Αρχική

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]




Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 8 Δημοσιεύσεις ] 
Συγγραφέας Μήνυμα
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Κυρ 03 Φεβ 2013, 21:40 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5420
Εικόνα


Ὃς ἂν ὁμολογήσει ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ». Δηλαδή, ὅποιος ὁμολογήσει μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς μένει μέσα σ᾿ αὐτὸν καὶ αὐτὸς μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἕνας τέτοιος ὁμολογητὴς ὑπῆρξε καὶ ὁ Ὅσιος Μάξιμος, ποὺ πραγματικὰ εἶχε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπάνω του. Ἦταν εὐγενικῆς καταγωγῆς καὶ γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 580 μ. Χ. Ἔκανε λαμπρὲς σπουδὲς στὴ θεολογία, ἀλλὰ καὶ στὴ φιλοσοφία. Μάλιστα, ἔκανε ἰδιαίτερος γραμματέας τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου. Τότε προόδευε ἡ αἵρεση τῶν Μονοθελητῶν. Ὁ Μάξιμος ἀφήνει τὶς λαμπρότητες τῶν ἀνακτόρων καὶ γίνεται μοναχός, πολεμῶντας παντοιοτρόπως τὴν σατανικὴ αὐτὴ αἵρεση. Στὸν ἀγῶνα του αὐτὸ βρίσκει πολλὰ ἐμπόδια. Κυρίως, τὸν αὐτοκράτορα Κώνστα, ποὺ ὑποστήριζε τοὺς Μονοθελητές. Μάλιστα, ἔφτασε στὸ σημεῖο μὲ μία ψευτοσύνοδο νὰ καταδικάσει τὸν ὅσιο, νὰ τὸν ἀναθεματίσει(!), καὶ τὸν παρέδωσε στὸν ἔπαρχο τῆς πόλης γιὰ νὰ τιμωρηθεῖ. Μαστιγώνεται σκληρὰ καὶ τοῦ κόβουν τὴν γλῶσσα καὶ τὸ δεξὶ χέρι. Ἡ θέα, ὅμως, τοῦ ἄγλωσσου, πλέον, στόματος, θὰ ἦταν ἡ εὐγλωττότερη καὶ φλογερώτερη ὑπόμνηση τῆς ἀφοσίωσης ποὺ χρωστοῦν ὅλοι νὰ ἔχουν στὴν Ἱερὴ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Πεθαίνει ἐξόριστος στὴ Λαζικὴ τὸ 662 μ.Χ.

-------------------------------------------------------------------

Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια καὶ γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ ἔτος 580 μ.Χ. Ἔλαβε τὴ συνήθη ἐγκυκλοπαιδικὴ μόρφωση καὶ ἐπιδόθηκε ἰδιαίτερα στὴ σπουδὴ τῆς φιλοσοφίας. Ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610 – 641 μ.Χ.) προσελήφθη ὡς ἀρχιγραμματεὺς αὐτοῦ. Παρέμεινε στὴ θέση αὐτὴ γιὰ λίγα μόνο χρόνια, ἀλλὰ διατήρησε τὶς σχέσεις του καὶ ἀλληλογραφία μὲ πρόσωπα τοῦ δημόσιου βίου.

Ἀφοῦ παραιτήθηκε, τὸ 614 μ.Χ., ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο. Ἀσκήτεψε σὲ μονὴ τῆς Χρυσουπόλεως, ποὺ βρισκόταν ἔναντι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ διετέλεσε ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐκεῖ ἀπέκτησε ὡς μαθητὴ τὸν Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος τὸν ἀκολούθησε σὲ ὅλη του τὴ ζωή.

Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συμμόρφωση τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν Θεία διδασκαλία ἀποτελοῦν βάση στερεά, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ οἰκοδομηθεῖ ἡ πνευματικὴ ἀνύψωση τοῦ νοῦ. Πρῶτο βῆμα γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδυση ἀπὸ τὸ νοῦ ὅλων τῶν παθῶν ποὺ τὸν ἐνοχλοῦν, τὰ ὁποία ἔχουν τὴν βάση καὶ τὴν ἀφορμή τους στὸ σῶμα. Καλεῖται δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἀκολουθήσει τὴν κίνηση τῶν αἰσθητῶν, νὰ μὴν γίνει δοῦλος τῶν φυσικῶν του ὁρμῶν καὶ παθῶν, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσει τὰ ὑπὲρ φύσιν. Τὰ ἀποτελέσματα παρουσιάζονται ἀνάλογα πρὸς τὴν ἐκλογή. Ἐκεῖνος ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν κίνηση τῶν αἰσθητῶν ὑφίσταται καὶ τὴν φυσικὴ φθορὰ αὐτῶν καὶ συναλλοιώνεται μὲ αὐτά, ἐνῶ ὁ ἀναστὰς «τῆς ἐμπαθοῦς περὶ τὰ φαινόμενα διαθέσεως, τὴν τῶν φαινομένων ἔθυσε κίνησιν καὶ τὴν πρακτικὴν κατορθώσας ἔφαγεν ἀρετήν». Ἡ πράξη τῆς ἀρετῆς εἶναι ἔργο τῆς ἀνθρώπινης καὶ τῆς θείας δυνάμεως. Κανένα χάρισμα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος μόνο μὲ τὴν φυσική του δύναμη. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Ἁγίου Μαξίμου στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι φανερὴ σὲ ὅλη του τὴ διδασκαλία, διότι φοβᾶται μήπως ὁ ἄνθρωπος περιπέσει στὸ πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ Θεός, παρατηρεῖ, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο δύναμη, γιὰ νὰ πράττει τὶς ἀρετές.

Ἔτσι, λοιπόν, ἀσκήτευε ὁ μακάριος Ὁμολογητής. Ἀλλὰ ἡ περσικὴ ἀπειλή, ποὺ εἶχε δημιουργήσει γιὰ τὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία κρίσιμη κατάσταση, ἔσπασε τὴν ἡσυχία του καὶ τὸν ἀγώνα του γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Γιὰ πολλὰ χρόνια οἱ Πέρσες ἐμφανίζονταν στὴν ἀκτὴ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Φαίνετε δέ, ὅτι κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς εἰσβολῆς τους στὴ Χρυσούπολη, τὸ 624 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀναγκάστηκε νὰ ἀποσυρθεῖ μὲ τοὺς μαθητές του νοτιότερα, στὴν Κύζικο. Ἐκεῖ διέμεινε γιὰ δύο περίπου χρόνια στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ συναναστρεφόταν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ἰωάννη μετὰ τοῦ ὁποίου ἀντήλλαξε ἀργότερα ἐπιστολές. Ἴσως νὰ εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα τὴν συγγραφική του δράση, ἀλλὰ ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἐπιδίδεται ἐντατικὰ στὸ ἔργο τῆς συγγραφῆς.

Λόγω συνεχίσεως τῶν Περσικῶν καταδρομῶν ὁ Ἅγιος ὑποχρεώνεται νὰ φύγει, τὸ 626 μ.Χ., καὶ ἀπὸ τὴν Κύζικο. Ἔρχεται γιὰ λίγο στὴν Κρήτη καὶ στὴν συνέχεια μεταβαίνει στὴν Ἀφρική. Θεωρεῖται δὲ πιθανὸ νὰ πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο. Στὴν Καρχηδόνα ἐμφανίζεται τὴν Πεντηκοστὴ τοῦ ἔτους 632 μ.Χ., ἀλλὰ εἶχε φθάσει ἐκεῖ νωρίτερα. Κατὰ τὰ χρόνια αὐτὰ συγγράφει δύο ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἔργα του, τὸ «Πρὸς Θαλάσσιον» καὶ «Περὶ Ἀποριῶν».

Ἐγκαταβίωσε στὴν μονὴ Εὐκρατᾶ της Καρχηδόνας, ὅπου ἦταν ἐγκατεστημένος καὶ ἄλλος φυγάς, ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, ὁ Σωφρόνιος. Ἐκεῖ ἔμαθε τὶς ἐνέργειες τοῦ νέου Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κύρου, οἱ ὁποῖες ἀπέληξαν τὸ 633 μ.Χ. στὴν ἑνωτικὴ συμφωνία ποὺ διαμόρφωσε τὴν αἵρεση τοῦ Μονοενεργητισμοῦ. Ὁ Σωφρόνιος τάχθηκε ἀμέσως ἐναντίων της νέας αὐτῆς μορφῆς τῆς χριστολογικῆς αἱρέσεως. Στὴν θέση του αὐτὴ τὸν ἀκολούθησε ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Ἔτσι συμμετεῖχε στὴ σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ, ἡ ὁποία συγκλήθηκε τὸ ἔτος 649 μ.Χ. ἐπὶ Πάπα Ρώμης Μαρτίνου Α’, ὅπου καταδικάσθηκε ὁ Μονοθελητισμὸς καὶ ἀναθεματίσθηκαν ἐκεῖνοι ποὺ ἀνοήτως δογμάτιζαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μία μόνο θέληση, τὴ θεία, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἔχει δυὸ θελήσεις, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ὡς Θεάνθρωπος. Στὴν ἴδια Σύνοδο ἀποδοκιμάσθηκε διάταγμα τοῦ τότε αὐτοκράτορα Κώνσταντος, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ συζήτηση περὶ Μονοθελητισμοῦ.

Ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας (641 – 668 μ.Χ.) ὀργίσθηκε γι’ αὐτό. Ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἔξαρχο καὶ βασιλικὸ ἐπίτροπο τῆς Ἰταλίας Θεοδόσιο καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τοὺς δύο φίλους του Ἀναστασίους. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξόρισε τὸν Ἅγιο Μάξιμο, τὸ 655 μ.Χ. στὴ Βιζύη, μέσα στὸ Ρήγιο καὶ στὴν συνέχεια στὴν πόλη Πέρβερα. Μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια ἀνακλήθηκε καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπως καὶ οἱ συμμοναστές του, γιὰ μία Τρίτη προσπάθεια προσεταιρισμοῦ του. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Ἀναθεματίσθηκε, κακοποιήθηκε καὶ διαπομπεύθηκε. Ἡ κακοποίηση τοῦ Ἁγίου ἔδωσε ἀφορμὴ γιὰ τὴ διαμόρφωση παραδόσεως περὶ ἀποκοπῆς τῆς γλώσσας καὶ τῆς δεξιᾶς χειρὸς αὐτοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἐξορίσθηκε στὴ Λαζικὴ τοῦ Πόντου, στὸ φρούριο Σχίμαρις, ὅπου καὶ κοιμήθηκε ὁσίως στὶς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 662 μ.Χ.
Τὸ τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, στὴ χώρα τῶν Λαζῶν. Ἀπὸ τὸν τάφο του ἔβγαινε φῶς κάθε νύχτα καὶ φώτιζε τὴν περιοχή, γεγονὸς ποὺ πιστοποιοῦσε τὴν ἁγιότητά του.



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείου Πνεύματος, τῇ ἐπομβρίᾳ, ῥεῖθρα ἔβλυσας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὑπερκοσμίων δογμάτων πανεύφημε· θεολόγων δὲ τοῦ Λόγου τὴν κένωσιν, ὁμολογίας ἀγῶσι διέλαμψας. Πάτερ Μάξιμε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθσι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.



Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς Ἐκκλησίας ὁ φωστήρ, τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Μάξιμε σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.



Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τὴ ὑπερμάχω.

Ὡς τῆς Τριάδος ἐραστὴς καὶ μύστης ἔνθεος

Ὀρθοδοξίας ἐκδιδάσκεις τὴν ἀκρίβειαν

Διὰ λόγου τε καὶ βίου ἠκριβωμένου·

Τὸν Χριστὸν γὰρ ἐν δυσὶ τελείαις φύσεσιν,

Ἐνεργείαις καὶ θελήσεσιν ἐκήρυξας
Τοῖς βοῶσί σοι, χαίροις μέγιστε Μάξιμε.



Μεγαλυνάριον.
Χαίροις εὐσεβείας στήλη λαμπρά, καὶ θεολογίας, ἐπιστήμων θεοειδής· χαίροις ὀρθοδόξων δογμάτων μυστογράφε, Μάξιμε θεηγόρε, σοφίας τρόφιμε.


---------------------------------------------------------
Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής


ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδο­ξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ο­μοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυ­τοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιη­θή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησια­στική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρ­χικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελη­τισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνεί­δησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέω­σαν με το μαρτύριό τους.
Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­τεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πα­τριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκ­πέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.
Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελη­τών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνω­σις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.
Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνή­σια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.
Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθή­ση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κά­θε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμε­ρα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.

Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμή­σεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κά­στρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυ­τοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνε­ται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασι­λεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια εί­ναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθη­καν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εν­νοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυ­τήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε α­κανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώ­νται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβα­λαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.

ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας.
Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρεί­τε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χρι­στού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέ­πει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».

ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέ­χονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθη­κα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια;
Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύ­ριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλο­εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώ­τον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέ­γω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο α­θετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και ανα­ντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογί­ζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό.
Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκά­λους, προς τον καταρτισμό των πιστών. Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολε­μηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μονα­δικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των ο­ποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθι­νούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέ­χεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδα­ποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκά­λους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο.
Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγι­ναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν κα­ταντήσει σ' αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μή­πως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της πα­ρουσίας του Αντιχρίστου. Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους ε­αυτούς σας κι εμάς.
Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ε­νώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ' αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται ενα­ντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!

Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέπο­τε θα γίνω συγκοινωνός μ' αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες.
Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:

ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοι­νωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήμα­τος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;

ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρη­στεύθηκε.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσε­βή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοι­χο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.

ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύ­ρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν ενα­ντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγ­καλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.

ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμά­των δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους α­γίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζε­ται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ' αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.

ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του εί­ναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέ­ρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γί­νη η ένωσις.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγρα­φη συγκατάθεσι από σας γι' αυτό το πράγμα, διότι εί­μαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κα­τάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέ­ρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επί­σκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η πε­ρί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυ­τά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέ­ρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατά­κριμα του αναθέματος.

ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το ό­νομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι' αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέ­τοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκα­τάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέ­λευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλη­σιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.

ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πά­ρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημ­βρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρεί­ται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.

ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.

Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χα­ρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν με­τάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έ­βαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, ό­ταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεο­δόσιος:

ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;

Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω αν­δρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρού­σης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύ­λος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέ­λομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.
Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πα­τρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύ­σιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδό­σιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υπο­χρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛΟΣ: Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεο­στήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κά­νης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης;

Ο Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ:Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;

Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας:

ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως.

Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λό­γω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περή­φανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ' αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.

Και αμέσως ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω. γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη.

Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:

ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χω­ρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.

Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:

ΕΠΙΦ.: Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Ε­πειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύ­ναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχρα­ντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ' όλη την οικουμένη. Γιατί γνω­ρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον ε­δώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου απο­σχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».

Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου-, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;

Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν ό­λοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μά­λιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύ­θηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επί­σκοπος και είπε:

ΘΕΟΔ.: Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέ­ρωμε στον αγαθό μας βασιλέα.

Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχά­σουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότη­τα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος:

ΕΠΙΦ.: Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς ε­μάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμα­στε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέ­λειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κί­νησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νο­ερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;

ΕΠΙΦ.: Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος α­γιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύ­πος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγά­σουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε ό­λοι.

Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.

Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πα­τρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιο­σύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτή­ριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κα­νένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κιν­δυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.

Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:

ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;

Και είπε ο αββάς Μάξιμος:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.

ΕΠΙΦ.: Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν ό­πως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Α­ληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση κα­θένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.

Απαντώντας σ' αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ' αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.

Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντι­νούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθε­μάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύ­μων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ' αυτούς. Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι' αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχο­ντες λέγοντας: Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέ­σως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πο­λυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστά­σιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συ­νέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώ­δη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε ε­ναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.

Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώ­ρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ' όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.

(Από το τεύχος 21 του έτους 1996 του περιοδικού Ο Ο­ΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, σελίς 6-20).

http://www.impantokratoros.gr/Maximos-O ... is.el.aspx

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 12 Δεκ 2013, 23:03 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5420
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
περί αγάπης



Η αγάπη ειναι μιά αγαθή διάθεση της ψυχης, η οποία τήν κάνει νά μήν προτιμα κανένα από τά οντα περισσότερο από τή γνώση του Θεου. Ειναι ομως αδύνατο νά φτάσει ν΄ αποκτήσει σταθερά αυτή τήν αγάπη οποιος εχει κάποια εμπαθή κλίση σέ κάτι από τά γήινα.

2. Τήν αγάπη τή γεννα η απάθεια· τήν απάθεια τή γεννα η ελπίδα στό Θεό· τήν ελπίδα, η υπομονή καί η μακροθυμία. Αυτές τίς γεννα η καθολική εγκράτεια· τήν εγκράτεια, ο φόβος του Θεου· τόν φόβο του Θεου τόν γεννα η πίστη.

3. ΄Εκεινος πού πιστεύει στόν Κύριο, φοβαται τήν κόλαση. Κι εκεινος πού φοβαται τήν κόλαση, εγκρατεύεται από τά πάθη. Εκεινος πού εγκρατεύεται από τά πάθη, υπομένει οσα τόν θλίβουν. Εκεινος πού υπομένει οσα θλίβουν, θά αποκτήσει τήν ελπίδα στό Θεό. Η ελπίδα στό Θεό απομακρύνει τό νου από κάθε εμπαθή κλίση πρός τά γήινα. Καί οταν χωριστει από αυτήν ο νους, θά αποκτήσει τήν αγάπη πρός τό Θεό.

4. Εκεινος πού αγαπα τό Θεό πάνω απ΄ ολα τά κτίσματά Του προτιμα τή γνώση Του κι αδιάλειπτα μέ πόθο τήν προσμένει.

5. Αν ολα τά οντα εγιναν από τό Θεό καί γιά τό Θεό, καί ο Θεός ειναι καλύτερος από τά δημιουργήματά Του, εκεινος πού εγκαταλείπει τό Θεό καί στρέφεται στά χειρότερα, φανερώνεται οτι προτιμα περισσότερο τά δημιουργήματα από τό Θεό.

6. Εκεινος πού εχει προσηλωμένο τό νου του στήν αγάπη του Θεου, καταφρονει ολα τά ορατά, καί τό σωμα του ακόμη, σάν νά ειναι ξένο.

7. Αφου η ψυχή ειναι ανώτερη από τό σωμα, καί ασυγκρίτως ανώτερος από τόν κόσμο ο Δημιουργός Θεός, εκεινος πού προτιμα τό σωμα από τήν ψυχή καί τόν κόσμο από τό Θεό πού τόν δημιούργησε, αυτός δέ διαφέρει διόλου από αυτούς πού λατρεύουν τά ειδωλα.

8. Εκεινος πού χώρισε τό νου του από τήν αγάπη του Θεου καί τή θεωρία, καί τόν εχει δεμένο σέ κάποιο από τά αισθητά, αυτός ειναι πού προτιμα τό σωμα από τήν ψυχή καί τά κτίσματα από τόν Θεό πού τά δημιούργησε.

9. Αν η ζωή του νου ειναι ο φωτισμός πού δίνει η πνευματική γνώση, κι αυτόν τόν γεννα η αγάπη πρός τό Θεό, ορθά εχει λεχθει πώς δέν ειναι τίποτε πιό μεγάλο από τή θεία αγάπη.

10. Οταν μέ τόν ερωτα της αγάπης ο νους μεταβαίνει πρός τό Θεό, τότε δέν εχει διόλου αισθηση γιά κανένα από τά κτίσματα. Καθώς καταφωτίζεται από τό θειο καί απειρο φως, γίνεται αναίσθητος γιά ολα τά κτίσματα, οπως τά μάτια δέν βλέπουν τά αστρα οταν ανατέλλει ο ηλιος.

11. Ολες οι αρετές βοηθουν τό νου γιά νά αποκτήσει τό θειο ερωτα, περισσότερο ομως απ΄ ολες η καθαρή προσευχή. Γιατί μέ αυτήν ο νους παίρνει φτερά καί πετα πρός τό Θεό, καί βγαίνει εξω από ολα τά οντα.

12. Οταν ο νους αρπαχθει μέσω της αγάπης από τή θεία γνώση, καί αφου βρεθει εξω από τά οντα, αισθάνεται τήν απειρία του Θεου· τότε, οπως συνέβη στόν Ησαΐα, από τήν εκπληξη ερχεται σέ συναίσθηση της μηδαμινότητάς του καί λέει μέ κατάνυξη τά λόγια του προφήτη: « Ω εγώ, ο αθλιος, τί συντριβή νιώθω! Εγώ, ενας ανθρωπος πού εχω χείλη ακάθαρτα, καί ανάμεσα σέ λαό πού εχει χείλη ακάθαρτα κατοικω, ειδα μέ τά μάτια μου τόν Βασιλέα, τόν Κύριο Σαββαώθ».

13. Οποιος αγαπα τό Θεό, δέν μπορει νά μήν αγαπήσει καί κάθε ανθρωπο σάν τόν εαυτό του, αν καί τόν δυσαρεστουν τά πάθη εκείνων πού δέν εχουν ακόμη καθαριστει. Γι΄ αυτό καί χαίρεται μέ αμέτρητη καί ανέκφραστη χαρά γιά τή διόρθωσή τους.

14. Ακάθαρτη ειναι η ψυχή πού ειναι γεμάτη από κακούς λογισμούς, από επιθυμία καί μίσος.

15. Εκεινος πού βλέπει καί ιχνος μόνο μίσους μέσα στήν καρδιά του, πρός οποιονδήποτε ανθρωπο γιά οποιοδήποτε φταίξιμό του, ειναι εντελως ξένος από τήν αγάπη πρός τό Θεό. Γιατί η αγάπη πρός τό Θεό δέν ανέχεται διόλου τό μίσος κατά του ανθρώπου.

16. « Οποιος μέ αγαπα - λέει ο Κύριος - θά τηρήσει τίς εντολές Μου. Καί η δική Μου εντολή ειναι νά αγαπατε ο ενας τόν αλλο». Αρα λοιπόν εκεινος πού δέν αγαπα τόν πλησίον του, δέν τηρει τήν εντολή του Κυρίου. Εκεινος πού δέν τηρει τήν εντολή, ουτε τόν Κύριο μπορει νά αγαπήσει.

