». Καί μόλις το εσυλλογίσθη, παρευθύς έπεσε κάτω εις τα καταχθόνια του άδου, ακολουθούντες αυτόν και ημείς, και εξ αιτίας τούτου, από άγγελοι εγείναμεν δαίμονες, και διά τούτο έχομεν τον φθόνον εις τους μοναχούς και τους ορθοδόξους χριστιανούς, και τους πειράζομεν. Αλλά άλλο δεν μας θανατώνει περισσότερον από την προσευχήν, την νηστείαν και την ταπείνωσιν οπού κάμνουν οι μοναχοί και λοιποί ορθόδοξοι χριστιανοί- διά τούτο και ημείς πασχίζομεν κατά πολλά διά να τους κάμωμεν ούτε να προσεύχωνται ούτε να νηστεύωσιν, αλλά να αμελώσι και να υπερηφανεύωνται, και άλλοι να λέγωσιν ότι είναι εύμορφοι, ενώ είναι άσχημοι, και άλλοι ότι είναι προκομμένοι και δεν γνωρίζουν ούτε τα άλφα, και βάνωμεν πολλήν έχθραν ανάμεσον του ενός και του άλλου διά να μαλώνουν, και εξ΄αιτίας τούτου πηγαίνωμεν από τόπον εις τόπον, και άλλους κάμνωμεν να αρνώνται τον Χριστόν, και άλλους να αφίνουν την μοναχικήν ζωήν και να γίνωνται κοσμικοί, και μ΄αυτόν τον τρόπον τους πέρνομεν μαζύ εις την αιώνιον κόλασιν. Αλλ' άκουσε και τούτο, Άγιε του Θεού. Ότι άλλο δεν μας πειράζει ούτε η προσευχή, ούτε η νηστεία, όσον η ταπείνωσις. Καί αυτήν την βλέπομεν εις πολλούς μοναχούς και εις ολίγους κοσμικούς, αλλά αυτούς τόσον πολύ σπουδάζωμεν να τους σείρωμεν εις τον εαυτόν μας, όσον το σκουλίκι οπού βόσκει εις τι δένδρον και πασχίζει να το ξηράνη και να το καταντήση άχρηστον εις το να κάμη καρπόν ώστε να βαλθή εις την φωτιάν. Τέτοιας λογής λοιπόν πασχίζομεν και ημείς ώστε να ξηράνωμεν την καρδία αυτών οπού πράττουσι τα έργα του Θεού. Ύστερον να τους ρίξωμεν εις την αιώνιον κόλασιν.

Λέγει του ο Άγιος "Αμή τους κοσμικούς διατί τους πειράζετε";

Λέγει του ο Δαίμων - επειδή και ο Χριστός διά τον Αδάμ έρριψε τον πρώτον μας, και έχομεν πολύν φθόνον εις αυτούς, βλέπεις δε και ετούτα τα μαχαίρια οπού έχω εις την ζώσίν μου. Όλα δι' αυτούς τα έχω, και όταν μεθύσωσιν από το κρασί τους βάνω εις μάχην πολλήν και από λόγον εις λόγον πιάνονται, και εγώ αναμαζώνω τους και σφάζονται, και όχι εγώ μοναχός μου, αλλά και οι λοιποί μου αδελφοί.

Λέγει του ο Άγιος "Καί που είναι οι αδελφοί σου";

Λέγει του ο Δαίμων "Εις κάποιον τόπον γίνεται πανήγυρις και πηγαίνουν εκεί διά να κάμουν σκάνδαλα".

Λέγει του ο Άγιος "Καί πως λέγουν τα ονόματά των";

Λέγει του ο Δαίμων "Τον ένα τον λέγουν Κενόδοξον, ήγουν της κενοδοξίας, και τον άλλον Θυμώδη, επειδή θυμώνει τους ανθρώπους και δέρνονται, κάμνοντας και αλλά πολλότατα κακά, δηλαδή να πηγαίνωσιν εις τα κριτήρια, να εξοδεύωσι τον βίον τους, έχοντες και ημείς από αυτούς πολύ διάφορον τουτέστι μερδικόν, μόνον εκείνους έχομεν εχθρούς οπού δεν αφίνουν τους άλλους να πηγαίνουν εις τους Κριτάς, διά τούτο και ημείς εκείνους οπού δεν κάμνουν το θέλημα μας πολλά τους πολεμούμεν, αλλά δεν κάμνωμεν τίποτε, και όταν υπάγωμεν εις τον πρώτον μας πολύ μας μαλώνει και υβρίζει. Διά τούτο παρακαλώ σε, να με αφήσης να υπάγω, ότι πολύν καιρόν έκαμα εδώ, και άργησα, και πλέον μη με ερωτάς, διότι πολύ θέλει με παιδεύσει ο αυθέντης μου.

Λέγει του ο Άγιος, τόσους χρόνους έχετε, παγκάκιστοι εχθροί, οπού πειράζετε τον κόσμον και ακόμη δεν εχορτάσατε; Αμή πάλιν ορκίζω σε, εις τον Παντοδύναμον Θεόν να μου ειπής την αλήθειαν εις ο,τι σε ερωτήσω.

Τότε λέγει του ο Δαίμων: "Αντώνιε, διατί με έδεσες περισσότερον, οπού εγώ βιάζομαι; πηγαίνω διατί πολύν καιρόν άργησα εδώ οπού έως τώρα ήθελα γυρίσει εις το θέλημά μου πολλούς ανθρώπους, αλλά συ δεν με αφίνεις, και όταν υπάγω με μαλώνει ο αυθέντης μου, ερώτα με λοιπόν ογρήγορα, διότι όλοι μου οι αδελφοί υπάγουν με κανίσκια εις τον αυθέντην μας τον πρώτον, και δεν έχω με τι να υπάγω κ΄εγώ, επειδή με κατέστησες άμοιρον της χάριτός μου, και με μαλώνουν οι αδελφοί μου οπού πηγαίνουν εις τα πανηγύρια.

Λέγει του ο Άγιος "Ποίον είναι το μεγαλήτερον σκάνδαλον οπού δίδετε εσείς οι δαίμονες εις τους ανθρώπους;"

Λέγει του ο Δαίμων "Κενοδοξίαν και εις τούτο εγώ πιάνω και τους δαιμονίζω, διά να πιασθούν ένας με τον άλλον, έπειτα φθάνει και ο θυμώδης ο μεγαλύτερός μου αδελφός και τους δίδει διπλήν την κενοδοξίαν και τότε πιάνωμεν και τους ανακατώνομεν πολλά, και ούτω κάμνουν το θέλημα μας και τότε υπάγωμεν εις τον αυθέντην μας, και αυτός πολύ μας χαίρεται, και μας αξιώνει εις μεγαλητέραν τιμήν".

Λέγει του ο Άγιος "Αμή πως δεν φοβείσθε τον Θεόν, αλλά τολμάτε και κάμνετε σκάνδαλα εις τους χριστιανούς;"

Λέγει του ο Δαίμων: "Αντώνιε, ημείς έχομεν από τον Θεόν θέλημα, και ο,τι θελήσωμεν κάμνωμεν, αφινοντάς μας και οι Άγγελοί του να πράξωμεν ο,τι θέλωμεν και η παραχώρησις αύτη δίδεται εις ημάς, διά να δοκιμάζωνται οι πιστοί από τους απίστους• διατί όσοι έχουν πίστιν σταθεράν δεν κάμνουν τα θελήματα μας, διά τούτο πηγαίνουμεν και εις τα τραπέζια οπού έχουν παιγνίδια, και κανένας δεν μας εμποδίζει, και χαιρόμεθα και ημείς μαζύ με αυτούς, και γίνονται ιδικοί μας υπηρέται, και αφίνοντες τον Θεόν λατρεύουν ημάς αγκαλά και πολλαίς φοραίς μας υβρίζουν, αλλ´ όταν πίνουν το κρασί με τα παιγνίδια, πάλιν κάμνουν το θέλημα μας".

Λέγει του ο Άγιος ορκίζω σε εις τον Θεόν να με ειπής και τούτο "Δηλ. την Κυριακήν τι κάμνετε εις τους χριστιανούς;"

Λέγει του ο Δαίμων "Ημείς καθόλου δεν αναπαυόμεθα όλον τον καιρόν, ούτε παύομεν τα σκάνδαλα, μόνον εις αυτά ευρισκόμεθα παντοτεινά, και την Κυριακήν κάμνομεν πολλά εις τους χριστιανούς και άλλους κάμνομεν να ράπτουν, άλλους να πραγματεύωνται, άλλους να γελούν, άλλους να τραγωδώσι, και εις τας γυναίκας, άλλας να τις κάμνωμεν να κεντώσιν, άλλας να πραγματεύονται την Κυριακήν, κάμνομεν τους άνδρας και τας γυναίκας να πολυκοιμώνται και να μη πηγαίνουν εις την εκκλησίαν, τους δίδομεν πόνον εις την κεφαλήν η εις άλλο μέρος του κορμίου, διά να ευρίσκουν πρότασιν, να λέγωσι πως δεν ημπορούν να υπάγουν εις την εκκλησίαν, και τον χειμώνα τους δίδομεν ζέσταν, και το καλοκαίριον γλυκύτητα εις τον ύπνον και βάρος εις την κεφαλήν διά να μη σηκωθούν να υπάγουν εις την εκκλησίαν, και ούτω κάμνουν και αυτοί τα θέλημα μας. Εκείνοι όμως οπού γυρίζουν εις θεογνωσίαν, φεύγωμεν απ΄αυτούς και πηγαίνομεν εις εκείνους οπού κάμνουν το θέλημα μας, να έχουν και να κρατούν τον βίον τους σιμά των ως να δουλεύουν τας Κυριακάς και τας εορτάς να μην τιμούν. Εκείνοι όμως οπού τιμούν τους αγίους, παρακαλούν και οι Άγιοι δι αυτούς τον Θεόν, και συγχωρούνται αι αμαρτίαι των, και ξαναφεύγουν από ημάς, και ημείς θρηνούμεν πως τους εχάσαμεν, διατί δεν κάμνουν πλέον το θέλημα μας, και διά τούτο ο πρώτος μας, πολλά συγχίζεται και θλίβεται δι' αυτούς, τότε δε κάμνει σύναξιν μεγάλην εις όλους τους Δαίμονας και πολλά πολλά τους μαλώνει και τους υβρίζει, πως δεν ημπόρεσαν να κάμουν σκάνδαλα εις τους χριστιανούς, τους εορτάζοντας τας Κυριακάς, διά τούτο μαλώνει ημάς και τότε πηγαίνομεν και ημείς και τους ανακατώνομεν και ούτω κάμνουν πάλιν το θέλημα μας, και επιστρέφομεν εις τον αυθέντην μας, και μας χαίρεται κατά πολλάς, και μας αξιόνει εις περισσοτέραν τιμήν, και πάλιν στέλλει καθ' έναν από ημάς εις διαφόρους υπηρεσίας, δηλαδή άλλους εις την θάλασσαν να παρακινούν τους ναύτας να πνίγουν τους επιβάτας διά να πάρουν τον βίον τους αν έχουν, άλλους εις τα ποτάμια, και πάλιν στέλλει τον έξαρχον με εκατόν πεντήκοντα Δαίμονας να ταράσσουν την θάλασσαν διά να κινδυνεύουν τα καράβια, και να αγανακτούν οι ναύται και να υβρίζουν την πίστιν τους, και να λέγουν πολλάς άλλας βλασφημίας, άλλους διά να φονεύουν τους ανθρώπους, και άλλους εις τα παιγνίδια διά να κάμουν σκάνδαλα να μαλώνουν και να υβρίζωνται ένας τον άλλον άνθρωπον, οι οποίοι από ολίγον εις ολίγον πιάνονται και δέρνονται και έτζι κάμνουν το θέλημα μας, δίδοντες εις αυτούς πολύν θυμόν διά να χάνουν τον μισθόν τους από τον Άγιον οπού εορτάζουν, και άλλοι πάλιν δαίμονες εισχωρούν εις ανδρόγυνα και κάμνουν πολλήν μάχην, και άλλοι εις εκείνους οπού έχουν περισσόν βίον, διά να σκληρύνουν, τας καρδίας των και να μη λυπώνται τους πτωχούς διόλου, αλλά μόνον να παίρνουν των πτωχών το αμπέλι, η το χωράφι, και διά τούτο σπουδάζομεν πολύ να μη λυπώνται οι πλούσιοι τους πτωχούς".

Τότε λέγει του ο Άγιος "Ορκίζω σε εις τον Θεόν του ουρανού και της γης, να μου ειπής και τούτο τι έχετε εσείς οι δαίμονες με τους πτωχούς;"

Λέγει του ο Δαίμων "Ημείς από τους πτωχούς διάφορον δεν έχομεν, παρά από εκείνους οπού κλέπτουν, επειδή και αυτοί είναι ιδικοί μας δούλοι αλλά από εκείνους οπού φυλάττουν την πίστιν τους διάφορον δεν έχομεν."

Λέγει του ο Άγιος "Αμή εκείνους οπού δίδουν τα αργύρια τους με το διάφορον πως τους έχετε;"

Λέγει του ο Δαίμων "Αυτοί είναι ιδικοί μας φίλοι."

Λέγει του ο Άγιος "Αμή εκείνους οπού μαντεύουν πως τους έχετε;"

Λέγει του ο Δαίμων "Αυτοί είναι ωσάν μανάδες μας, επειδή πλανούν τον κόσμον, και έρχεται προς ημάς και έχομεν πολύ διάφορον από αυτούς, διατί αφίνουν τον Θεόν, και κάμνουσι το ιδικόν μας θέλημα, επειδή κάμνουν τον εαυτόν τους διά Θεόν και προσκαλούν ημάς διά να δώσωμεν εις τον άρρωστον την υγείαν του, και τότε ο μαντατοφόρος Δαίμων στέλλει δώδεκα υπηρέτας να κάμουν φαντασίαν, πως από την μαντείαν εσηκώθη ο άρρωστος, και ευθύς, ο μαντατοφόρος Δαίμων γράφει εις το κατάστιχον του εκείνους οπού κάμνουν την αμαρτίαν και το θέλημα του, διά τούτο και ο αυθέντης μας πολλά τους χαίρεται, και τους αξιόνει εις μεγαλητέραν τιμήν.

Λέγει του ο Άγιος "Εκείνους οπού δεν τιμούν την αγίαν Κυριακήν πως τους έχετε;"

Λέγει του ο Δαίμων "Ωσάν οι γονείς τα παιδία των - διατί ημέραν Κυριακήν μας άρπαξεν ο Χριστός όσους είχαμεν εις την κόλασιν."

Λέγει του ο Άγιος "Διατί εβάλλατε τους Εβραίους και τον εσταύρωσαν;"

Λέγει του ο Δαίμων "Δεν το ηξεύραμεν ότι ήτον ο Θεός, αμή ενομίζαμεν αυτόν διά Προφήτην και ηπατήθημεν. Διότι τας βουλάς του Θεού κανείς δεν τας ηξεύρει. Λοιπόν παρακαλώσε Αντώνιε, άφησέ με να υπάγω, διότι πολύ άργησα, και πλέον με τους αδελφούς μου δεν θα έχω ανάπαυσιν."

Λέγει του ο Άγιος, "Ζη Κύριος ο Θεός μου, δεν σε αφίνω αν δεν μου ειπής ακόμη τας πανουργίας των δαιμόνων."

Καί αποκριθείς ο Δαίμων λέγει προς τον Άγιον "Πολύ κακόν έκαμες εις εμέ, Αντώνιε, και με αργοπορείς κάθοντάς με εδώ αδιαφόρευτον. Καί κατά πολλά ζημιώνομαι, χάνοντας και την υπόληψίν μου από τον αυθέντην μου."

Λέγει του ο Άγιος είπέ μοι και τούτο "Αυτούς οπού δεν αγαπούν ένας τον άλλον, πως τους έχετε";

Λέγει ο Δαίμων "Εδικοί μας κουμπάροι είναι, διότι και ημείς αγάπην αναμεταξύ μας δεν έχομεν, και εκεί οπού ευρίσκεται η αγάπη δεν ημπορούμεν να εμβώμεν εις αυτούς διά να ενεργήσωμεν όλα εκείνα οπού θέλομεν και αρέσουν του αυθεντός μας, διότι ο Θεός δεν επιθυμεί περισσότερον άλλο από τους ανθρώπους, ειμή την αγάπην, διά τούτο και εκείνοι οπού έχουν την αγάπην προς τους γειτόνους των, στεκόμεθα μακράν από αυτούς.

Λέγει του ο Άγιος "Αμή αυτούς οπού δίδουν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς πως τους έχετε";

Λέγει του ο Δαίμων "Πολλαίς μαχαιριαίς εμπήγουν εις την καρδίαν μας όλοι εκείνοι οπού λυπούνται τους πτωχούς, διότι ευσπλαγχνίζεται και αυτούς ο Θεός, και άμα δώσουν την ελεημοσύνην εις τους πτωχούς σβύνονται από το κατάστιχον των γραμμάτων μας αι αμαρτίαι των, και ημείς χάνομεν τον κόπον μας, και δεν έχομεν από αυτούς ποσώς διάφορον."

Λέγει του ο Άγιος "Αμή εκείνους οπού κρατούν το δίκαιον των πτωχών, πως τους έχετε;"

Λέγει του ο Δαίμων "Αυτοί είνε τραπεζίται εδικοί μας, επειδή αυτοί από το ένα μέρος πέρνουν το δίκαιον των πτωχών, και από το άλλο το αρπάζομεν ημείς, και διά τούτο ποτέ τους δεν χορταίνουν, και εις αυτό χαιρόμεθα πολύ• αλλά δεν ήξευρα πως έχεις να με κρατήσης εδώ τόσον καιρόν, αλλά ήθελα να φύγω μακράν από εσένα ώσπερ δαίμων".

Λέγει του ο Άγιος "Καί εγώ θαυμάζω πως εσείς οι δαίμονες κάμνετε τόσον κακόν εις τον κόσμον"

Λέγει του ο Δαίμων "Διά τούτο μας εκαταράσθη ο Θεός, διά να μην έχωμεν κανένα καλόν, αλλά από την καλωσύνην ν΄απέχωμεν πάντοτε και διά τούτο εργαζόμεθα κάθε λογής κακόν εις τον κόσμον, ως και εις τους βασιλείς, και εις τους πατριάρχας, και εις τους μητροπολίτας και εις τους ιερείς και μοναχούς και οσίους και εις τους πτωχούς και πλουσίους, και εις όλους δίδομεν σχεδόν την φιλαργυρίαν, την μάχην, την ζηλίαν, τον φθόνον και όλα τα επίλοιπα κακά, και ως εκ τούτου γίνονται φίλοι μας. Καί τι να σε ειπώ, Αντώνιε, αι τέχναι μας είναι αμέτρηται."

Λέγει του ο Άγιος "Αμή εις τα παιδία τι κάμνετε εκεί οπού παίζουν;"

Λέγει του ο Δαίμων "Εκεί έχομεν ημείς την χάριν μας και κάμνομεν πολλάς τέχνας διά να σφαγούν η να εβγάλουν τα ομμάτια τους, η να τσακίσουν τα χέρια τους και τα ποδάρια τους, και αλλά πολλά κακά εργαζόμεθα διά να θυμώνεται το ένα κατά του άλλου, και να πηγαίνουν οι γονείς των εις τα κριτήρια και εις τους αυθεντάδες να εξοδιάζουν το βίον τους και να χαλούν τα υπάρχοντα τους και να τα φθείρουν του κακού, επειδή αυτό είναι διάφορον εδικόν μας οπού έχωμεν και από τα δύο μέρη."