17. Μακάριος ο ανθρωπος πού μπορει νά αγαπήσει κάθε ανθρωπο στόν ιδιο βαθμό.

18. Μακάριος ο ανθρωπος πού δέν προσηλώνεται σέ κανένα πράγμα φθαρτό η πρόσκαιρο.

19. Μακάριος ο νους πού προσπέρασε ολα τά οντα καί απολαμβάνει συνεχως τή θεία ωραιότητα.

20. Εκεινος πού φροντίζει γιά τή σάρκα, πως νά ικανοποιει τίς επιθυμίες της, καί γιά πρόσκαιρα πράγματα εχει μνησικακία πρός τόν πλησίον του, αυτός λατρεύει τήν κτίση αντί του Δημιουργου.

21. Εκεινος πού διατηρει τό σωμα του γερό καί μακριά από ηδονές, τό εχει σύνδουλό του γιά νά υπηρετει τά πνευματικά.

22. Οποιος αποφεύγει ολες τίς κοσμικές επιθυμίες, κάνει τόν εαυτό του ανώτερο από κάθε κοσμική υλικότητα.

23. Οποιος αγαπα τό Θεό, αγαπα δίχως αλλο καί τόν πλησίον του. Ενας τέτοιος ανθρωπος δέν μπορει νά φυλάει χρήματα· τά διαχειρίζεται κατά τό θέλημα του Θεου καί τά μοιράζει σ΄ εκείνους πού εχουν ανάγκη.

24. Οποιος κάνει ελεημοσύνη μιμούμενος τό Θεό, δέν κάνει διάκριση καλου καί κακου, δικαίου καί αδίκου στά απαραίτητα της ζωης, αλλά μοιράζει ιδια σέ ολους κατά τίς ανάγκες τους, αν καί προτιμα γιά τήν αγαθή του προαίρεση τόν ενάρετο από τόν κακό.

25. Ο Θεός, εκ φύσεως αγαθός καί απαθής, ολους τούς αγαπα εξίσου ως δημιουργήματά Του, αλλά τόν ενάρετο τόν δοξάζει επειδή αποκτα καί τή γνώση, ενω τόν κακό ανθρωπο, τόν ελεει λόγω της αγαθότητάς Του, καί παιδεύοντάς τον σ΄ αυτόν τόν κόσμο, τόν φέρνει σέ μετάνοια καί διόρθωση. Ετσι καί ο καλοπροαίρετος καί απαθής ανθρωπος, ολους τούς ανθρώπους τούς αγαπα εξίσου. Τόν ενάρετο καί γιά τήν ανθρώπινη φύση του, καί γιά τήν καλή του προαίρεση· τόν κακό τόν ελεει καί σάν συνάνθρωπό του, καί από συμπάθεια, επειδή ως ανόητος βαδίζει στό σκοτάδι.

26. Η διάθεση της αγάπης δέν διαπιστώνεται μόνο μέ τήν παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο μέ τή μετάδοση λόγου καί μέ τή σωματική διακονία.

27. Εκεινος πού απαρνήθηκε ειλικρινά τά κοσμικά καί υπηρετει μέ αγάπη απροσποίητη τόν πλησίον του, ελευθερώνεται γρήγορα από κάθε πάθος καί μετέχει στή θεία αγάπη καί γνώση.

28. Εκεινος πού εκανε κτημα του τή θεία αγάπη, δέν κουράζεται νά ακολουθει συνέχεια τόν Κύριό του, οπως λέει ο θειος Ιερεμίας, αλλά υπομένει μέ γενναιότητα κάθε κόπο, κακολογία καί υβρη, χωρίς νά σκέφτεται τό κακό πού του εκανε οποιοσδήποτε.

29. Οταν σέ προσβάλει κανένας }η σ΄ εξευτελίσει σέ κάτι, τότε φυλάξου από τούς λογισμούς της οργης, μήπως μέ τή λύπη σέ χωρίσουν από τήν αγάπη καί σέ μεταφέρουν στή χώρα του μίσους.

30. Οταν αισθανθεις πόνο επειδή κάποιος σέ πρόσβαλε η σέ ντρόπιασε, νά ξέρεις οτι ωφελήθηκες πολύ· μέ τό ντρόπιασμα βγηκε από μέσα σου η κενοδοξία.

31. Οπως η μνήμη της φωτιας δέν ζεσταίνει τό σωμα, ετσι πίστη χωρίς αγάπη δέν φέρνει στήν ψυχή τό φωτισμό της γνώσεως.

32. Οπως τό φως του ηλιου ελκύει τό υγιές μάτι, ετσι καί η γνώση του Θεου τραβα φυσικως τόν καθαρό νου στόν εαυτό της μέ τήν αγάπη.

33. Νους καθαρός ειναι ο νους πού απομακρύνθηκε από τήν αγνοια καί καταφωτίζεται από τό θειο φως.

34. Ψυχή καθαρή ειναι εκείνη πού ελευθερώθηκε από τά πάθη καί ευφραίνεται ακατάπαυστα μέ τή θεία αγάπη.

35. Πάθος αξιοκατηγόρητο, ειναι μιά κίνηση της ψυχης παρά φύση.

36. Απάθεια ειναι μιά ειρηνική κατάσταση της ψυχης, κατά τήν οποία η ψυχή δύσκολα κινειται πρός τήν κακία.

37. Εκεινος πού απόκτησε τούς καρπούς της αγάπης μέ τό ζηλο του, δέν χωρίζεται από αυτή, ακόμη κι αν υποφέρει μύρια κακά. Ας σέ πείσει γι΄ αυτό ο Στέφανος ο μαθητής του Χριστου καί οι ομοιοί του, πού προσευχόταν γιά κείνους πού τόν φόνευαν καί ζητουσε νά τούς συγχωρήσει ο Θεός, επειδή ενεργουσαν ετσι από αγνοια.

38. Αν ιδίωμα της αγάπης ειναι η μακροθυμία καί η χρηστότητα, τότε εκεινος πού θυμομανιάζει καί ενεργει δόλια, ειναι φανερό οτι αποξενώνεται από τήν αγάπη. Κι οποιος ειναι ξένος από τήν αγάπη, ειναι ξένος από τό Θεό, αφου ο Θεός ειναι αγάπη.

39. «Μήν πειτε, λέει ο θειος Ιερεμίας, οτι ειστε ναός του Κυρίου» · καί σύ μήν πεις οτι «η απογυμνωμένη από εργα πίστη στόν Κύριό μας Ιησου Χριστό μπορει νά μέ σώσει». Αυτό ειναι αδύνατο, αν δέν αποκτήσεις καί τήν αγάπη πρός Αυτόν μέ τά εργα. Η γυμνή από εργα πίστη δέν ωφελει, αφου καί τά δαιμόνια πιστεύουν καί τρέμουν.

40. Εργο αγάπης ειναι η πρός τόν πλησίον ολόψυχη ευεργεσία καί μακροθυμία καί υπομονή, καί η χρήση των πραγμάτων μέ ορθό λόγο.

41. Οποιος αγαπα τό Θεό, δέν λυπει κανένα, ουτε λυπαται από κανένα γιά πρόσκαιρα πράγματα. Μιά μόνο λύπη προξενει καί δοκιμάζει, τή σωτήρια λύπη, τήν οποία ο μακάριος Παυλος καί δοκίμασε καί προξένησε στούς Κορινθίους.

42. Εκεινος πού αγαπα τό Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στή γη· νηστεύει καί αγρυπνει, ψάλλει καί προσεύχεται, καί γιά κάθε ανθρωπο σκέφτεται πάντοτε καλά.

43. Ο,τι επιθυμει κανείς εκεινο αγωνίζεται ν΄ αποκτήσει. Κι από ολα τά αγαθά καί επιθυμητά, ασύγκριτα πιό αγαθό καί επιθυμητό ειναι ο Θεός. Πόση λοιπόν επιμέλεια εχομε χρέος νά καταβάλομε γιά νά επιτύχομε τό φύσει αγαθό καί επιθυμητό;

44. Μή μολύνεις τή σάρκα σου μέ αισχρές πράξεις καί μή λερώνεις τήν ψυχή σου μέ πονηρούς λογισμούς. Καί η ειρήνη του Θεου θά ερθει σ΄ εσένα καί θά φέρει τήν αγάπη.

45. Νά καταπονεις τό σωμα σου μέ νηστεία καί αγρυπνία καί ν΄ ασχολεισαι ακούραστα μέ τήν ψαλμωδία καί τήν προσευχή· καί θά ερθει σ΄ εσένα ο αγιασμός της σωφροσύνης καί θά φέρει τήν αγάπη.

46. Εκεινος πού αξιώθηκε νά λάβει τήν θεία γνώση καί απόκτησε διά μέσου της αγάπης τό φωτισμό της, δέ θά παρασυρθει ποτέ από τό πνευμα της κενοδοξίας. Ευκολα ομως παρασύρεται από αυτήν οποιος δέν αξιώθηκε τή θεία γνώση. Αλλά αν ο ανθρωπος αυτός σέ κάθε τί πού πράττει εχει στραμμένο τό βλέμμα του στό Θεό, μέ τήν αισθηση οτι ολα τά πράττει γι΄ Αυτόν, ε}υκολα μέ τή βοηθεια του Θεου θά απαλλαγει από τήν κενοδοξία.

47. Οποιος δέν απόκτησε ακόμη τή θεία γνώση, πού εκδηλώνεται μέ τήν αγάπη, }εχει μεγάλη ιδέα γιά οσα εργα κάνει σύμφωνα μέ τό θέλημα του Θεου. Εκεινος ομως πού αξιώθηκε καί τήν απόκτησε, λέει μέ βαθιά συναίσθηση τά λόγια πού ειπε ο πατριάρχης Αβραάμ οταν ειδε τό Θεό: « Εγώ ειμαι χωμα καί στάχτη».

48. Εκεινος πού φοβαται τόν Κύριο, εχει πάντοτε σύντροφό του τήν ταπεινοφροσύνη, καί μέ τίς ενθυμήσεις πού αυτή προκαλει, φτάνει στή θεία αγάπη καί ευχαριστία. Φέρνει στό νου του τή ζωή πού εκανε πρωτύτερα στόν κόσμο, καί τά διάφορα αμαρτήματα καί τούς πειρασμούς πού αντιμετώπισε από τόν καιρό της νεότητάς του, καί πως απ΄ ολα εκεινα τόν γλύτωσε ο Κύριος, καί τόν μετέφερε από τήν ζωή των παθων στόν κατά Θεόν βίο· καί μαζί μέ τό φόβο, αποκτα καί τήν αγάπη, ευχαριστώντας πάντοτε μέ πολλή ταπεινοφροσύνη τόν Ευεργέτη καί Κυβερνήτη της ζωης μας.

49. Μή λερώσεις τό νου σου ανεχόμενος λογισμούς επιθυμίας καί θυμου, γιά νά μήν ξεπέσεις από τήν καθαρή προσευχή καί περιπέσεις στό πνευμα της ακηδίας.

50. Τότε ο νους χάνει τήν οικειότητα πού εχει μέ τό Θεό, οταν δέχεται πονηρούς η ακάθαρτους λογισμούς νά παραμένουν.