Λέγει του ο Άγιος "Αμή εις τον διδάσκαλον, οπού μανθάνει τα παιδία ιερά γράμματα, υπάγετε και εκεί να κάμνετε σκάνδαλα;"

Λέγει του ο Δαίμων "Εις αυτά υπάγομεν, αμή στεκόμεθα από μακράν, διότι κρατούν τα βιβλία και διαβάζουν τα γράμματα, με τα οποία πολλά μας κατακρίνουν και μας κατηγορούν, διά τούτο δεν υπάγωμεν σιμά των, παρ΄όταν παύσουν και δεν διαβάζουν, τότε υπάγωμεν κοντά των και βάνωμεν εις αυτά πολλούς λογισμούς διά να μισούν το γράμματα, διά να μη διαβάζουν, ώστε να μισούν τα λόγια του Θεού, και να κάμνουν το θέλημα μας, διατί διαβάζοντας πολλά από αυτά τα παιδία γυρίζουν εις θεογνωσίαν και έχουμεν πολλήν αδικίαν από αυτά, και διά τούτο σπουδάζομεν να κάμνουν το θέλημα μας βάνοντας εις αυτά, μεγάλας παιδεύσεις και τιμωρίας, και τότε τα γράφομεν εις το κατάστιχον μας, συντρίβοντες από αυτά την χάριν του Θεού επειδή όσοι αναγινώσκουν τα γράμματα πολλά μας υβρίζουν, και διά τούτο κάμνομεν τα παιδία να μισούν τα γράμματα, και να μη θέλουν να τα ιδούν, κάμνοντες και τους γονείς των να γίνωνται αμελείς και να μην τα παιδεύουν εις τα γράμματα" επειδή διά των ιερών γραμμάτων δοξάζεται ο Θεός διά την πολλήν χάριν οπού έχουν.

Ταύτα άκουσας ο Άγιος παρά του Δαίμονος, είπεν εις αυτόν «Επιτιμήσει σε Κύριος ο Θεός, διάβολε, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον τω διαβόλω και της αγγέλοις αυτού». Καί παρευθύς έγεινεν άφαντος ο Δαίμων απ´ αυτόν. Καί μείνας ο Άγιος εκστατικός εκείνην την ώραν, είπε "Θεέ Παντοκράτωρ και Κύριε του ελέους, ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς, αυτός δεσπότα φιλάνθρωπε, ελευθέρωσόν με από τας χείρας του παμπόνηρου διαβόλου" και ποιήσας προσευχήν ο Άγιος ύπνωσεν ολίγον. Προσελθών λοιπόν Άγγελος Κυρίου είπε προς αυτόν "Αντώνιε, είδες τον πονηρόν δαίμονα;" Ναί, είδα αυτόν απεκρίθη ο Άγιος -αμή ποίος είσαι οπού μου συντυχαίνεις; Λέγει του ο Άγγελος "Εγώ είμι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και ήλθα να σού ειπώ να γράψεις τας πανουργίας των δαιμόνων και να τας φανέρωσης εις τον Κόσμον". Έξυπνος δε γενόμενος ο όσιος, ενεθυμήθη τα λόγια του Αγγέλου, και ευχαριστήσας τον Θεόν, είπεν "Ευχαριστώ σοι Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός των Δυνάμεων, οπού έστειλας τον Άγγελόν σου λέγοντάς μου να γράψω τας πανουργίας των δαιμόνων, πως αυτοί κάμνουσι φθόνους, φόνους, μάχας και ζηλοφθονίας μεταξύ των Χριστιανών και ενεργούν εις αυτούς να εχθρεύωνται ένας τον άλλον, να μην τιμούν την αγίαν Κυριακήν, οπού έγεινεν η ανάστασις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού"
Διά τούτο τέκνα μου αγαπητά εν Χριστώ, παρακαλώ να ακούσητε ταύτην μου την νουθεσίαν, και να απέχητε από κάθε λογής παιγνίδια και ατοπήματα, επειδή αυτά χαίρονται να βλέπουν οι πονηροί δαίμονες, οπού προξενούν εις τους ανθρώπους αμέτρητα σκάνδαλα, και να παρακαλήτε τον Θεόν να σας ελευθερώση από όλα τα κακά και τας ενέδρας του μιαρού εχθρού μας, δαίμονος, και να έχωμεν τον Θεόν βοηθόν μας, ου η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τρί 15 Σεπ 2015, 19:25 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 17 Σεπ 2015, 11:05 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157
Διάλογος του Μεγάλου Αντωνίου μετά του Αγγέλου

Οὗτος ὁ Μακάριος καὶ Πανθαύμαστος Ἀββᾶς καὶ Πατὴρ ἡμῶν Ἀντώνιος ὁ μέγας, εἰς καιρὸν ὁποῦ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἀσκήτευεν, ἐφάνη πρὸς αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου εἰς σχῆμα Καλογήρου, καὶ ὡς τὸν εἶδεν ὁ Ὅσιος, ἔκαμε πρὸς αὐτὸν μετάνοιαν.

Ὁ δὲ Ἄγγελος εἶπε πρὸς αὐτόν, Εὐλόγησον Πάτερ Ἅγιε.

Ὁ δὲ Ἅγιος νομίζοντας ὅτι εἶνε καλόγηρος ἀπὸ τοὺς ἐκεῖσε ἐρημίτας, λέγει πρὸς αὐτόν• ὁ Θεὸς συγχωρήσοι σε τέκνον μου καὶ πλησιάσας πρὸς τὸν Ἄγγελον εἶπεν εἰς αὐτόν• ἂς περιπατήσωμεν μαζὺ ὁλίγον δρόμον καὶ περιπατῶντες εἶπεν ὁ Ὅσιος• θαυμάζω, ἀδελφὲ εἰς τὴν θεωρίαν σου καὶ εἰς τὴν νεότητα καὶ εἰς τὴν εὐμορφίαν ὁποῦ ἔχεις καὶ ἐκπλήττομαι, διότι τοσοῦτον κάλλος δὲν εἶδον εἰς ἄλλον ἄνθρωπον καὶ διὰ τοῦτο στοχάζομαι πῶς δὲν εἶσαι ἄνθρωπος.

Λοιπὸν ὁρκίζω σε εἰς τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς νὰ μοῦ εἰπῇς τὴν ἀλήθειαν• ὁ δὲ Ἄγγελος ποιήσας μετάνοιαν, λέγει πρὸς τὸν Ἅγιον.

Πάτερ Ἅγιε, μὲ βλέπεις, ἐγὼ ἄνθρωπος δὲν εἶμαι, ἀλλά, Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤλθα νὰ σὲ διδάξω μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνα ὁποῦ δὲν ἠξεύρεις, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖς νὰ μάθῃς• λοιπὸν ἐρῶτα με ὅτι θέλεις νὰ σοῦ εἰπῶ. Τότε ἔπεσεν ὁ Ἅγιος καὶ ἔκανε μετάνοιαν τοῦ Ἀγγέλου λέγοντας• «Εὐχαριστῶ σοι Κύριε ὁ Θεός μου, ὅτι μοῦ ἔπεμψας ὁδηγὸν διὰ νὰ μοῦ φανέρωση κεκρυμμένα μυστήρια, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦσα νὰ μάθω.» Ὁ δὲ Ἄγγελος εἶπε πρὸς τὸν Ἅγιον, ἐρῶτα με λοιπόν.

Ὁ δὲ Ἅγιος ἀποκριθείς, εἶπεν• εἰς τὸν αἰώνιον ἐκεῖνον κόσμον, γνωρίζονται οἱ ἀποθαμμένοι ἄνθρωποι ἕνας τὸν ἄλλον;

Ὁ δὲ Ἄγγελος ἀποκριθείς, εἶπε, πρὸς τὸν Ὅσιον• βλέπεις εἰς τοῦτον τὸν κόσμον ὁποῦ ἀφ΄ ἑσπέρας κοιμοῦνται οἱ ἄνθρωποι, καὶ τὸ πρωὶ ὅταν ξημερώσῃ ἀπαντῶνται ἕνας τὸν ἄλλον καὶ χαιρετοῦνται καὶ συνομιλοῦν ὡς φίλοι, ἀναφέροντες τὰ ὅσα εἶχον προμελετήσει, τοιουτοτρόπως γίνεται καὶ εἰς ἐκεῖνον τὸν Κόσμον, καὶ ἕνας τὸν ἄλλον γνωρίζεται καὶ συνομιλεῖ, καὶ καθὼς ἕνας ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει ἄλλον ἐδῶ καὶ ἐρωτῶντας μανθάνει ποῖος εἶναι, οὕτω γίνεται καὶ ἐκεῖ• πλὴν οἱ δίκαιοι μόνον γνωρίζονται, οἱ ἁμαρτωλοὶ ὅμως διόλου.

Λέγει του ὁ Ἅγιος – εἶπέ μοι καὶ τοῦτο παρακαλῶ σε, ὅταν εὐγαίνει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ κορμὶ τοῦ ἀνθρώπου, τὶ γίνεται; Καὶ τὰ μνημόσυνα διατὶ τὰ κάμνουσι; καὶ τὶ ὄφελος δίδουσιν εἰς τοὺς ἀποθαμένους;

Λέγει του ὁ Ἄγγελος «Ἄκουσον, πάτερ Ἅγιε» ἡ ψυχὴ ἀφοῦ εὔγει ἀπὸ τὸ κορμί, τὴν λαμβάνουν οἱ ἄγγελοι καὶ τὴν ὑπάγουν εἰς τὸν οὐρανὸν -διὰ νὰ προσκύνησῃ• τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν γίνεται ὅμως καὶ τοῦτο• ὅτι ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἕως τὴν γῆν εἶναι τάγματα δαιμόνων, τὰ ὁποῖα λέγονται ἐναέρια Τελώνια τῶν ψυχῶν, καὶ ἀπαιτοῦσιν ἐκεῖνα τὰ πονηρὰ πνεύματα τὴν ψυχὴν καὶ φέρουσιν τὰ κατάστιχά των εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι γραμμέναι οἱ ἁμαρτίαι τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὰ δείχνουν εἰς τοὺς Ἀγγέλους• λέγοντες εἰς αὐτούς, ὅτι τὴν δεῖνα ἡμέραν εἰς τὰς τόσας τοῦ μηνὸς ἐποίησε τὴν δεῖνα ἁμαρτίαν, δηλαδὴ ἐδῶ ἔκλεψεν, ἐκεῖ ἐπόρνευσεν, ἐδῶ ἐμοίχευσεν, ἐκεῖ ἐμαλακίσθη, εἰς τὸν δεῖνα τόπον εἶπε ψέμματα• εἰς ἄλλον ἔκαμεν ἄλλην ἁμαρτίαν καὶ πάλιν ἂν ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε καλοσύνην ξέρουν καὶ οἱ Ἄγγελοι τὰ ἐδικά των κατάστιχα μὲ τὰ ὁποῖα δείχνουσι καὶ αὐτοὶ πόσας καλοσύνας ἔκαμεν εἰς τὴν ζωήν του, δηλαδὴ ἐλεημοσύνην ἢ λειτουργίαν, ἢ νηστείαν, ἢ προσευχήν, ἢ σαρανταλείτουργον, ἢ ἄλλας καλὰς ἀρετάς, καὶ ἂν εὑρεθῶσιν περισσότεραι αἱ καλοσύναι ἁρπάζουν οἱ ἄγγελοι τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ἀναβιβάζουν εἰς τὸ δεύτερον σκαλούνι, καὶ ἐκεῖ εὐρίσκουν ἄλλο τάγμα δαιμόνων, δυνατώτερον τρίζοντες τὰ ὀδόντιά των, ὡσὰν ἀγριότατα θηρία, καὶ ὑβρίζουν τὴν ψυχὴν καὶ πάσχουν νὰ τὴν ἁρπάξουν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν Ἀγγέλων, γίνεται μία μεγάλη διάλεξις καὶ μέγας θόρυβος διὰ νὰ δυνηθοῦν οἱ Ἄγγελοι νὰ ἐλευθερώσουν τὴν ψυχὴν ἐκείνην ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δαιμόνων, καὶ ἂν ἐλευθερωθῇ ἀναβαίνει εἰς τὸ τρίτον σκαλούνι καὶ ἐκεῖ εἶναι ἄλλο τάγμα δαιμόνων δυνατώτερον καὶ ἀγριότερον καὶ γίνεται μέγας ἀγῶν, πολὺ σύγχυσις καὶ ταραχὴ εἰς αὐτούς πῶς νὰ κερδίσωσι τὴν ἐλλεεινὴν ἐκείνην ψυχήν, οἱ ἄγγελοι ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν μιαρῶν δαιμόνων καὶ ἂν λυτρωθῇ καὶ ἀπὸ αὐτούς, ὑπάγουν καὶ εἰς τὸ παραπάνω σκαλούνιον ἕως οὗ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἕβδομον, καὶ ἐκεῖ εἶναι ἄλλο τάγμα δαιμόνων ὁποῦ λέγεται τῆς πορνείας• καὶ τὶς διηγήσεται πάτερ Ἅγιε, τὴν τοσαύτην ταραχὴν καὶ τὸν θόρυβον ὁποῦ κάμνουσι καὶ φοβερίζουν τὴν ταλαίπωρον ἐκείνην ψυχήν, καὶ ἂν τύχῃ καλόγηρος, τότε γίνεται ἄκομα σφοδρότερος θόρυβος• λέγοντες εἰς ἐκείνην τὴν ἐλεεινὴν ψυχήν που ὑπάγεις, ὁποῦ ἐσὺ ἐπόρνευσες καὶ ἐμόλυνες τὸ ἀγγελικὸν σχῆμα• ἀποστρέφου εἰς τὰ ὀπίσω καὶ πήγαινε εἰς τὸ σκότος καὶ τὸν βρομερὸν τόπον τοῦ ᾅδου. Ἀλλοίμονον λοιπὸν εἰς αὐτήν! καὶ ποῖα γλῶσσα δύναται νὰ διηγηθῇ τὴν τοιαύτην τιμωρίαν ὁποῦ κάμνουν οἱ δαίμονες εἰς τὴν κατάδικον ἐκείνην ψυχήν! Ἐγὼ τίμιε Πάτερ, εἶμαι Ἄγγελος, καὶ πάλιν φρίττω, πόσον μᾶλλον νὰ μὴ τρέμῃ ἐκείνη ἡ ψυχὴ τὴν τοιαύτην παίδευσιν ὁποῦ λαμβάνει! Ἐὰν ὅμως ἐξ’ ἐναντίας εὑρεθῇ ἡ ψυχὴ καθαρὰ ἀπὸ ἁμαρτίαις τὴν ἁρπάζουν οἱ Ἄγγελοι καὶ ἀναβαίνει χαίρουσα εἰς τὸν Χριστόν, τότε βλέπει τοὺς χοροὺς τῶν Ἀγγέλων τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τὴν λαμπρότητα ἐκείνην τὴν ἄριστον, καὶ ἀκούει τῶν Ἀγγέλων τὴν μελῳδίαν καὶ τὸ κάλλος ἐκεῖνο τὸ ἀμήχανον.

Ἐρώτησε δὲ ὁ Ὅσιος, καὶ τὰ μνημόσυνα διατὶ τὰ κάμνουν;

Ἀπέκριθη ὁ Ἄγγελος• αἱ τρεῖς γίνονται, ἐπειδὴ εἶπα ὅτι εἰς τὰς τρεῖς ἡμέρας ἔρχεται ἡ ψυχὴ καὶ προσκυνᾷ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ διὰ τοῦτο φαίνεται πῶς πέμπονται, ὥσπερ κανίσκιον εἰς τὸν Κύριον, ὑπὲρ τῆς ψυχῆς ταύτης• καὶ μετὰ τὴν προσκύνησιν τὴν περνοῦν πάλιν οἱ Ἄγγελοι καὶ δείχνουν εἰς αὐτὴν τοὺς τόπους ὁποῦ ἐπεριπάτησεν μὲ τὸ σῶμα καὶ τῆς ἐνθυμίζουν τὰς πράξεις, ὁποῦ εἰς αὐτοὺς ἔκαμε, λέγοντες εἰς αὐτήν, ἐδῶ ἔκλεψες, ἐκεῖ ἐπόρνευσες, ἀλλοῦ ἐφόνευσες, ἐκεῖ ἐβλασφήμησες καὶ ἀκολούθως τῆς ἐνθυμίζουν ὅλας τὰς ἁμαρτίας ὁποῦ εἰς ὅλην τὴν ζωὴν ἔκαμε, καὶ πάλιν τῆς δείχνουν ὅσα καλὰ ἔπραξε• δηλαδὴ ἐδῶ ἔκανες ἐλεημοσύνην, ἐκεῖ νηστείαν, ἐδῶ λειτουργίαν, ἐκεῖ μετάνοιαν, ἐδῶ παράκλησιν, ἐκεῖ ἀγρυπνίαν, ἐδῶ προσευχήν, ἐκεῖ γονυκλισίαν καὶ ὅσα ἄλλα ἀγαθὰ ἔπραξεν εἰς τὰς ἡμέρας ὅλας τῆς ζωῆς της• καὶ τὴν ἐννάτην ἡμέραν πάλιν ἔρχεται εἰς προσκύνησιν καὶ διὰ τοῦτο κάμνουν τὰ μνημόσυνα καὶ τὰς λειτουργίας πρὸς ὄφελος τῆς ψυχῆς καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνωνται τὰ μνημόσυνα. Πέρνουσιν αὐτὴν πάλιν οἱ ἄγγελοι καὶ τὴν ὑπάγουν εἰς τὸν Παράδεισον καὶ τῆς δείχνουν τοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, τὰς ἀναπαύσεις τῶν δικαίων, καὶ ὡσὰν ἰδῇ τὰς κατοικίας ἐκείνας τὰς ὡραίας καὶ θαυμαστάς, παρακαλεῖ τοὺς ἀγγέλους διὰ νὰ σταθῇ ἐκεῖ καὶ αὐτὴ εἰς ἐκεῖνα τὰ ἀγαθὰ τῶν δικαίων• πέρνοντάς την δὲ πάλιν ἀπὸ ἐκεῖ, τὴν ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν καὶ τῆς δείχνουν πῶς κολάζονται οἱ ἁμαρτωλοί, λέγοντες εἰς αὐτήν, οὗτος ἐστὶν ὁ πύρινος ποταμὸς (δείχνοντες τοὺς τόπους), ὁ σκώληξ ὁ ἀκοίμητος, τοῦτος ἐστὶν ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, καὶ καθεξῆς τῆς δείχνουν ὅλας τὰς κολάσεις τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ ὡσὰν τελειώσουν αἱ τεσσαράκοντα ἡμέραι, ὑπάγουν πάλιν τὴν ψυχὴν καὶ προσκυνᾷ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διὰ τοῦτο πάλιν γίνονται τὰ μνημόσυνα, ἐπειδὴ μέλλει ἡ ψυχὴ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν ὅθεν μέλλει νὰ τὴν διατάξῃ ὁ φιλάνθρωπος Θεός, νὰ κατοικήσῃ ἕως τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ μὲ τὸ ἴδιον της κορμὶ κατὰ τὰ ἔργα της.

Τότε στενάξας ὁ Ἅγιος ἐκ καρδίας καὶ δακρύσας πικρῶς, εἶπεν ἀλλοίμονον εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸν ἁμαρτωλόν, ὁποῦ ἐγεννήθη, καλλήτερα ἦτον εἰς αὐτὸν νὰ μὴν γεννηθῇ, καὶ μακάριος ἐκεῖνος ὁ δίκαιος ἄνθρωπος ὅταν ἐγεννήθῃ• καὶ ἀκολούθως λέγει ὁ Ἅγιος πρὸς τὸν Ἄγγελον• παρακαλῶ σε εἰπέ μοι καὶ τοῦτο, ἡ κόλασις τῶν ἁμαρτωλῶν ἔχει τέλος;

Ὁ δὲ Ἄγγελος εἶπεν• οὔτε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἔχει τέλος, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ κόλασις εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἔχει τέλος, καὶ ἐὰν ἔπερνέ τις ἄνθρωπος κάθε χιλίους χρόνους ἕνα κόκκον ἀπὸ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης ἢ μίαν σταλαγματιὰν νερὸν ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἤθελεν ἐλπίσει τινὰς νὰ σωθῇ κανένα καιρόν, ἀμὴ ἡ κόλασις εἶναι διὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, καὶ ἡ αἰώνιος βασιλεία διὰ τοὺς δικαίους, καὶ δὲν ἔχουν τέλος.