51. Ο ανόητος, πού τόν οδηγουν τά πάθη, οταν αναστατώνεται από τό θυμό, βιάζεται νά φύγει ασυλλόγιστα μακριά από τούς αδελφούς. Αλλοτε πάλι, οταν καίγεται από τήν επιθυμία, μετανοιωμένος τρέχει νά τούς συναντήσει. Ο φρόνιμος ομως, καί στίς δύο περιπτώσεις κάνει τό αντίθετο. Στήν περίπτωση του θυμου, αφου κόψει τίς αιτίες της ταραχης, απαλλάσσει τόν εαυτό του από τή λύπη πρός τούς αδελφούς· στήν περίπτωση της επιθυμίας, συγκρατει τόν εαυτό του από τήν παράλογη παρόρμηση γιά συνάντηση αλλων.

52. Στόν καιρό των πειρασμων μήν εγκαταλείψεις τό Μοναστήρι σου, αλλά υπόμενε μέ γενναιότητα τά κύματα των λογισμων, καί μάλιστα της λύπης καί της ακηδίας. Ετσι αφου δοκιμαστεις κατά θεία οικονομία μέ τίς θλίψεις, θά αποκτήσεις βέβαια ελπίδα στό Θεό. Αν ομως τό εγκαταλείπεις, θά φανεις ανάξιος, ανανδρος καί αστατος.

53. Αν θέλεις νά μήν ξεπέσεις από τήν αγάπη του Θεου, μήτε τόν αδελφό νά αφήσεις νά κοιμηθει στενοχωρημένος από σένα, μήτε σύ νά κοιμηθεις στενοχωρημένος εναντίον του. Συμφιλιώσου μέ τόν αδελφό σου καί τότε πήγαινε καί πρόσφερε στό Χριστό μέ καθαρή συνείδηση τό δωρο της αγάπης, μέ ενθερμη προσευχή.

54. Αν εκεινος πού εχει ολα τά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, καί δέν εχει αγάπη, δέν ωφελειται τίποτε σύμφωνα μέ τόν θειο Απόστολο, πόση επιμέλεια πρέπει νά καταβάλομε γιά νά τήν αποκτήσομε;

55. Αν η αγάπη δέν κάνει κακό στόν πλησίον, εκεινος πού φθονει τόν αδελφό καί λυπαται γιά τήν προκοπή του καί μέ ειρωνειες προσπαθει νά κηλιδώσει τήν υπόληψή του η μέ οποια κακοήθεια τόν επιβουλεύεται, πως αυτός δέν αποξενώνεται από τήν αγάπη καί δέν κάνει τόν εαυτό του ενοχο γιά τήν αιώνιο Κρίση;

56. Αν η αγάπη ειναι τό πλήρωμα του νόμου, εκεινος πού εχει μνησικακία γιά τόν αδελφό καί κάνει δόλια σχέδια εναντίον του καί τόν καταριέται καί δοκιμάζει χαρά γιά κάθε πτώση του, πως δέν καταπατει τό νόμο καί δέν ειναι αξιος γιά τήν αιώνια κόλαση;

57. Αν εκεινος πού κατηγορει καί κρίνει τόν αδελφό του κατηγορει καί κρίνει τό θειο νόμο, καί ο νόμος του Χριστου ειναι η αγάπη, πως δέν ξεπέφτει από τήν αγάπη του Χριστου εκεινος πού καταλαλει, καί δέν προξενει ο ιδιος στόν εαυτό του τήν αιώνια κόλαση;

58. Μήν παραδώσεις τήν ακοή σου στούς λόγους οποιου καταλαλει, ουτε τούς δικούς σου λόγους στήν ακοή ενός φιλοκατήγορου, μιλώντας η ακούγοντας μ΄ ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, γιά νά μή χάσεις τή θεία αγάπη καί βρεθεις απόκληρος από τήν αιώνια ζωή.

59. Μή δέχεσαι κατηγορίες κατά του πνευματικου σου πατέρα, μήτε νά διευκολύνεις εκεινον πού τόν προσβάλλει, γιά νά μήν οργιστει ο Κύριος γιά τά εργα σου καί σέ εξολοθρεύσει από τή χώρα της ζωης.

60. Κλεινε τό στόμα εκείνου πού κατηγορει τόν αλλον, γιά νά μήν αμαρτάνεις μαζί του διπλή αμαρτία· καί συνηθίζοντας ο ιδιος σέ καταστρεπτικό πάθος, καί μή σταματώντας εκεινον πού φλυαρει κατά του πλησίον.

61. « Εγώ ομως σας λέω, ειπε ο Κύριος, αγαπατε τούς εχθρούς σας, ευεργετειτε οσους σας μισουν, προσεύχεσθε γιά οσους σας βλάπτουν». Γιατί τά διέταξε αυτά; Γιά νά σέ ελευθερώσει από τό μίσος, τή λύπη, τήν οργή καί τήν μνησικακία καί νά σέ αξιώσει νά λάβεις τό μέγιστο απόκτημα, τήν τέλεια αγάπη, πού ειναι αδύνατο νά τήν εχει οποιος δέν αγαπα εξίσου ολους τούς ανθρώπους, κατά μίμηση του Θεου, ο οποιος αγαπα εξίσου ολους τούς ανθρώπους καί θέλει νά σωθουν καί νά λάβουν πλήρη γνώση της αλήθειας.

62. « Ομως σας λέω νά μήν αντισταθειτε στόν πονηρό, αλλά αν κανείς σέ χτυπήσει στό δεξί μέρος του προσώπου, γύρισέ του καί τό αλλο· καί σ΄ αυτόν πού θέλει νά σέ πάει στό δικαστήριο γιά νά σου πάρει τό χιτώνα, αφησέ του καί τό ιμάτιο· καί αν σέ αγγαρεύει κάποιος γιά ενα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο». Γιατί λέει αυτά ο Κύριος; Γιά νά φυλάξει κι εσένα χωρίς οργή, ταραχή καί λύπη, καί νά διδάξει κι εκεινον μέ τήν ανεξικακία σου· καί τούς δύο πάλι, σάν καλός Πατέρας, νά σας φέρει στόν ζυγό της αγάπης.

63. Των πραγμάτων, μέ τά οποια κάποτε μας εδενε κάποιο πάθος, εχομε μέσα μας τίς εμπαθεις φαντασίες. Οποιος λοιπόν νικα τίς εμπαθεις φαντασίες, καταφρονει οπωσδήποτε καί τά πράγματα πού αυτές απεικονίζουν. Γιατί ο πόλεμος εναντίον των ενθυμήσεων ειναι τόσο χειρότερος από τόν πόλεμο εναντίον των πραγμάτων, οσο ειναι πιό ευκολο νά αμαρτάνει κανείς μέ τή διάνοια από τό νά αμαρτάνει μέ εργα.

64. Αλλα από τά πάθη ειναι σωματικά κι αλλα ψυχικά. Τά σωματικά εχουν τίς αφορμές τους από τό σωμα, τά ψυχικά από τά εξωτερικά πράγματα. Καί τά δύο αυτά ειδη παθων τά αφανίζουν η αγάπη καί η εγκράτεια· η πρώτη τά ψυχικά, η δεύτερη τά σωματικά.

65. Από τά πάθη, αλλα ανήκουν στό θυμικό μέρος της ψυχης, αλλα στό επιθυμητικό. Καί τά δύο αυτά ειδη κινουνται διά μέσου των αισθήσεων. Καί κινουνται τότε, οταν η ψυχή βρίσκεται εξω από τά ορια της εγκράτειας καί της αγάπης.

66. Τά πάθη του θυμικου μέρους της ψυχης ειναι πιό δυσκολοπολέμητα από τά πάθη του επιθυμητικου. Γι΄ αυτό καί δόθηκε από τόν Κύριο εναντίον των παθων του θυμικου δυνατότερο φάρμακο, τό οποιο ειναι η εντολή της αγάπης.

67. Ολα τά αλλα πάθη, ερεθίζουν ειτε τό θυμικό μέρος της ψυχης, ειτε τό επιθυμητικό, ειτε τό λογιστικό, οπως ειναι η λήθη καί η αγνοια. Η ακηδία ομως, κυριαρχώντας σ΄ ολες τίς δυνάμεις της ψυχης, κινει ολα μαζί τά πάθη. Γι΄ αυτό καί ειναι τό πιό βαρύ από ολα τά αλλα πάθη. Καλως λοιπόν ο Κύριος, δίνοντας τό αντίδοτό της, λέει: «Μέ τήν υπομονή σας, κερδίστε τίς ψυχές σας».

68. Μήν προσβάλεις ποτέ κανένα αδελφό, καί μάλιστα χωρίς ευλογη αιτία, μήν τυχόν επιστρέψει στόν κόσμο μή μπορώντας ν΄ αντέξει τή θλίψη, καί ετσι δέ θά αποφύγεις τόν ελεγχο της συνειδήσεως πού θά σου προξενει πάντα λύπη στήν προσευχή καί θά αποδιώχνει τό νου από τήν παρρησία πρός τό Θεό.

69. Μήν ανέχεσαι τίς υπόνοιες η καί τούς ανθρώπους πού σου μεταφέρουν σκάνδαλα αλλων. Γιατί εκεινοι πού παραδέχονται σκάνδαλα μέ οποιοδήποτε τρόπο γιά εκεινα πού συμβαίνουν προαιρετικά η απροαίρετα, δέν γνωρίζουν τό δρόμο της ειρήνης, η οποία οδηγει τούς εραστές της διά μέσου της αγάπης στή γνώση του Θεου.

70. Δέν εχει τέλεια αγάπη εκεινος πού αλλάζει διάθεση πρός τούς ανθρώπους ανάλογα μέ τό χαρακτήρα τους· τόν ενα π.χ. τόν αγαπα καί τόν αλλον τόν μισει, }η τόν ιδιο ανθρωπο αλλοτε τόν αγαπα καί αλλοτε τόν μισει γιά τίς ιδιες αιτίες.

71. Η τέλεια αγάπη δέν διαχωρίζει κατά τίς διαθέσεις των επιμέρους ανθρώπων τή μία καί κοινή ανθρώπινη φύση, αλλά αποβλέποντας σ΄ αυτήν, αγαπα εξίσου ολους τούς ανθρώπους. Αγαπα τούς ενάρετους ως φίλους· τούς κακούς τούς αγαπα ως εχθρούς, καί τούς ευεργετει καί μακροθυμει καί υπομένει αν τήν βλάψουν, χωρίς νά λογαριάζει διόλου τό κακό, αλλά καί πάσχει γιά χάρη τους, αν τό καλέσει η περίσταση, γιά νά τούς κάνει καί αυτούς φίλους, }αν ειναι δυνατόν. Αν δέν τό κατορθώσει, δέν αλλάζει τή διάθεσή της, αλλά φανερώνει τούς καρπούς της αγάπης εξίσου πρός ολους τούς ανθρώπους. Γι΄ αυτό καί ο Κύριός μας καί Θεός Ιησους Χριστός, δείχνοντας τήν αγάπη Του σ΄ εμας, επαθε γιά χάρη ολης της ανθρωπότητας καί χάρισε σέ ολους εξίσου τήν ελπίδα της αναστάσεως -αν καί καθένας κάνει τόν εαυτό του αξιο ειτε γιά δόξα ειτε γιά κόλαση.

72. Εκεινος πού δέν καταφρονει τή δόξα καί τήν εξουδένωση, τόν πλουτο καί τή φτώχεια, τήν ηδονή καί τή λύπη, δέν απόκτησε ακόμη τέλεια αγάπη. Γιατί η τέλεια αγάπη δέν καταφρονει μόνον αυτά, αλλά καί τήν πρόσκαιρη ζωή καί τό θάνατο.

73. Ακουσε τί λένε εκεινοι πού αξιωθήκανε νά εχουν τήν τέλεια αγάπη: «Ποιός θά μας χωρίσει από τήν αγάπη του Χριστου; Θλίψη η στενοχώρια η διωγμός η γυμνότητα η κίνδυνος η μάχαιρα; Καθώς λέει η Γραφή, γιά χάρη Σου θανατωνόμαστε ολη τήν ημέρα· θεωρηθήκαμε ως πρόβατα γιά σφαγή. Αλλά σ΄ ολα τουτα βγαίνομε νικητές μέ τή βοήθεια Εκείνου πού μας αγάπησε. Πιστεύω απόλυτα οτι ουτε θάνατος, ο}υτε ζωή, ο}υτε αγγελοι, ο}υτε Αρχές, ο}υτε Δυνάμεις, ο}υτε τωρινά, ο}υτε μελλοντικά, ο}υτε υψωμα, ο}υτε βάθος, ο}υτε καμιά αλλη κτίση θά μπορέσει νά μας χωρίσει από τήν αγάπη του Θεου πού εκδηλώνεται μέ τόν Ιησου Χριστό, τόν Κύριό μας».

74. Ακουσε πάλι τί λένε γιά τήν αγάπη πρός τόν πλησίον: «Λέω αλήθεια, μάρτυς μου ο Χριστός, δέν ψεύδομαι· η συνείδησή μου, πού φωτίζεται από τό Αγιο Πνευμα, μαρτυρει κι αυτή, οτι εχω μεγάλη λύπη καί πόνο αδιάκοπο στήν καρδιά μου γιά τούς ομοεθνεις μου Ιουδαίους. Θά ευχόμουν νά χωριστω εγώ από τό Χριστό γιά χάρη των αδελφων μου, των φυσικων συγγενων μου, οι οποιοι ειναι Ισραηλίτες κλπ.». Παρόμοια ειπαν καί ο Μωυσης καί οι αλλοι Αγιοι.

75. Εκεινος πού δέν καταφρονει τή δόξα καί τήν ηδονή, καθώς καί τή φιλαργυρία πού συντελει στήν αυξησή τους καί γιά χάρη τους υπάρχει, δέν μπορει νά κόψει τίς αφορμές του θυμου. Εκεινος ομως πού δέν τίς κόβει, δέν μπορει νά επιτύχει τήν τέλεια αγάπη.

76. Η ταπείνωση καί η κακοπάθεια ελευθερώνουν τόν ανθρωπο από κάθε αμαρτία, καθώς κόβει η μιά τά πάθη της ψυχης καί η αλλη τά πάθη του σώματος. Αυτό εκανε καί ο μακάριος Δαβίδ καί προσευχόταν στό Θεό λέγοντας: «Δές τήν ταπείνωσή μου καί τόν κόπο μου καί συγχώρεσε ολες τίς αμαρτίες μου».

77. Διά μέσου των εντολων Του, ο Κύριος κάνει απαθεις οσους τίς εφαρμόζουν. Διά μέσου των θείων δογμάτων, χαρίζει σ΄ αυτούς τό φωτισμό της θείας γνώσεως.

78. Ολα τά δόγματα αναφέρονται }η στό Θεό, η στά ορατά καί τά αόρατα, }η στήν πρόνοια καί τήν κρίση του Θεου γι΄ αυτά.

79. Η ελεημοσύνη θεραπεύει τό θυμικό μέρος της ψυχης· η νηστεία μαραίνει τήν επιθυμία· η προσευχή καθαρίζει τό νου καί τόν κάνει επιτήδειο γιά τή θεωρία των οντων. Γιατί ανάλογα μέ τίς δυνάμεις της ψυχης, ο Κύριος μας χάρισε καί τίς εντολές Του.

80. «Μάθετε από εμένα, λέει ο Κύριος, οτι ειμαι πράος καί ταπεινός στήν καρδιά κλπ.». Η πραότητα διατηρει ατάραχο τό θυμικό μέρος της ψυχης· η ταπείνωση ελευθερώνει τό νου από τήν αλαζονεία καί τήν κενοδοξία.

81. Ο φόβος του Θεου ειναι δύο ειδων. Εκεινος πού γεννιέται μέσα μας από τίς απειλές της κολάσεως καί κάνει νά φυτρώνουν μέσα μας η εγκράτεια, η ελπίδα στό Θεό, η απάθεια καί στή συνέχεια κατά φυσική τάξη η αγάπη. Καί ο φόβος πού ειναι ενωμένος μέ τήν ιδια τήν αγάπη, καί φέρνει πάντοτε στήν ψυχή ευλάβεια, γιά νά μήν καταλήξει σέ καταφρόνηση του Θεου εξαιτίας της παρρησίας πού δίνει η αγάπη.

82. Τόν πρωτο φόβο τόν εκτοπίζει η τέλεια αγάπη, γιατί η ψυχή πού τήν εχει δέν φοβαται πλέον τήν κόλαση. Τό δεύτερο φόβο τόν εχει, οπως ειπαμε, η αγάπη ενωμένο πάντα μαζί της. Στόν πρωτο φόβο ταιριάζει ο λόγος: «Μέ τό φόβο του Κυρίου απομακρύνεται καθένας από τό κακό», καί ο λόγος: « Αρχή της σοφίας ειναι ο φόβος του Κυρίου». Στό δεύτερο φόβο ταιριάζει ο λόγος: «Δέν θά δοκιμάσουν στέρηση οσοι φοβουνται τόν Κύριο».

83. «Νεκρωστε λοιπόν τά μέλη σας πού σέρνονται στή γη· τήν πορνεία, τήν ακαθαρσία, τό πάθος, τήν κακή επιθυμία καί τήν πλεονεξία κτλ.». Μέ τή γη εννοει τό σαρκικό φρόνημα. Πορνεία ονόμασε τήν εμπρακτη αμαρτία. Ακαθαρσία ειπε τή συγκατάθεση στήν αμαρτία. Πάθος, τόν εμπαθή λογισμό. Επιθυμία κακή ονόμασε τήν απλή παραδοχή του λογισμου καί της επιθυμίας. Πλεονεξία ειπε τό υλικό πού γεννα καί αυξάνει τό πάθος. Ολα λοιπόν αυτά, σάν μέλη του σαρκικου φρονήματος, διέταξε ο Απόστολος νά νεκρώσομε.

84. Η μνήμη, στήν αρχή, φέρνει στό νου τό λογισμό χωρίς εμπάθεια· καί οταν αυτός μένει στό νου γιά καιρό, κινειται τό πάθος. Αν αυτό δέν εξολοθρευτει, λυγίζει τό νου στή συγκατάθεση. Μετά τή συγκατάθεση αρχίζει η εμπρακτη αμαρτία. Ο πάνσοφος λοιπόν Απόστολος, γράφοντας πρός τούς Χριστιανούς πού ηταν πρωτύτερα ειδωλολάτρες, διατάζει πρωτα νά αφανίζουν τό αποτέλεσμα της αμαρτίας· κι επειτα, μέ αντίστροφη σειρά νά καταλήγουν στήν αιτία της αμαρτίας. Καί η αιτία ειναι, οπως ειπαμε, η πλεονεξία, πού γεννα καί αυξάνει τό πάθος. Νομίζω οτι εδω σημαίνει τή γαστριμαργία, η οποία ειναι μητέρα καί τροφός της πορνείας. Γιατί η πλεονεξία ειναι κακή οχι μόνο γιά τά χρήματα, αλλά καί γιά τήν τροφή· οπως καί η εγκράτεια δέν εννοειται μόνο γιά τά φαγητά, αλλά καί γιά τά χρήματα.

85. Οπως ενα σπουργίτι δεμένο από τό πόδι, οταν πάει νά πετάξει, πέφτει στό χωμα, επειδή τό τραβάει τό σχοινί, ετσι καί ο νους πού δέν απόκτησε ακόμη τήν απάθεια καί πετα πρός τή γνώση των επουρανίων, τραβιέται από τά πάθη στή γη.

86. Οταν ο νους ελευθερωθει τελείως από τά πάθη, τότε πορεύεται πρός τή θεωρία των οντων χωρίς νά γυρίζει πίσω, βαδίζοντας πλέον πρός τή γνώση της Αγίας Τριάδας.

87. Οταν ειναι καθαρός ο νους, δεχόμενος τά νοήματα των πραγμάτων προχωρει μέσω αυτων στήν πνευματική θεωρία· οταν ομως από ραθυμία γίνει ακάθαρτος, τότε τά μέν νοήματα των αλλων πραγμάτων τά φαντάζεται απλως (χωρίς νά οδηγειται σέ θεωρία), τά δέ ανθρώπινα νοήματα πού δέχεται, τά μετατρέπει σέ αισχρούς η πονηρούς λογισμούς.

88. Οταν πάντοτε, κατά τόν καιρό της προσευχης, δέν ενοχλει τό νου σου κανένα νόημα του κόσμου, τότε νά ξέρεις οτι δέν εισαι εξω από τά ορια της απάθειας.

89. Οταν η ψυχή αρχίζει νά αισθάνεται τήν ιδια τήν υγεία της, τότε καί τίς φαντασίες του υπνου τίς βλέπει χωρίς εμπάθεια καί ταραχή.

90. Οπως τό μάτι τό ελκύει η ομορφιά των ορατων, ετσι καί τόν καθαρό νου η γνώση των αοράτων. Αόρατα εννοω τά ασώματα.

91. Μεγάλο πράγμα ειναι νά μήν κινειται κάποιος σέ κάποιο πάθος από τά πράγματα· πολύ μεγαλύτερο ομως ειναι νά μένει απαθής απέναντι στίς φαντασίες των πραγμάτων. Γιατί ο πόλεμος των δαιμόνων εναντίον μας μέ τούς λογισμούς, ειναι πολύ πιό φοβερός από τόν πόλεμο μέσω των πραγμάτων.

92. Εκεινος πού κατόρθωσε τίς αρετές καί πλούτισε μέ θεία γνώση, επειδή βλέπει τά πράγματα στή φυσική τους κατάσταση, πράττει τά πάντα καί μιλα γι΄ αυτά κατά τίς υπαγορεύσεις του ορθου λόγου, χωρίς νά σφάλλει καθόλου. Γιατί από τήν ορθή η μή ορθή χρησιμοποίηση των πραγμάτων ειναι πού γινόμαστε ενάρετοι η κακοί.

93. Σημάδι τέλειας απάθειας ειναι νά αναδύονται πάντοτε στήν καρδιά χωρίς πάθος τά νοήματα των πραγμάτων, τόσο οταν ειμαστε ξυπνητοί, οσο καί στόν υπνο μας.