Λέγει πάλιν ὁ Ἅγιος πρὸς τὸν Ἄγγελον, εἰπέ μοι παρακαλῶ σε καὶ τοῦτο• ποῖος Ἄγγελος εἶναι εὐσπλαγχνικώτερος εἰς τὸ νὰ παρακαλῇ τὸν Θεὸν διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πρεσβεύῃ δι΄αὐτούς;

Καὶ ὁ Ἄγγελος ἀποκριθεὶς εἶπεν• ὅλοι οἱ Ἄγγελοι καὶ οἱ Ἅγιοι ἔχουν πολλὴν εὐσπλαγχνίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ποθοῦσι τὴν σωτηρίαν των, πλέον δὲ πάντων τούτων, ἡ Κυρία ἡμῶν Δέσποινα Θεοτόκος ἔχει περισσοτέραν τὴν εὐσπλαγχνίαν εἰς τὸ γένος τῶν Χριστιανῶν καὶ ἀκαταπαύστως δέεται εἰς τὸν Μονογενῆ της Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, δι’ αὐτούς, καὶ διὰ τὴν παράκλησίν της στέκεται ὁ κόσμος ἕως τὴν σήμερον, ὁποῦ ἔμελλε ν’ ἀπωλεσθῇ διὰ τὰς ἁμαρτίας, καὶ διὰ τὴν καταφρόνησιν ὁποῦ κάμουν οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἁγίους.

Λέγει δὲ ὁ Ἅγιος πρὸς τὸν Ἄγγελον• ποίαν ἁμαρτίαν μισεῖν ὁ Θεὸς περισσότερον ἀπὸ τὰς ἄλλας;

Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἄγγελος εἶπε• τὴν μιαρὰν ὑπερηφάνειαν, διατὶ αὐτὴ ἔκαμε τὸν πρῶτον ἄγγελον καὶ φωτεινὸν ἑωσφόρον διάβολον, ῥίπτοντάς τον ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τὴν ἄβυσσον τῆς κολάσεως• ὁμοίως ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑπερηφάνειαν καὶ παρακοὴν ἐξέπεσεν ὁ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισον, καὶ ὁ Φαρισσαῖος ὡς διαλαμβάνει τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, κατεκρίθη. Καὶ ὅστις πέσει εἰς τοῦτο τὸ πάθος, δυσκόλως εἶναι νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ εὔγῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἐὰν δὲν ἐπιστρέψῃ εἰς ταπείνωσιν.

Ἐρωτῶ σε καὶ τοῦτο Ἅγιε Ἄγγελε, εἶπεν ὁ Ὅσιος• Ποῖοι ἄνθρωποι κολάζονται περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Λέγει δὲ ὁ Ἄγγελος πρὸς τὸν Ἅγιον• οἱ πόρνοι καὶ οἱ βλάσφημοι ἄνθρωποι ἔχουν δυνατωτέραν κόλασιν, ὁμοίως καὶ οἱ φονεῖς, οἱ μοιχοί, οἱ ἀρσενοκοίται, οἱ κλέπται, οἱ προδόται, καὶ οἱ ἱερεῖς οἱ πορνεύσαντες καὶ ὕστερον λειτουργοῦσιν, ὁμοίως καὶ οἱ μοναχοί, καὶ αἱ μοναχαί, οἱ διάκονοι καὶ αἱ διακόνισαι, ὁποῦ μιαίνουν τὸ Ἀγγελικὸν σχῆμα, καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ μεθοῦν. Ἐπειδή, τίμιε Πάτερ, τὸ πεσὸν Τάγμα τῶν Ἀγγέλων μέλλει ν΄ ἀποκατασταθῇ ἀπὸ τοὺς καθαροὺς Ἱερεῖς καὶ Μοναχούς, διὰ τοῦτο ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἀπαραιτοῦν τὴν ἀκολουθίαν τους διὰ τὰ κοσμικὰ ἔργα, ἀλλοίμονον εἰς αὐτούς, διότι μίαν ἡμέραν νὰ ἀφήσουν τὴν ἀκολουθίαν καὶ τὸν κανόνα τὸν ἐκκλησιαστικόν, θέλλουν δώσει δι’ αὐτὸν λόγον εἰς τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, πόσῳ μᾶλλον ἐκεῖνοι ὁποῦ ἀπαραιτοῦν ὅλως διόλου τὴν ἱερὰν ἀκολουθίαν. Λέγει δὲ πάλιν ὁ Ὅσιος, οἱ καταφρονηταὶ τῆς ἁγίας Κυριακῆς, δηλαδὴ ἐκεῖνοι ὁποῦ δουλεύουν τὴν Κυριακήν, ἔχουν καμμίαν ἄνεσιν; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἄγγελος, εἶπεν• Οὐαί! ἀλλοίμονον εἰς αὐτούς, διότι καταφρονοῦν τὴν ἁγίαν Κυριακὴν καὶ τὰς Δεσποτικὰς καὶ Θεομητορικὰς ἑορτὰς καὶ τῶν Ἁγίων τὰς μνήμας καταφρονοῦν, αὐτοὶ καταφρονοῦν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὴν Μητέρα του, καὶ τοὺς Ἁγίους, καὶ ὅστις τιμᾷ καὶ ἑορτάζει τὰς ἑορτὰς τῆς Κυρίας ἡμῶν καὶ Δεσποίνης Θεοτόκου, καὶ τὰς μνήμας τῶν Ἁγίων, τὸν βοηθοῦν καὶ αὐτοί, ἐπειδὴ ἔχουν μεγάλην παῤῥησίαν εἰς τὸν Θεόν, καὶ ὅ,τι ζητήσουν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν σωτηρίαν των, τὰ λαμβάνουν ἀναμφιβόλως. Εἰ δὲ καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀποδιώξουν τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ ἀπὸ λόγου τους, οὔτε τὸν Θεὸν ἔχουν φίλον, οὔτε τοὺς Ἁγίους του, ἐπειδὴ ἀκολουθοῦν τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας, πράγματα πλαστὰ καὶ φθαρτά, καὶ ἀλλοίμονον εἰς αὐτούς, διότι ἄνθρωπος, ἢ ἱερεύς, ἢ μοναχός, ἢ κοσμικὸς ὅστις δὲν τιμᾷ τὴν Κυριώνυμον ἡμέραν, Θεοῦ πρόσωπον δὲν βλέπει, ἀλλ΄ οὔτε ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας.

Καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλεις νὰ μάθῃς, εἶπεν εἰς τὸν ὅσιον ὁ Ἄγγελος, ἐρώτησόν με, διότι εἶναι ὥρα καὶ βιάζομαι διὰ νὰ ὑπάγω εἰς τὸν οὐρανόν, διὰ νὰ παρασταθῶ εἰς τὸν Κύριόν μου.

Τότε στενάξας ὁ Ἅγιος, καὶ δακρύσας πικρῶς εἶπεν• Οὐαὶ εἰς ἐμέ! διότι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου μου μὲ βίαν ὑπάγει ἀσώματος, ἂν καὶ ἀναμάρτητος, μὲ φόβον εἰς τοὺς οὐρανοὺς διὰ ν’ ἀποδώσῃ δοξολογίαν εἰς τὸν Παντοδύναμον Θεόν, ἡμεῖς δὲ ὁποῦ ἔχομεν σῶμα γεμάτον ἀπὸ ἁμαρτίας, καὶ δὲν βάνομεν ποσῶς εἰς τὸν νοῦν μας τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καταφρονοῦμεν τὰ προστάγματά του, καὶ δὲν ἐπιμελούμεθα τὴν σωτηρίαν μας, τὶ θέλομεν πάθει;

Τότε λέγει πάλιν ὁ Ἅγιος πρὸς τὸν Ἄγγελον παρακαλῶ σε εἶπέ μοι, ποία προσευχὴ ἁρμόζει εἰς τὸν Μοναχόν;

Ὁ δὲ Ἄγγελος εἶπε πρὸς τὸν Ἅγιον, εἰ μέν ἐστιν ἄνθρωπος γραμματισμένος, τὸν ψαλμὸν τοῦ προφήτου Δαβίδ, τουτέστιν τό, «Ἐλέησόν με ὁ Θεός κτλ.» εἰ δέ ἐστιν ἀγράμματος, τὸ «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος, διὰ τῆς Θεοτόκου, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Αὐτὴ ἡ προσευχὴ εἶναι δυνατωτέρα, ὑπάρχει καὶ εὐκολωτέρα πάντων τῶν προσευχῶν, μάλιστα καὶ πολλοὶ κατέλειπον ἄλλας προσευχὰς καὶ μόνον αὐτὴν ἐκράτησαν, νέοι καὶ γέροντες, ἀμαθεῖς καὶ πεπαιδευμένοι, καὶ ὅσοι ἐβουλήθησαν διὰ νὰ σωθοῦν, αὐτὴν ἀναφέρουν εἰς τὸν Θεὸν νύκτα καὶ ἡμέραν, εἰς τὸν δρόμον καὶ εἰς τὰ κελλία τους, αὐτὴν νὰ λέγουν ἱστάμενοι καὶ ὁδοιποροῦντες, καὶ ἐργαζόμενοι μετὰ πάσης εὐλαβείας καὶ πόθου, ἱκανὴ γὰρ ὑπάρχει ἡ τοιαύτη προσευχὴ εἰς βουλέμενον σωθῆναι.

Καὶ πάλιν ὁ ὅσιος εἶπεν «Ἐπειδὴ ἦλθες, δέομαί σου δίδαξόν με τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ φανέρωσέ μου καὶ τοῦτο• ἐὰν εὑρεθῇ τις ἄνθρωπος καὶ διδάξῃ ἕτερον καὶ τὸν ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἔχει τίποτε μισθόν;

Καὶ ὁ Ἄγγελος εἶπεν• ὅστις ἄνθρωπος διδάξει ἄλλον καὶ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ σώσει τὴν ψυχήν του, ἔχει διπλὸν τὸν μισθὸν ἀπὸ τὸν Θεόν.

Ταῦτα εἶπε ὁ Ἄγγελος πρὸς τὸν ὅσιον, καὶ εὐλόγησας αὐτόν, εἶπεν Εὐλόγησον πάτερ καὶ ἐμέ. Τότε ὁ Ὅσιος προσκυνήσας αὐτὸν λέγει «Πορεύου εἰς εἰρήνην καὶ εἰς τὰ ἀμάραντα κάλλη τοῦ Παραδείσου, καὶ παράστηθι τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου Τριάδος, καὶ πρέσβευεν εἰς αὐτὴν ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ ἀναχωρήσας ὁ Ἄγγελος ἀνῆλθεν εἰς τὸν οὐρανόν».

Ὁ δὲ Ὅσιος Ἀββᾶς μακάριος Ἀντώνιος ἀπελθὼν εἰς τὸ κελλίον του, ἐδιηγήθη πάντα εἰς τοὺς μοναχοὺς ἀδελφούς του καὶ συνασκητάς του, δοξάζων καὶ εὐλόγων τὸν Θεόν, οὗ ἡ δόξα, τὸ κράτος καὶ ἡ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Κυρ 17 Ιαν 2016, 12:32 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157
Γεννήθηκε το 251 στην πόλη Κόμα κατά τη νότια Μέμφιδα κοντά στην Ηρακλεόπολη της Μέσης Αιγύπτου. Οι γονείς του ήσαν Αιγυπτιώτες χριστιανοί. Η ανατροφή του ήτο βέβαια χριστιανική, αλλά κατά περίεργο τρόπο δεν μορφώθηκε σχολικά, αν και ήταν εύπορος. Ο Μ. Αθανάσιος, ο και βιογράφος του, μας πληροφορεί, ότι «γράμματα μαθείν ουκ ηνέσχετο… θεοδίδακτος γενόμενος ο μακάριος και φρόνιμος ην λίαν· και το θαυμαστόν ότι, γράμματα μη μαθών, αγχίνους ην και συνετός άνθρωπος». Αργότερα σε κάποιους ειδωλολάτρες ο Αντώνιος θα ειπή: «μη μαθόντες ημείς γράμματα πιστεύομεν εις τον Θεόν». Ύστερα από τον θάνατο των γονέων του, όταν ήταν περίπου 20 ετών, άκουσε στον ιερό ναό την περικοπή του Ευαγγελίου, που είπεν ο Χριστός στον πλούσιο νεανίσκον· «ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησον πάντα τα υπάρχοντά σοι και δος πτωχοίς και δεύρο ακολούθει μοι». Πράγματι· μόλις ετελείωσε η θεία λειτουργία, ο Αντώνιος άρχισε να σκορπάη στους φτωχούς και καταφρονεμένους τη σημαντική περιουσία του. δεν βάσταξε για τον εαυτό του και την αδελφή του που προστάτευε, παρά μόνο ελάχιστα χρήματα. Αλλά όταν άκουσε και πάλι κατά τη θεία λειτουργία το λόγο του Χριστού, «μη μεριμνήσητε εις την αύριον», τότε διανέμει στους απόρους ό,τι είχεν απομείνει. Με σύμφωνη γνώμη οδηγεί την μεν αδελφή του σε παρθενώνα, υποτυπώδες μοναστήρι της εποχής, αυτός δε παραμένει μόνος στο σπίτι του ασκούμενος. Η άσκησή του συνίστατο στην νηστεία, την αγρυπνία και την προσευχή. Η τροφή του ήταν ψωμί και νερό μετά τη δύση του ηλίου στην αρχή κι΄ αργότερα έτρωγε κάθε δύο ημέρες και μετά ανά τέσσερες. Αργότερα εγκατέλειψε το σπίτι του και εγκαταστάθηκε σε ησυχαστικό τόπο έξω από την Ηρακλεόπολη. Εκεί ανεύρε και κάποιον γέροντα ασκητή που ζούσε ησυχαστικά από την νεότητά του. Πλησίον του παρέμεινε μικρό διάστημα μετά το οποίο ανεχώρησε για περισσότερη ησυχία. Βρήκε ένα τάφο που τον μετέβαλε σε παλαίστρα. Εκεί παρέμεινε αρκετά χρόνια παλεύοντας με το διάβολο, για να αναχωρήση και πάλι σε βαθύτερη έρημο. Αφού διαπέρασε τον Νείλο, προχώρησε προς τα όρη της δεξιάς όχθης, που εκτείνονται προς την Αραβία και εγκατεστάθη σε κάποια ερείπια κοντά σε πηγή στη λιβυκή έρημο Πισπίρ. Στην έρημο αυτή παρέμεινεν ως είκοσι χρόνια ασκούμενος μέσα σε αδιάλειπτο πόλεμο με τους δαίμονες. Η φήμη του άρχισε να απλώνεται μεταξύ μοναχών και λαϊκών. Ο Αντώνιος εδέχετο τους προσερχομένους σ΄ αυτόν και τους εδίδασκε περί σωτηρίας ψυχής. «Ταύτα διαλεγομένου του Αντωνίου πάντες έχαιρον και των μεν ο έρως της αρετής ηύξανε, των δε η ολιγωρία περεκβάλλετο και άλλων η οίησις επαύετο· πάντες τε επείθοντο καταφρονείν της δαιμονικής επιβουλής, θαυμάζοντες την δοθείσαν παρά του Κυρίου Αντωνίω χάριν, εις διάκρισιν των πνευμάτων». Η διδασκαλία του θείου Αντωνίου, γεμάτη από τη χάρη του Θεού, ασκούσε τέτοιαν έλξη, ώστε «γέγονε και εν τοις όρεσι μοναστήρια και η έρημος επολίσθη μοναχών», που εφαίνοντο σαν σκηνές από αγγελικές ομάδες. Ο ασκητής Αντώνιος, όταν έμαθε για το διωγμό που σήκωσε κατά των χριστιανών ο Μαξιμίνος το 311, κατέβηκε και με άλλους μοναχούς στην Αλεξάνδρεια με σκοπό να μαρτυρήση. Αλλά παρά τις προκλήσεις του προς τους εθνικούς δεν επέτυχε το σκοπό του. Έτσι περιορίστηκε να προσφέρη τις υπηρεσίες του και την αγάπη του προς τους μάρτυρες με την ηθική ενίσχυσή του, τόσο στα δικαστήρια όσο και μέχρι τον τόπο του μαρτυρίου των. Μετά δε το τέλος του διωγμού επέστρεψε στο ασκητήριό του στην έρημο Πισπίρ, αφού στους χριστιανούς της Αλεξάνδρειας άφησε τύπο και παράδειγμα «φιλοσοφίας» προς μίμηση. Μετά την επιστροφή του και θέλων, ο άγιος Πατήρ, να απομακρυνθή περισσότερο από τις μοναστικές κοινότητες που είχε δημιουργήσει, αλλά και για να αποφεύγη τον ανθρώπινον έπαινον, άφησε την έρημο Πισπίρ μυστικά και έφθασε στο έρημο όρος Κολζίμ προς την Ερυθρά Θάλασσα.
Τα πνευματικά τέκνα του όμως τον ανεζήτησαν και τον ανεκάλυψαν. Έκτοτε του μετέφεραν το απαραίτητο ψωμί από την έρημο Πισπίρ πράγμα που τον στενοχωρούσε. Γι΄ αυτό ζήτησε και του έφεραν «δικέλλαν και πέλεκυν και σίτον ολίγον», για να καλλιεργή μόνος και να επαρκή στις ανάγκες του. Μετακινήθηκε πάλι σε κατάλληλο έδαφος εκεί πλησίον, όπου σήμερα ακόμη σώζεται η κοπτική Μονή του αγίου Αντωνίου, από τους μοναχούς της οποίας, σύμφωνα με την παράδοσή τους, εκλέγονται οι Κόπται Πατριάρχαι της Αλεξανδρείας. Σ΄ αυτή την περιοχή πέρασε μικρό διάστημα της γεροντικής ηλικίας του απ΄ όπου κατά καιρούς μετέβαινε στην έρημο Πισπίρ, όπου όλοι τον έβλεπαν σαν πατέρα τους και τους μετέδιδε πνευματικούς λόγους από την πείρα του. Πολλοί μοναχοί και λαϊκοί τον επεσκέπτοντο χάριν ωφελείας, άλλοι για να τον συμβουλευθούν και άλλοι για να θεραπευθούν από ασθένειες ψυχικές και σωματικές. Όταν ήταν στην ηλικία των 87 χρόνων, δηλαδή το 338, τον εκάλεσαν να μεταβή στην Αλεξάνδρεια για να καταδικάση τον αρειανισμό. «Παρακληθείς παρά τε των επισκόπων και των αδελφών πάντων κατήλθεν από του όρους και εισελθών εις την Αλεξάνδρειαν, τους αρειανούς απεκήρυξεν, αίρεσιν εσχάτην λέγων είναι ταύτην και πρόδρομον του Αντιχρίστου». Στην Αλεξάνδρεια ο άγιος Ερημίτης συνάντησε και τον παλαιόν μαθητή του μεγάλον Αθανάσιον, που τότε είχεν επιστρέψει από την εξορία. Για την ανάκληση από την εξορία είχε συνεργήσει αποφασιστικά και ο άγιος Αντώνιος με το κύρος του στον αυτοκράτορα. Ο άγιος Αντώνιος, αφού προηγουμένως επεσκέφθη για τελευταία φορά τις μοναστικές κοινότητες της ερήμου Πισπίρ και έδωσε στους μοναχούς τις πατρικές συμβουλές του, σε ηλικία 105 χρόνων και με πλήρεις τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις του, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο μέσα στο ερημητήριό του κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Το άγιο λείψανο του μεγάλου αθλητού του Χριστού, το ενταφίασαν οι μαθηταί του σε τόπο κρυφό κατά την επιθυμία του για να μη του αποδώσουν τιμές που δεν ήθελε. Οι δύο προβιές—μηλωτές , που φορούσε σαν εξωτερικό ένδυμα, εδόθηκαν, σύμφωνα με παραγγελία του, στον Μ. Αθανάσιο και τον λόγιον επίσκοπο Σεραπίωνα Θμούεως. Η Εκκλησία τον ανεκήρυξε Μέγαν και καθώρισε να εορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου. Κάποιος άγιος εζήτησεν από τον Θεόν να ιδή τους αγίους Πατέρας στον Παράδεισο. Ο Θεός έκαμε το θέλημα του δούλου του. Αλλά μεταξύ των Αγίων δεν είδε τον άγιον Αντώνιον. Στην απορία του, που ευρίσκεται ο θείος Πατήρ, άγιος Άγγελος του απάντησεν, ότι είναι στον τόπο όπου και ο Θεός!