94. Ο νους αποβάλλει μέ τήν εκτέλεση των εντολων, τά πάθη· μέ τήν πνευματική θεωρία των ορατων, τά εμπαθή νοήματα των πραγμάτων· μέ τή γνώση των αοράτων, τή θεωρία των ορατων· τέλος κι αυτήν τήν αποβάλλει, μέ τή γνώση της Αγίας Τριάδας.

95. Οταν ο ηλιος ανατέλλει καί φωτίζει τόν κόσμο, φανερώνει καί τόν εαυτό του καί τά πράγματα πού φωτίζονται από αυτόν. Ετσι καί ο Ηλιος της δικαιοσύνης, οταν ανατέλλει στόν καθαρό νου, φανερώνει καί τόν εαυτό Του, καί τούς λόγους* οσων εχουν γίνει από Αυτόν καί οσων μέλλουν νά γίνουν.

96. Δέν γνωρίζομε τό Θεό από τήν ουσία Του, αλλά από τά θαυμαστά εργα Του καί τήν πρόνοιά Του γιά τά οντα. Απ΄ αυτά, σάν μέσα από καθρέφτη, βλέπομε τήν απειρη αγαθότητα καί σοφία καί δύναμή Του.

97. Ο καθαρός νους κινειται η μέσα στά χωρίς πάθος νοήματα των ανθρωπίνων πραγμάτων, η στή φυσική θεωρία των ορατων η των αοράτων, η μέσα στό φως της Αγίας Τριάδας.

98. Οταν ο νους φτάσει στή θεωρία των ορατων, ερευνα η τούς φυσικούς λόγους τους η τούς λόγους πού αυτοί υποδηλώνουν, η ζητει τήν ιδια τήν αιτία τους.

99. Οταν πάλι κινειται στή θεωρία των αοράτων, ζητει καί τούς φυσικούς τους λόγους καί τήν αιτία της υπάρξεώς τους καί τά επακόλουθά της, καί ποιά ειναι η σχετική μέ αυτά πρόνοια καί κρίση.

100. Οταν ο νους φτάσει στό Θεό, ζητει πρωτα νά μάθει τούς λόγους περί της ουσίας Του, καθώς φλέγεται από τόν πόθο. Δέν μπορει ομως νά ικανοποιήσει τόν πόθο του αυτό (γιατί κάτι τέτοιο ειναι τελείως αδύνατο σέ ολα γενικως τά λογικά δημιουργήματα) · ετσι παρηγορειται από τή γνώση των σχετικων μέ τίς ιδιότητες του Θεου. Δηλαδή της αιωνιότητας, της απειρίας, της απεριοριστίας, της αγαθότητας, της σοφίας, της δυνάμεως νά δημιουργει, νά προνοει καί νά κρίνει τά οντα. Τό μόνο πού μπορουμε νά καταλάβομε γι΄ Αυτόν, ειναι η απειρία Του καί τό οτι ειναι αδύνατο νά γίνει γνωστός, οπως εχουν πει οι θεολόγοι Γρηγόριος καί Διονύσιος Αρεοπαγίτης.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 15 Φεβ 2014, 13:44 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5420

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τετ 21 Ιαν 2015, 21:14 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5420
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής
καὶ ἡ Διακοπὴ Μνημοσύνου


http://agiooros.org/viewtopic.php?f=85&t=10427

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τετ 21 Ιαν 2015, 21:15 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5420
Ο Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής εορτάζει στις 21 Ιανουαρίου.




Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής καταγόταν από πλούσια και επιφανή οικογένεια. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 580 μ.Χ. και έζησε επί της βασιλείας του Βυζαντινοί αυτοκράτορα Ηρακλείου και των διαδόχων του. Οι γονείς του τον βάφτισαν Χριστιανό σε μικρή ηλικία. Τον παρέδωσαν σε σοφούς διδασκάλους κι’ έμαθε πολλά γράμματα.
Συνήθιζαν την εποχή εκείνη, όσους προόριζαν για μεγάλα αξιώματα, να τους δίδουν μεγάλη και σοβαρή μόρφωση.
Ο Μάξιμος διακρινόταν δια την μεγάλη ευφυΐα, την καταπληκτική μνήμη, την σπάνια κρίση, και την πολύπλευρη μόρφωση. Είχε μεγάλη ρητορική δεινότητα. Σπούδασε ποίηση και άλλες επιστήμες. Προ παντός όμως επιδόθηκε στην φιλοσοφία. Από την φιλοσοφία έπαιρνε τα ωφέλιμα και άφηνε τα ψυχοβλαβή και άχρηστα. Είχε πόθο ο μακάριος ν' αρέσει μόνον στον Θεό και να σώσει την ψυχή του. Ήταν και πολύ ταπεινός. Δεν περηφανευόταν για την μεγάλη καταγωγή του, ούτε για την σοφία και την αρετή του.
Τουναντίον ήταν ταπεινότερος από όλους. Γι' αυτό και όλοι τον αγαπούσαν, τον θαύμαζαν και τον σέβονταν.
Την φήμη του Μαξίμου την άκουσε και ο Ηράκλειος, που βασίλευε τότε στην Κωνσταντινούπολη (610-641). Τον προσέλαβε σαν γραμματέα του και τον έκανε πρώτον στο παλάτι.
Είχε το αξίωμα του Πρωτασικρίτη στα Ανάκτορα. Έγραφε τα υπομνήματα, συνέτασσε τα έγγραφα, και γενικά προΐστατο της γραμματειακής υπηρεσίας του Αυτοκράτορα.

Η αίρεσης του Μονοθελητισμού
Η κοσμική ζωή του Παλατιού κούραζε τον Μάξιμο. Δεν μπορούσε να παραμείνει μέσα στο θόρυβο και τις μέριμνες της ζωής. Ποθούσε την ησυχία και την άσκηση.
Ήθελε ν' αποσυρθεί σε Μοναστήρι, για να βρει τον εαυτό του. Ήθελε συγχρόνως να βοηθήσει την Εκκλησία, διότι εταράσσετο τότε από την αίρεση των Μονοθελητών.
Υπερασπίσθηκε τις αλήθειες της πίστεώς από την αίρεση των Μονοθελητών.

Γίνεται Μοναχός
Ο Μάξιμος μια μέρα παράτησε και δόξες του κόσμου και συγγένεια περήφανη και κάθε άλλη απόλαυση και πήγε σ' ένα Μοναστήρι, στη Χρυσούπολη (Σκούταρι), που βρίσκεται απέναντι από την Κωνσταντινούπολη Εκεί έγινε καλόγηρος και επιδόθηκε με τον ασκητικό βίο. Ζούσε με κακοπάθεια, σκληραγωγία, αγρυπνίες και προσευχές. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ξεπέρασε όλους τους μοναχούς στους πνευματικούς αγώνες και στην αρετή. Η αρετή και η Αγιότης του Μαξίμου, ήταν φανερή. Οι αδελφοί της Μονής απεφάσισαν να τον ψηφίσουν Ηγούμενο, όταν ο Ηγούμενος είχε πεθάνει. Το φορτίο ήταν βαρύ. Γι' αυτό και δίσταζε να το αναλάβει. Στις πολλές όμως παρακλήσεις τους κάμφθηκε. Ανέλαβε την ηγουμενία και την πνευματική επίβλεψη των αδελφών. Έπρεπε να προσφέρει και σ' αυτόν τον τομέα τις υπηρεσίες του. Με λόγια και με έργα ο Μάξιμος δίδασκε καθημερινώς τους αδελφούς. Άλλοτε χρησιμοποιούσε την επιείκεια και άλλοτε την αυστηρότητα, αναλόγως των περιστάσεων. Στην ησυχία του Μοναστηριού έγραψε πολλά και σπουδαία βιβλία. Καταστάθηκε ένας μεγάλος διδάσκαλος της Θεολογίας.

Ο κίνδυνος εκ των Περσών – Ο Αγώνας του Αγίου κατά της Αιρέσεως
Έτσι, λοιπόν, ασκήτευε ο μακάριος Ομολογητής. Αλλά η περσική απειλή, που είχε δημιουργήσει για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία κρίσιμη κατάσταση, έσπασε την ησυχία του και τον αγώνα του για την κατάκτηση των αρετών από τον τόπο της ασκήσεώς του. Για πολλά χρόνια οι Πέρσες εμφανίζονταν στην ακτή απέναντι από την Κωνσταντινούπολη.
Φαίνετε δε, ότι κατά την διάρκεια μιας εισβολής τους στη Χρυσούπολη, το 624 μ.Χ., ο Άγιος Μάξιμος αναγκάστηκε να αποσυρθεί με τους μαθητές του νοτιότερα, στην Κύζικο.
Εκεί διέμεινε για δύο περίπου χρόνια στη μονή του Αγίου Γεωργίου και συναναστρεφόταν με τον Επίσκοπο Ιωάννη μετά του οποίου αντήλλαξε αργότερα επιστολές. Ίσως να είχε αρχίσει νωρίτερα την συγγραφική του δράση, αλλά ήδη από την εποχή αυτή επιδίδεται εντατικά στο έργο της συγγραφής.

Λόγω συνεχίσεως των Περσικών καταδρομών ο Άγιος υποχρεώνεται να φύγει, το 626 μ.Χ., και από την Κύζικο. Έρχεται για λίγο στην Κρήτη και στην συνέχεια μεταβαίνει στην Αφρική. Θεωρείται δε πιθανό να πέρασε και από την Κύπρο. Στην Καρχηδόνα εμφανίζεται την Πεντηκοστή του έτους 632 μ.Χ., αλλά είχε φθάσει εκεί νωρίτερα. Κατά τα χρόνια αυτά συγγράφει δύο από τα σπουδαιότερα έργα του, το «Προς Θαλάσσιον» και «Περί Αποριών».

Εγκαταβίωσε στην μονή Ευκρατά της Καρχηδόνας, όπου ήταν εγκατεστημένος και άλλος φυγάς, από την Παλαιστίνη, ο Σωφρόνιος. Εκεί έμαθε τις ενέργειες του νέου Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύρου, οι οποίες απέληξαν το 633 μ.Χ. στην ενωτική συμφωνία που διαμόρφωσε την αίρεση του Μονοενεργητισμού. Ο Σωφρόνιος τάχθηκε αμέσως εναντίων της νέας αυτής μορφής της χριστολογικής αιρέσεως. Στην θέση του αυτή τον ακολούθησε ο Άγιος Μάξιμος. Έτσι συμμετείχε στη σύνοδο του Λατερανού, η οποία συγκλήθηκε το έτος 649 μ.Χ. επί Πάπα Ρώμης Μαρτίνου Α’, όπου καταδικάσθηκε ο Μονοθελητισμός και αναθεματίσθηκαν εκείνοι που ανοήτως δογμάτιζαν ότι ο Χριστός έχει μία μόνο θέληση, τη θεία, σε αντίθεση προς την Ορθόδοξη διδασκαλία, κατά την οποία ο Χριστός έχει δυό θελήσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, ως Θεάνθρωπος. Στην ίδια Σύνοδο αποδοκιμάσθηκε διάταγμα του τότε αυτοκράτορα Κώνσταντος, δια του οποίου δεν επιτρεπόταν η συζήτηση περί Μονοθελητισμού.