Αλλ΄ ας πλησιάσουμε πιο πολύ την εσωτερική ζωή, τις πράξεις και τη διδαχή του αγίου Αντωνίου. Κατ΄ αρχήν κάνει βαθείαν εντύπωση η απόφασή του, να διαμοιράση την περιουσία του στους φτωχούς με τον λόγο του Κυρίου: «ει θέλεις τέλειος είναι…». Φαίνεται ότι ο νεαρός αιγύπτιος χριστιανός ζούσε στο σπίτι του με πνευματική επιμέλεια εκτελών τας εντολάς του Χριστού. Η ευλαβής ζωή του του συντηρούσε την καθαρότητα της ψυχής του και η εργασία των εντολών του καθάριζε σταδιακά τα μάτια του νου, ώστε να βλέπη τα αιώνια αγαθά, προς τα οποία εκένωνε τους θείους πόθους του. Παράλληλα δε προς αυτά, η ισχύς της θελήσεώς του δυνάμωνε συνεχώς, μέχρι του σημείου να κάνη έργο τις αγαθές επιθυμίες του, δηλαδή να έχη ισοδύναμα το «θέλειν» με το «δύνασθαι». Ήταν δε τόσο ισχυρή η πνευματική αίσθηση της ψυχής του, που ο λόγος του Χριστού επεβλήθη με δύναμη στο λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό μέρος. Έτσι πραγματοποιήθηκε τέλεια αρμονία ελευθερίας της βουλήσεως και δουλώσεως εκουσίας της ψυχής στο λόγο του Χριστού. Η διανομή του πλούτου και η τελεία ακτημοσύνη από τη μια μέρα στην άλλη, δίνουν το μέτρο της ψυχικής ευγενείας του εικοσαετούς Αντωνίου, το μέτρο της αγάπης του προς τον Θεόν και το μέτρο της ανδρείας του. Στη συνέχεια θα μπορούσε να ερωτήση κανείς κατά πόσον ο νέος Αντώνιος ερμήνευσε σωστά το λόγο του Χριστού, τόσο με την εκουσία αλλοτρίωση από τα κτήματά του, όσο και με τη μορφή ζωής που επέλεξεν; Αν η τελεία ακτημοσύνη δεν συνιστάτο από τον Χριστόν ως προϋπόθεση άκρας ελευθερίας για την προς την τελειότητα πορείαν, η ερμηνεία ασφαλώς θα ήταν λαθεμένη. Αλλά εκτός από τα υποδείγματα της Π. Διαθήκης (Προφήτες, Ηλίας, Ιωάννης ο Βαπτιστής), έμπρακτη ερμηνεία έχουμε τον ίδιον τον Χριστόν, τους Αποστόλους, τις ερμηνείες των αγίων Πατέρων και τη δικαίωση υπό της Εκκλησίας τόσο της ακτημοσύνης, όσο και της ως υψηλής χριστιανικής ζωής μορφής του ερημιτισμού. Ύστερα από αυτά δεν υπάρχουν περιθώρια αμφισβητήσεων. Ο αντωνιανός τρόπος ζωής, όπως θα δούμε, έχει βαθειές τις ρίζες του στο έδαφος της Εκκλησίας. Είναι απαραίτητο επίσης να διακριβώσουμε τον τρόπο της μεθηλικιώσεως της ψυχής του θείου ερημίτου, όσον είναι δυνατόν, από τα εξωτερικά τεκμήρια, που γνωρίζουμε. Όπως είδαμε, στην αρχή της αποταγής του ησκείτο στο πατρικό του σπίτι μόνος. Προφανώς εδοκίμαζε τον εαυτό του. Τα ασκητικά μέσα που χρησιμοποιούσε (νηστεία, αγρυπνία, προσευχή), φυσικά τα είχεν αντλήσει από ρητές επιταγές του Ευαγγελίου. Αλλά το πρόβλημα γεννιέται στη χρήση τους, δηλαδή σε ποιο μέτρο και με ποιο τρόπο. Και όπως είναι γνωστό στην εποχή του αγίου Αντωνίου αν και υπήρχαν σποραδικά ασκητές, όμως έλλειπε τελείως η ασκητική γραμματεία. Αλλά και Γέροντα δεν είχε να τον διδάξη. Δεν είναι μικρό πράγμα να αποκοινωνικοποιηθής από τη μια μέρα στην άλλη, να μονωθής και να μείνης μοναχός σου με τον εαυτό σου. Στα αποφθέγματα του ιερού Αντωνίου βλέπουμε, ότι κάποτε – στη νεότητά του ασφαλώς – επειδή δεν εγνώριζε τον τρόπο πολέμου κατά των φυσικών αδυναμιών, αλλά και κατά των δαιμόνων, έπεφτε σε ακηδία. Γι΄ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει τι να κάνη για να λυτρωθή από την ακηδία. Τότε είδεν μπροστά του ένα νέο με σχήμα μοναχού πότε να προσεύχεται και πότε να πλέκη τη «σειρά», δηλαδή να κάνη ένα εργόχειρο της εποχής του. Αφού ο νέος του έδωσε υπόδειγμα έγινεν άφαντος. Ήταν άγιος Άγγελος. Κι΄ έτσι απαλλάχτηκε από την ακηδεία. Αλλά δεν ξέρουμε επίσης τον τρόπο της προσευχής του αγίου ερημίτου. Διδασκαλία του για την προσευχή δεν υπάρχει. Εκείνο όμως που γνωρίζουμε είναι ότι, εφ΄ όσον υφίστατο αδιάλειπτο πόλεμο από τους δαίμονες και από τη μη τέλεια ακόμη καθαρή φύση του, προσηύχετο αδιάλειπτα για να αντικρούση τις φαντασίες και τους λογισμούς. Βέβαια περί συστηματοποιημένης νοεράς προσευχής ούτε λόγος να γίνεται, αν και βασικές αρχές της (το αδιάλειπτο και η επίκληση του ονόματος του Χριστού) υπάρχουν σε κάθε προσευχή. Ο βιογράφος του αγίου Πατρός, Μ. Αθανάσιος, μας πληροφορεί ότι ήτο θεοδίδακτος και «αγχίνους ην και συνετός άνθρωπος». Και παρ΄ ότι δεν εγνώριζε γραφή και ανάγνωση, είχεν αποστηθίσει λόγους του Ευαγγελίου και του Ψαλτηρίου, που γέμουν από επικλήσεις προς τον Θεό, μία από τις οποίες ήταν προσφιλής στους ερημίτες: «ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες, Κύριε, εις το βοηθήσαι μοι σπεύσον». Εάν λοιπόν σ΄ αυτά προσθέσουμε τη δύναμη και τη σχετική καθαρότητα του νου του, θα πρέπη να συμπεράνουμε την ισχύ και το είδος της προσευχής του αγίου Πατρός κατά την πρώτη περίοδο της ζωής του. Αν λάβη κανείς υπόψη τους πολέμους που υπέστη ο άγιος Αντώνιος από τους δαίμονες, όπως μας παρέδωσεν ο βιογράφος του και που απεικονίζονται στα αποφθέγματά του, θα πρέπη βάσιμα να υποθέση, ότι βρισκότανε σε διαρκή πάλη με «τις αρχές και εξουσίες του σκότους», όχι μόνο κατά τρόπο αισθητό, αλλά και νοερό. Πάντως η ένταση του πολέμου ερρυθμίζετο από τον Θεόν μυστικά παιδαγωγούντα τον δούλον του, σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Για την αντίκρουση των λογισμών και φαντασιών, σαν δυνατός που ήταν, μετεχειρίζετο πότε τις προσευχές και πότε την αντίρρηση. Με τις επικλήσεις κατέφευγε με ταπείνωση στον Θεό να διαλύση τις παγίδες των δαιμόνων και με την αντίρρηση ανέτρεπε δια του Γραφικού και λογικού λόγου τις αντίθετες προκλήσεις των. Μια ψυχή που καθαρίζεται από τα ψεκτά πάθη της, δηλαδή από την φιληδονία, τη φιλοδοξία και τη φιλαργυρία, σ΄ όλες τις λεπτομέρειές των, αποκτά δύναμη, αγαθότητα και ελευθερία. Το θυμοειδές στρέφεται κατά των δαιμόνων μονάχα, το επιθυμητικό μεταβάλλεται σε αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο και το λογιστικό κινείται με καθαρότητα στην προσευχή και στις πνευματικές θεωρίες, ενώ το Άγιο Πνεύμα, με τις άκτιστες ενέργειές του, πνευματοποιεί τις φυσικές αρετές κατά το μέτρο της πίστεως. Μία από τις αρετές είναι και η διάκριση. Όταν λοιπόν από διάκριση διέγνωσεν, ότι με τη χάρη του Θεού ωρίμασε για μείζονες αγώνες, επέτρεψε στον εαυτό του μια σταδιακή μετακίνηση σκληρότερης απομονώσεως προς την βαθύτερη έρημο. Και η ακαταμάχητη δύναμη του αγωνιστού αγίου Αντωνίου ήταν, ύστερα από τον Θεό, το χάρισμα της διακρίσεως, την οποία διάκριση ανεβάζει, στις διδαχές του, στην κορυφή των αρετών. Υπό το φως λοιπόν της διακρίσεως ερρύθμιζε την ασκητική ζωή του. Γι΄ αυτό και έλεγεν, ότι «πολλοί αφάνισαν τα σώματά των στην άσκηση και επειδή δεν απέκτησαν διάκριση βρέθηκαν μακρυά από τον Θεόν». Με το χαρακτηρισμό του θείου Αντωνίου υπό του Μ. Αθανασίου, ότι ήταν «αγχίνους» και «θεοδίδακτος», πρέπει να εννοήσωμε μια προσωπικότητα συντεθειμένη από ισχυρή φυσική καταβολή και τη χάρη του Θεού. Η άσκησή του επομένως δεν ήταν μια αυτόνομη πράξη, αλλά το μέσο για να φτάση το σκοπό: στο «καθ΄ ομοίωσιν». Αφού, όπως ψάλλει στη μνήμη του η Εκκλησία, είχε «τηρήσει το κατ΄ εικόνα αλώβητον», «εδίωκε» το «καθ΄ ομοίωσιν», που χαρίζει σταδιακά ο Θεός, κατά την αναλογία της δεκτικότητος. Αρχίζει με την ταπείνωση, που του αποκάλυψεν ο Θεός: «είδα όλες τις παγίδες του σατανά απλωμένες στη γη και με στεναγμόν είπα· ποιος μπορεί να τις προσπεράσει; Τότε άκουσα μια φωνή που έλεγεν· η ταπεινοφροσύνη». Και αφού πέρασε από το στάδιο του δουλικού φόβου, που «κόλασιν έχει», όπως λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, έφθασε στην τελειότητα της αγάπης, που «βάλλει έξω τον φόβον». Και όταν ο αββάς Δανιήλ τον ρωτούσε κάποτε, γιατί ο Θεός τον δόξαζε περισσότερον από αυτόν, ενώ είχε κάμει περισσότερους κόπους από αυτόν; Ο θείος Αντώνιος απάντησε χαριτολογών: γιατί εγώ αγαπώ τον Θεόν πιο πολύ. Χωρίς αμφιβολία έγινε πνευματοφόρος και θεοφόρος, γι΄ αυτό έλαβε από τον Θεόν τα χαρίσματα της προοράσεως και διοράσεως, δηλαδή να βλέπη τα μέλλοντα και τα πνευματικά θεάματα. Έτσι είδε την ψυχήν του ασκητού Αμμούν να λάμπη σαν τον ήλιον, όταν την συνώδευαν Άγγελοι, όπως και άλλα μυστικά θεάματα. Εκφραστικό δε της παρρησίας που είχε στον Θεόν, είναι και το περιστατικό που αναφέρεται στο «Γεροντικό», σύμφωνα με το οποίο, προκειμένου να απαντήση, ο θεόπτης Αντώνιος, σε ερώτηση κάποιων αδελφών για μια φράση του Λευϊτικού, απομακρύνθηκε από την καλύβα του, στάθηκε σε προσευχή και φώναξε δυνατά: «Κύριε, στείλε το Μωϋσή να με διδάξη τι σημαίνει αυτός ο λόγος». Και ένας γέροντας που τον ακολούθησε κρυφά, άκουγε μεν φωνή από τον ουρανό να συζητή με τον άγιον Αντώνιον, αλλά ο ίδιος δεν καταλάβαινε τι του έλεγε»! Από τα στοιχεία που έχομε στη διάθεσή μας, βγαίνει αβίαστο το συμπέρασμα, ότι ο θείος Αντώνιος ευρίσκετο μέσα στο χώρο και το ήθος της Εκκλησίας ως εκλεκτό και τέλειο τέκνο της. Ο Μ. Αθανάσιος λέγει ότι «το ήθος ανεξίκακος ην, και την ψυχήν ταπεινόφρων· τοιούτος γαρ ων, τον τε κανόνα της Εκκλησίας υπερφυώς ετίμα και πάντα κληρικόν προηγείσθαι ήθελεν εαυτού». Οι πηγές από τις οποίες αντλούσε τη «θεολογία» του ευρίσκονται μέσα στην Εκκλησία. Γι΄ αυτό και με την κατά το συνεπέστερο τρόπον ασκητική ζωή του, εμόρφωσεν απλανή κριτήρια και δογματική συνείδηση για το μυστήριο της Εκκλησίας και την εν Χριστώ ζωή. Και αφού έγινε «θεοδίδακτος», είναι επόμενο ότι είχε εγκάτοικο στην αγία ψυχή του το άγιον Πνεύμα, που τον οδηγούσε «εις πάσαν την αλήθειαν». Έτσι πολέμησε σαν «πρόδρομο του αντιχρίστου» τον αρειανισμό· «ούτε γαρ μελετιανοίς τοις σχισματικοίς ποτε κεκοινώνηκεν, ούτε μανιχαίοις ή άλλοις τισίν αιρετικής ωμίλησε φιλικά ή μόνον άχρι νουθεσίας της εις ευσέβειαν μεταβολής». Ο άγιος Αντώνιος, όπως είναι γνωστό, δεν έγραψε τίποτε ο ίδιος, αφού δεν εγνώριζε γραφή. Γι΄ αυτό όλος ο εν αγίω Πνεύματι εσωτερικός του βίος μάς είναι σχεδόν άγνωστος. Οι λίγες επιστολές που υπαγόρευεν από καιρικήν ανάγκη και η βιογραφία του από τον Μ. Αθανάσιον, δεν εξαντλούν βέβαια τις θείες εμπειρίες του, ούτε μας αποκαλύπτουν τον πλούτο μιας τόσο μεγάλης διανοίας, κινουμένης από μια τόσο μεγάλη και άγια ψυχή, μέσα στην ατελείωτη και γόνιμη ερημική σιωπή, που συνεχίσθηκε παρατεταμένα ογδόντα πέντε ολόκληρα χρόνια και με πλήρη σωματική υγεία. Στην ευλαβή επιθυμία μας, να ήταν δυνατό να γνωρίζαμε τη «θεολογία» του αγίου Αντωνίου, θα μπορούσε να αντιταχθή η σκέψη, ότι, βέβαια, αν έγραφεν ο μέγας ησυχαστής θα επλούτιζε τη γραμματεία της ησυχαστικής παραδόσεως. Κατά βάθος όμως δεν θα μας έδινε παρά μία παραλλαγή από τις παραλλαγές της μυστικής θεολογίας μας, ένα αντωνιανόν εκμαγείο, που θα προσδιόριζαν οι ενέργειες του αγίου Πνεύματος, ο ρυθμός, η ένταση και το βάθος των οποίων καθώριζεν η προσωπική ιδιοτυπία του αγίου αυτού τέκνου της Ερήμου. Και αυτή την παραλλαγήν εβίωσεν ο θεοειδής Πατήρ, αλλά ο Θεός αρκέσθηκε μόνο στη βίωση, για να γίνη ένα γιγαντιαίο πρότυπο της «πρακτικής» ζωής, μέσα από την οποία περνούν η φυσική και υπερφυσική «θεωρία» και τα «όργια» της θεολογίας. Έχομε ήδη από τον ιστορικό Σωκράτη την είδηση, κατά την οποία έδωσε την εξής απάντηση σε φιλόσοφο κοσμικό, απορούντα πως χωρίς βιβλία μπορεί κανείς να ζη πνευματικά: «το εμόν βιβλίον, ω φιλόσοφε, η φύσις των γεγονότων εστί και πάρεστιν, ότε βούλομαι, τους λόγους αναγινώσκειν προς του Θεού». Βλέπει κανείς σαφώς να επιβεβαιούται όλη η μετέπειτα αναπτυχθείσα πατερική διδασκαλία περί των λόγων των όντων. Ποιος εδίδαξεν τον αγράμματον αυτόν ερημίτη την φυσική θεολογία, τους πνευματικούς λόγους των κτισμάτων και ότι η φύσις είναι «ώσπερ τι βιβλίον έγγραφον την του Θεού δόξαν υπαγορευόμενον», όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος, αν όχι η καθαρότης του νου του ελλαμπομένου από τη χάρη; Αλλά ας προσέξωμε και ένα άλλο στοιχείο, που δίνει μια βαθύτερη διάσταση στην εσωτερική ζωή του αγίου Αντωνίου. Όταν κάποτε συνάντησε τον γνωστό Δίδυμο τον Τυφλό του είπε: «Ω Δίδυμε, ουδόλως να σε ταράσση, ότι έχασες τους αισθητούς οφθαλμούς, χαίρε δε ότι έχεις οφθαλμούς, με τους οποίους θεωρείται ο Θεός και εννοείται το φως του». Στην πρώτη περίπτωση βεβαιώνεται, ότι ο αγιασμένος αιγύπτιος μοναχός ανέβαινε στον Θεόν, στη γνώση του, με την κλίμακα της φυσικής λεγομένης αποκαλύψεως, μελετώντας την σοφία του, την αγιότητα και τη μεγαλειότητά του αναλογικά. Στην περίπτωση του τυφλού θεολόγου Διδύμου μάς αποκαλύπτεται, ότι εγνώριζε πως ο νους θεοφοβούμενος, έχει την ικανότητα της αμάσου προσπελάσεως στη χώρα των ακτίστων ενεργειών, όπου «θεωρεί» καθαρά το φως που εκπέμπεται από την ουσία του Θεού. Ώστε ο Μ. Αντώνιος δεν ήταν απλώς ένας «δυνατός ανήρ», που με τη δύναμη της βουλήσεώς του και τη χάρη του Θεού απέβη «νους ηγεμών κατά παθών ολεθρίων», ένας «πρακτικός» μόνον, αλλά και ένας νους θεολογικός, δυνάμενος να εναλλάση τις τρεις γνωστές στους Μυστικούς αρεοπαγιτικές κινήσεις: κυκλικήν, ευθείαν και ελικοειδή. Και μπορεί να υποστηριχθή, ότι ο άνθρωπος αυτός του Θεού, ήτο και Νηπτικός και Μυστικός Θεολόγος. Γιατί ο νους του, ο μεγάλος και καθαρός, ευρισκόμενος σε ανάκραση με το θείο και άκτιστο φως επόμενον ήτο να κινήται ερωτικά, καταφατικά, αποφατικά, αποβλεπτικά, να «πάσχει τα θεία», να «πάσχει την αφαίρεση» από τις πλούσιες ενέργειες του αγίου Πνεύματος. Με άλλα λόγια, επαλήθευε και ενσάρκωνεν, ο πρώϊμος αυτός Ησυχαστής, όλη τη μυστική θεολογία της Εκκλησίας, την οποία ανέπτυξε τόσο διεξοδικά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Και μάλιστα έρχεται να δικαιώση το μεγάλο θεολόγο του 14ου αιώνος, που υπεστήριζε, Βιβλικά και Πατερικά, την αυτάρκεια των θείων εντολών για την τελειοποίηση του χριστιανού, χωρίς να έχη ανάγκη από την κλασσική παιδεία. Και πράγματι, αν θα ήθελε κανείς να αναλύση τους τρόπους της ασκητικής του ζωής, δεν θα έβλεπε, παρά μόνο την εργασία των εντολών στις έσχατες συνέπειές των, που είναι η ενοίκηση της αγίας Τριάδος στην καρδιά εκείνου που αγάπησε τον Θεό (Ιωάν. ιδ: 23). Και αυτό είναι το άκρο άωτο της τελειότητος του ανθρώπου.

Α.α

http://pureorthodoxvoice.blogspot.ca/2016/01/blog-post_63.html#more

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Κυρ 20 Νοέμ 2016, 15:07 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157


_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Κυρ 01 Ιαν 2017, 14:25 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Κυρ 01 Ιαν 2017, 14:26 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5157

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 33 Δημοσιεύσεις ]  Μετάβαση στην σελίδα Προηγούμενη  1, 2, 3, 4  Επόμενο

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 2 επισκέπτες


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  
cron
Powered by phpBB® Forum Software © phpBB Group

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com