Τα βασανιστήρια
Κατά το ένατο έτος της βασιλείας του ο Κώνστας, που ήταν διάδοχος του Ηρακλείου, αλλά και αιρετικός, διέταξε να φέρουν μπροστά του τον Μάξιμο και τους δύο μαθητές του, Αναστασίους ονομαζόμενους. Και τούτο με την δικαιολογία, ότι στη Ρώμη είχε οργανωθεί η αντίδρασης κατά της θρησκευτικής πολιτικής του αυτοκράτορα.

Κατόπιν έφερε και τον Πάπα Μαρτίνο και τον εξόρισε στην Χερσώνα. Τον Μάξιμο όμως τον βασάνισε περισσότερο. Αυτόν κυρίως ήθελε να μετατρέψει. Κατόπιν θα μετέστρεφε με ευκολία και τους άλλους. Στον δρόμο από τη Ρώμη ως την Κωνσταντινούπολη τον βασάνιζαν. Τον τραβούσαν ξυπόλητο να βαδίζει και άσκεπη στον ήλιο. Ένας μαθητής του, που τον ακλουθούσε και έβλεπε την κακοπάθειά του, αναστέναζε. Όταν έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη τον φυλάκισαν σε σκοτεινή φυλακή, χωριστά από τους μαθητές του, για να μην έχει καμιά ανθρώπινη βοήθεια και παρηγοριά. Έπειτα από λίγες ημέρες έφεραν τον Όσιο στο δικαστήριο. Ο βασιλεύς έφερε έναν πανούργο αδιάντροπο και ικανότατο στις συζητήσεις για να τον εξετάσει. Ήταν Σακελλάριος. Αυτός δεν τον σεβάσθηκε καθόλου, ούτε δια το γήρας του (ήταν πάνω από ογδόντα χρονών), ούτε δια το σχήμα του (ήταν μοναχός), ούτε δια την σεμνοπρέπειά του. Τον περιφρόνησε όσο μπορούσε, διότι δεν μπορούσε να τον νικήσει στη συζήτηση. Ο Άγιος ήταν σοφότερος και του απόδειχνε την αίρεση με Γραφικές αποδείξεις.

Όταν έμαθε ο βασιλεύς, ότι ο Μάξιμος κατατρόπωσε τον Σακελλάριο, θύμωσε πολύ. Ο Αυτοκράτορας διέταξε να εξορίσουν τον Μάξιμο στην Βιζύη της Θράκης, τον ένα Αναστάσιο στην Πέρβερη και τον άλλο στην Μεσημβρία. Στην εξορία ο Μάξιμος δεν έπαυε να κηρύττει και δεν κουραζόταν να γράφει και να ελέγχει τους αιρετικούς.
Έγραψε και πολλά θεολογικά συγγράμματα.

Νόμισαν ότι από τα βάσανα της εξορίας θα μεταμελήθηκε. Τον έφεραν στην Κωνσταντινούπολη λοιπόν. Τον έφεραν με μεγάλες τιμές, μαζί με τους μαθητές του. Όταν τον έφεραν ο Αυτοκράτορας συγκέντρωσε σοφούς ανθρώπους, Αρχιερείς και άρχοντες, για να πείσουν τον Άγιο ν' αφήσει την Ορθοδοξία του και ν' ασπαστεί τον Μονοθελητισμόν.
Δεν μπόρεσαν όμως να τον λυγίσουν, ούτε με λόγια, ούτε με απειλές. Τότε ο βασιλεύς εξαγριώθηκε και διέταξε να τους μαστιγώσουν και τους τρεις, να τους διαπομπεύσουν στην πόλη και να τους κόψουν τις γλώσσες, για να μην μπορούν να κηρύττουν την αλήθεια και τα χέρια για να μη γράφουν.

Ο Έπαρχος της πόλεως επήρε τον Άγιο και τους μαθητές του και μπήκε στο πραιτόριο. Πρώτον άρχισαν να δέρνουν τον Όσιο τέσσερεις αλύπητα. Δεν λυπήθηκε ο άθλιος έπαρχος τα γηρατειά του η τα αδυνατισμένα από την νηστεία μέλη του. Τόσο πολύ τον δείρανε, ώστε βάφηκε από το αίμα το έδαφος. Δεν έμεινε μέρος του σώματος του απλήγωτο. Την άλλη ημέρα ο βασιλεύς μαστίγωσε άγρια και τους δύο Αναστασίους, τους μαθητές του Αγίου. Κατόπιν, κι' ενώ μόλις ανέπνεαν από τα βασανιστήρια, τους κλείσανε στη φυλακή.

Την επομένη ημέρα, τους φέρανε τους Αγίους πάλι στο δικαστήριο. Από τις πληγές, ήταν πρησμένες και μαύρες οι σάρκες τους. Έβγαζαν αφόρητη δυσοσμία οι πληγές.
Και όμως δεν τους λυπήθηκαν οι άσπλαχνοι, αλλά έκοψαν την γλώσσα του Αγίου από τον φάρυγγα, δια να μην μπορεί να ελέγχει πλέον την αίρεση τους. Ο Θεός όμως έκαμε το θαύμα του! Ο Άγιος μιλούσε και χωρίς γλώσσα και ήλεγχε την ανοησία τους και την πλάνη τους. Στον Θεό δεν είναι τίποτε το αδύνατον. Επίσης και του Αναστασίου, του πρώτου μαθητού του Αγίου, του έκοψαν την γλώσσα. Και ενώ έπρεπε να μετανοήσουν οι αιρετικοί, που βλέπανε τέτοια θαύματα, αντιθέτως τυφλωμένοι από το μίσος (φοβερό η αίρεσης), έκοψαν και τις δεξιές χείρες των Αγίων.

Κατόπιν τους έσυραν, σαν ληστές και κακούργους, στην αγορά και τους διαπόμπευσαν. Παρά τον ακρωτηριασμό του, ο Ομολογητής Μάξιμος ήταν φόβος και τρόμος στους εχθρούς της Ορθοδοξίας.

Στην εξορία
Εν συνεχεία τους εξόρισαν στην Λαζική, χωριστά δια να μην υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους. Πήγαιναν, λοιπόν, οι μακάριοι ομολογητές στην εξορία ανυπόδητοι, ρακένδυτοι, νηστικοί και στερούμενοι όλων των αναγκαίων του σώματος. Η θεία δίκη όμως βρήκε γρήγορα τον άδικο βασιλέα Κώνσταντα. Οι πολίτες για τις κακουργίες του αυτές τον μίσησαν και αυτός για να μην τον σκοτώσουν, πήρε την γυναίκα του και τα παιδιά του και πήγε στις Συρακούσες της Σικελίας. Κάποια η μέρα που έμπαινε στο λουτρό να πλυθεί, ένας υπηρέτης του τον κτύπησε με ένα κάδο κατακέφαλα και του συνέτριψε το κρανίο και έτσι ο δυστυχής ξεψύχησε.


Μετά τον θάνατον του Κώνσταντος, έγινε βασιλεύς ο υιός του Κωνσταντίνος. Αυτός, επειδή φοβόταν μη πάθη τα ίδια με τον πατέρα του, συνεκάλεσε την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία ανεκήρυξε τας δύο θελήσεις και ενεργείας εν τω Χριστώ.


Όταν οδηγούσαν στην εξορία τον Μάξιμο, υπέφερε πολύ. Το σώμα του ήταν από τα μαρτύρια καταπληγωμένο και από το γήρας αδύνατο και εξασθενημένο τόσο, που δεν μπορούσε να ιππεύσει. Γι' αυτό τον έβαλαν μέσα σ' ένα καλάθι και τον μετέφεραν στην Αλανία του Καυκάσου, στο Λαζιστάν. Εκεί τον κλείσανε σ' ένα φρούριο Σχηματάρι ονομαζόμενο, αβοήθητο και χωρίς καμιά βοήθεια. Τον νεώτερο Αναστάσιο τον εξόρισαν στην Θράκη. Τόσο δε βασανίσθηκε στην οδοιπορία εκείνη, ώστε έπειτα από λίγες ημέρες απέθανε. Τον άλλον Αναστάσιο τον εξόρισαν στην Αλβανία. Εκεί έζησε είκοσι χρόνια μέσα στα βάσανα και κατόπιν πήγε και αυτός στον Χριστό, που τόσο αγαπούσε.


Ο ευλογημένος Μάξιμος έζησε στο Σχηματάρι τρία χρόνια. Ήταν υποχρεωμένος με ένα χέρι να κάνει όλες τις δουλειές, για να υπηρετεί μόνος του τον εαυτό του, υπέργηρος πλέον.

Η κοίμησης του
Έπειτα από τόσους πόνους και την κακοπάθεια, είδε μια θεϊκή οπτασία. Είδε τον Χριστό, που τον καλούσε στην Βασιλεία των Ουρανών. Του φανέρωσε δε και την ημέρα της κοιμήσεως του. Πράγματι! Την ημέρα αυτή, ήτοι την 21ην Ιανουαρίου του έτους 662 έφυγε δια την άλλην ζωή ο ουράνιος αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος.
Επάνω στον τάφο του φαινόταν κάθε βράδυ τρεις λαμπάδες φωτεινές, που φώτιζαν όλο εκείνον τον τόπον. Από αυτό κατάλαβαν όλοι, πόσην παρρησία βρήκε ο Όσιος Μάξιμος κοντά στον Θεό.

Το έργον του
Ο Μάξιμος ποτέ δεν εζήτησε αξιώματα. Ήταν ένας ηγέτης. Παρ' ότι απλός Μοναχός, κατόρθωσε να κατευθύνει την εκκλησιαστική πολιτική των Ορθοδόξων επί είκοσι πέντε χρόνια. Απέβη ο μεγαλύτερος Θεολόγος του 7ου αιώνος. Τις γνώμες του τις δέχθηκε η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφεύς. Συνέγραψε δογματικά, πολεμικά, ερμηνευτικά, σχόλια στους Πατέρες, ηθικά, ασκητικά, μυσταγωγία, που είναι σπάνιο λειτουργικό βιβλίο και πολλές επιστολές.

Στίχος
Ἄχειρ, ἄγλωττος, χεῖρα καὶ γλῶτταν φύεις καὶ χερσὶ Θεοῦ, Μάξιμε, ψυχὴν δίδως. Εἰκάδι πρώτῃ πότμος Μαξίμου ὄσσ’ ἐκάλυψεν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως
Θείου Πνεύματος, τῇ ἐπομβρίᾳ, ῥεῖθρα ἔβλυσας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὑπερκοσμίων δογμάτων πανεύφημε· θεολόγων δὲ τοῦ Λόγου τὴν κένωσιν,
ὁμολογίας ἀγῶσι διέλαμψας. Πάτερ Μάξιμε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθσι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ΄.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς Ἐκκλησίας ὁ φωστήρ, τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Μάξιμε σοφέ,
ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τὴ ὑπερμάχω
Ὡς τῆς Τριάδος ἐραστὴς καὶ μύστης ἔνθεος Ὀρθοδοξίας ἐκδιδάσκεις τὴν ἀκρίβειαν διὰ λόγου τε καὶ βίου ἠκριβωμένου· τὸν Χριστὸν γὰρ ἐν δυσὶ
τελείαις φύσεσιν, Ἐνεργείαις καὶ θελήσεσιν ἐκήρυξας τοῖς βοῶσί σοι, χαίροις μέγιστε Μάξιμε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις εὐσεβείας στήλη λαμπρά, καὶ θεολογίας, ἐπιστήμων θεοειδής· χαίροις ὀρθοδόξων δογμάτων μυστογράφε, Μάξιμε θεηγόρε, σοφίας τρόφιμε.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 21 Ιαν 2016, 22:34 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5420
ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (Απάντηση στους Οικουμενιστές που μας προτείνουν να σιωπήσουμε)


ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ


Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδο­ξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ο­μοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυ­τοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιη­θή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησια­στική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρ­χικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελη­τισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνεί­δησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέω­σαν με το μαρτύριό τους.

Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­τεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πα­τριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκ­πέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.

Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελη­τών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνω­σις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.

Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνή­σια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.

Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθή­ση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κά­θε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμε­ρα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.

Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμή­σεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κά­στρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυ­τοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνε­ται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασι­λεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια εί­ναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθη­καν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εν­νοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυ­τήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε α­κανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώ­νται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβα­λαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.

ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας.

Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρεί­τε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χρι­στού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέ­πει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».


ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέ­χονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθη­κα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια;

Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύ­ριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλο­εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώ­τον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέ­γω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο α­θετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και ανα­ντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογί­ζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό.

Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκά­λους, προς τον καταρτισμό των πιστών. Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολε­μηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μονα­δικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των ο­ποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθι­νούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέ­χεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδα­ποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκά­λους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο.

Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγι­ναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν κα­ταντήσει σ' αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μή­πως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της πα­ρουσίας του Αντιχρίστου. Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους ε­αυτούς σας κι εμάς.

Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ε­νώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ' αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται ενα­ντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!

Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέπο­τε θα γίνω συγκοινωνός μ' αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες.

Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:

ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοι­νωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήμα­τος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;

ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρη­στεύθηκε.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσε­βή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοι­χο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.

ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύ­ρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν ενα­ντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγ­καλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.

ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμά­των δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους α­γίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζε­ται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ' αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.

ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του εί­ναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέ­ρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γί­νη η ένωσις.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγρα­φη συγκατάθεσι από σας γι' αυτό το πράγμα, διότι εί­μαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κα­τάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέ­ρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επί­σκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η πε­ρί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυ­τά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέ­ρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατά­κριμα του αναθέματος.

ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το ό­νομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι' αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέ­τοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκα­τάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέ­λευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλη­σιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.

ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πά­ρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημ­βρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρεί­ται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.

ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.

Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χα­ρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν με­τάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έ­βαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, ό­ταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεο­δόσιος:

ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;

Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω αν­δρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρού­σης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύ­λος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέ­λομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.

Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πα­τρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύ­σιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδό­σιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υπο­χρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛΟΣ: Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεο­στήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κά­νης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης;

Ο Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ:Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;

Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας:

ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως.

Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λό­γω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περή­φανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ' αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.

Και αμέσως ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω. γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη.

Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:

ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χω­ρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.

Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:

ΕΠΙΦ.: Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Ε­πειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύ­ναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχρα­ντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ' όλη την οικουμένη. Γιατί γνω­ρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον ε­δώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου απο­σχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».

Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου-, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;

Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν ό­λοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μά­λιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύ­θηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επί­σκοπος και είπε:

ΘΕΟΔ.: Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέ­ρωμε στον αγαθό μας βασιλέα.

Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχά­σουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότη­τα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος:

ΕΠΙΦ.: Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς ε­μάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμα­στε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέ­λειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κί­νησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νο­ερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;

ΕΠΙΦ.: Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος α­γιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύ­πος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγά­σουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε ό­λοι.

Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.

Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πα­τρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιο­σύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτή­ριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κα­νένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κιν­δυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.

Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:

ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;

Και είπε ο αββάς Μάξιμος:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.

ΕΠΙΦ.: Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν ό­πως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Α­ληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση κα­θένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.

Απαντώντας σ' αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ' αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.

Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντι­νούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθε­μάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύ­μων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ' αυτούς. Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι' αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχο­ντες λέγοντας: Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέ­σως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πο­λυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστά­σιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συ­νέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώ­δη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε ε­ναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.

Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώ­ρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ' όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.

(Από το τεύχος 21 του έτους 1996 του περιοδικού Ο Ο­ΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, σελίς 6-20).



http://www.impantokratoros.gr

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Παρ 22 Ιαν 2016, 21:20 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5420
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662 μ.Χ.), η τεραστίας σημασίας μορφή αυτή της αγιότητος, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και της Θεολογίας, σε κείμενό του σχολιάζει την εκ της Πολιτείας αντιμετώπιση της προσηλυτιστικής δραστηριότητος αιρετικών σευηριανών (δηλ. μετριοπαθών μονοφυσιτών)· σε αυτό επισημαίνει ακριβώς ποια είναι τα αισθήματα αγάπης που πρέπει να διακατέχουν τους πιστούς έναντι των αιρετικών, αλλά και ποια είναι η σημασία της ιδιαίτερης προσοχής και των περιορισμών που επιβάλλονται από την Εκκλησία στην επικοινωνία των πιστών με τους αιρετικούς και την έναντι των αιρετικών φιλανθρωπία· γνώμων είναι μόνον η εκ μέρους αφ” ενός των ίδιων των πιστών, και κυρίως των πιο απλοϊκών, αφ’ετέρου δε και των αιρετικών συνειδητοποίηση της χαώδους και καταστροφικής αλλοτριώσεως των αιρετικών κοινοτήτων από την Αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, από τον Ίδιον τον Χριστό (η έμφαση του κειμένου δική μας):

«Δεν πρέπει λοιπόν τους αιρετικούς με κανένα τρόπο να τους βοηθούμε, ως αιρετικούς, ακόμη κι αν είχε επιτραπή σε όλους να κάνουν αφόβως τα πάντα· τόσο για τις προαναφερθείσες αιτίες, ώστε να μη προσκρούσουμε στο Θεό, δίχως να το συνειδητοποιήσουμε· και επειδή δεν είναι καλό να τους δίνουμε την ελευθερία να περιφέρονται πανηγυρικά με το ψεύδος τους και να ξεσηκώνονται εναντίον της ευσεβείας· ώστε να μη μπορέσουν να σαλεύσουν από την ασφαλή βάση της Πίστεως κάποιους από τους αφελεστέρους με το δάγκωμα της απάτης, ωσάν τα φίδια, εμφανιζόμενοι μέσα από εμάς· και ευρεθούμε και εμείς, όπως δεν θέλουμε, να συμμετέχουμε στην τιμωρία που κρέμεται πάνω τους για αυτό. [.....]

Αυτά δεν τα γράφω, θέλοντας να θλίβονται οι αιρετικοί, ούτε χαίροντας για την κάκωσή τους – μη γένοιτο – αλλά περισσότερο χαίροντας και συναγαλλόμενος με την επιστροφή τους. Διότι τι είναι πιο τερπνό στους πιστούς, από το να βλέπουν τα τέκνα του Θεού τα διασκορπισμένα, να συνάγονται «εις εν»; Ούτε πάλιν παραινώντας να προτιμάτε τη σκληρότητα από τη φιλανθρωπία – να μη τρελαθώ τόσο! – αλλά παρακαλώντας με προσοχή και δοκιμασία να κάνετε και να ενεργείτε τα καλά σε όλους τους ανθρώπους και να γίνεσθε «τα πάντα τοις πάσι», κατά τον τρόπο που καθένας έχει την ανάγκη σας. Όμως θέλω και εύχομαι να είστε παντελώς σκληροί και αμείλικτοι ως προς το να βοηθήσετε τους αιρετικούς, με αποτέλεσμα την υποστήριξη της φρενοβλαβούς δοξασίας τους. Διότι εγώ βεβαίως ορίζω ως μισανθρωπία και χωρισμό από τη θεία αγάπη το να δοκιμάζετε να δώσετε ισχύ στην πλάνη, προς περισσότερη φθορά εκείνων που έχουν καταληφθή από αυτήν» 1.

Σε άλλο κείμενό του, ο Άγιος Μάξιμος επισημαίνει ότι βάση της αγάπης είναι η Πίστη :

«Διότι η Πίστη είναι βάση όσων ακολουθούν μετά από αυτήν, εννοώ της ελπίδος και της αγάπης, διότι στηρίζει με βεβαιότητα την αλήθεια»2.


● 1. Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού , Επιστολή (ΙΒ΄) Προς Ιωάννην κουβικουλάριον, Περί των ορθών της Εκκλησίας του Θεού δογμάτων και κατά Σευήρου του αιρετικού, PG 91, 464 – 465· «Ου δεί ουν αιρετικοίς καθ οίόν δήποτε τρόπον, ως αιρετικοίς, βοηθείν, ει και πάσι πάντα μετελθείν αδεώς επετέτραπτο· δια τε τας ειρημένας αιτίας, ίνα μη τω Θεώ προσκρούοντες λάθωμεν· και μη καλόν είναι διδόναι αυτοίς άδειαν εμπομπεύειν τω οικείω ψεύδει, και ανασείεσθαι κατά της ευσεβείας· ίνα μη δι ημών εμφανισθέντες, όφεως δίκην, των αφελεστέρων τινάς απάτης δήγματι δυνηθώσι της κατά την πίστιν ασφαλούς βάσεως κατασείσαι· και ευρεθώμεν και ημείς, ως ου θέλομεν, της υπέρ τούτου επηρτημένης αυτοίς συμμετέχοντες δίκης. [...]».

«Ου θέλων δε τους αιρετικούς θλίβεσθαι, ουδέ χαίρων τη κακώσει αυτών, γράφω ταύτα, μη γένοιτο, αλλά τη επιστροφή μάλλον χαίρων και συναγαλλόμενος. Τι γαρ τοις πιστοίς τερπνότερον, του θεάσθαι τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα, συναγόμενα εις εν. Ούτε υμίν του φιλανθρώπου το απηνές παραινών προτιθέναι· μη ούτω μανείην· αλλά μετά προσεχείας και δοκιμασίας ποιείν τε και ενεργείν τα καλά εις πάντας ανθρώπους, και πάσι πάντα γινομένους, καθώς έκαστος επιδείται υμών, παρακαλών· προς μόνον το καθοτιούν αιρετικοίς συνάρασθαι εις σύστασιν της φρενοβλαβούς αυτών δόξης, σκληρούς παντελώς είναι υμάς και αμειλίκτους βούλομαί τε και εύχομαι. Μισανθρωπίαν γαρ ορίζομαι έγωγε, και αγάπης θείας χωρισμόν, το τη πλάνη πειράσθαι διδόναι ισχύν εις περισσοτέραν των αυτή προκατειλημμένων φθοράν».

● 2. Του Αυτού, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε και οικονομικά 26, PG 90, 1189Α· «Η γαρ πίστις βάσις εστί των μετ” αυτήν, ελπίδος λέγω και αγάπης, βεβαίως το αληθές υφεστώσα».

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 27 Αύγ 2016, 12:05 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5420

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 8 Δημοσιεύσεις ] 

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  
Powered by phpBB® Forum Software © phpBB Group

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com