Αρχική

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]




Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 24 Δημοσιεύσεις ]  Μετάβαση στην σελίδα Προηγούμενη  1, 2, 3  Επόμενο
Συγγραφέας Μήνυμα
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Παρ 29 Νοέμ 2013, 21:51 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τετ 11 Δεκ 2013, 22:36 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338






_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 23 Ιαν 2014, 13:35 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338


_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 15 Μαρ 2014, 15:17 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 30 Αύγ 2014, 22:31 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338
Π. Δημήτριος Μπόκος, Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Α Γ Ι Ο Σ Κ Ο Σ Μ Α Σ Ο Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ

Α΄

Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες

(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)

π. Δ η μ η τ ρ ί ο υ Μ π ό κ ο υ


Τῇ 24ῃ τοῦ μη­νὸς Αὐ­γού­στου

μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος καὶ ἰ­σα­πο­στό­λου

Κ ο ­σ μ ᾶ τ ο ῦ Α ἰ ­τ ω ­λ ο ῦ.

Ἡ μι­κρὴ συ­νο­δεί­α βά­δι­ζε μὲ κό­πο στὸν κα­κο­τρά­χα­λο ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ μι­κρὸ χω­ριό, ποὺ φώ­λια­ζε σὰν ἀ­ε­το­φω­λιὰ στὴν ἀ­πό­με­ρη πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ. Ὁ λι­γνὸς κα­λό­γε­ρος ποὺ πή­γαι­νε μπρο­στά, ἅ­πλω­νε τὸ βλέμ­μα του στὶς γνώ­ρι­μες ψη­λὲς κορ­φές, στὰ κο­φτε­ρὰ φα­ράγ­για, στὰ κα­τα­πρά­σι­να ἔ­λα­τα, κι ἀ­να­θυ­μό­ταν πε­ρα­σμέ­να χρό­νια καὶ και­ρούς. Τό­τε ποὺ νε­α­ρὸς ἀ­κό­μη, γε­μά­τος ὄ­νει­ρα καὶ φλό­γα, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ καὶ μά­ζευ­ε τὰ Ἑλ­λη­νό­που­λα, μὰ καὶ τοὺς με­γά­λους, νὰ τοὺς δι­δά­ξει τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα. Νὰ τοὺς μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α τους καὶ τὴν κα­τα­γω­γή τους. Νὰ ξέ­ρουν τὴ ρί­ζα τους, ὅ­τι κρα­τά­ει ἀ­πὸ τὸν Λε­ω­νί­δα καὶ τὸν Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Νὰ ξα­να­θυ­μη­θοῦν τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά τους. Ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ ξυ­πνή­σει καί, πά­λι μὲ χρό­νια μὲ και­ρούς, νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴν Πό­λη θρι­αμ­βευ­τής.


Καὶ νὰ ποὺ τώ­ρα, μὲ ἄ­σπρα τὰ μαλ­λιὰ κι ὡ­ρι­μα­σμέ­νη πιὰ ψυ­χή, ξα­να­γυρ­νοῦ­σε γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἔρ­γο του.

Ἦ­ταν ὁ γεν­νη­μέ­νος στὸ Με­γά­λο Δέν­δρο τῆς Αἰ­τω­λί­ας ἁ­γι­ο­ρεί­της ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός, ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ἅ­γιος στὴ συ­νεί­δη­ση ὅ­λων πο­λὺ πρὶν πε­θά­νει μαρ­τυ­ρι­κὰ στὴ Βό­ρει­ο Ἤ­πει­ρο, τὸ 1779.


Στὸ μι­κρὸ χω­ριὸ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ ὅ­λοι καὶ τὸν πε­ρί­με­ναν. Ὁ ἅ­γιος ἔ­φτα­σε κον­τα­να­σαί­νον­τας κι ὅ­λοι ἔ­τρε­ξαν νὰ πά­ρουν τὴν εὐ­λο­γί­α του, φι­λών­τας τ’ ἁ­γι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Δι­ψα­σμέ­νος ἀ­π’ τὴν πε­ζο­πο­ρί­α ζή­τη­σε λί­γο νε­ρὸ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἦ­ταν ἕ­να ξε­ρο­πή­γα­δο.

- Εἶ­ναι στε­γνό, ἅ­γι­ε! τοῦ εἶ­παν.

Μὰ ὡ­στό­σο με­ρι­κοὶ κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ὴ ἔ­τρε­ξαν, ἔ­βγα­λαν ἀ­π’ τὸν πά­το του λί­γο νε­ρὸ γε­μά­το λά­σπη καὶ χῶ­μα καὶ τοῦ τὸ πρό­σφε­ραν. Ὁ ἅ­γιος δο­κί­μα­σε λί­γο καὶ ση­κώ­νον­τας τὸ κου­ρα­σμέ­νο του χέ­ρι εὐ­λό­γη­σε τὸ ξε­ρο­πή­γα­δο γιὰ τὴν ἐ­λά­χι­στη ἐ­κεί­νη δρο­σιὰ ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε. Ἀ­μέ­σως ἀ­νά­βλυ­σε νε­ρὸ κα­θα­ρὸ καὶ ἄ­φθο­νο. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε, χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, τὸ πη­γά­δι ἦ­ταν πάν­το­τε γε­μά­το.

Ὁ ἅ­γιος ἔμ­πη­ξε ἕ­να με­γά­λο ξύ­λι­νο σταυ­ρὸ στὸ χῶ­μα, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σκα­μνὶ κι εὐ­λό­γη­σε τὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λά­ει.

- Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κα ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Χρι­στοῦ κι ἐ­στά­θη­κα σ’ αὐ­τὸν τὸν ἅ­γιο τό­πο, ἐ­ξέ­τα­σα πρῶ­τα γιὰ σᾶς καὶ ἔ­μα­θα, πὼς μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καὶ Θε­οῦ, εἶ­στε εὐ­σε­βεῖς Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, τέ­κνα καὶ θυ­γα­τέ­ρες τοῦ Χρι­στοῦ μας. Καὶ ὄ­χι μό­νο δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σᾶς δι­δά­ξω, ἀλ­λὰ μή­τε τὰ πο­δά­ρια σας νὰ φι­λή­σω. Δι­ό­τι ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ σᾶς εἶ­ναι τι­μι­ώ­τε­ρος ἀ­π’ ὅ­λον τὸν κό­σμο. Κι ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός, χει­ρό­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους.

Εἶ­μαι ὅ­μως δοῦ­λος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ εἶ­μαι δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λ’ ὁ Χρι­στός μου μὲ κα­τα­δέ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α του. Τὸν Χρι­στό μας λοι­πόν, ἀ­δελ­φοί μου, πι­στεύ­ω, δο­ξά­ζω καὶ προ­σκυ­νῶ. Τὸν Χρι­στό μας πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ ἀ­ξι­ώ­σει νὰ χύ­σω κι ἐ­γὼ τὸ αἷ­μα μου γιὰ τὴν ἀ­γά­πη του, κα­θὼς τὸ ἔ­χυ­σε καὶ Ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴν ἀ­γά­πη μου.

Ἂν ἴ­σως καὶ ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἀ­νε­βῶ στὸν οὐ­ρα­νό, νὰ φω­νά­ξω μιὰ φω­νὴ με­γά­λη, νὰ κη­ρύ­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πὼς μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ καὶ Θε­ὸς ἀ­λη­θι­νὸς καὶ ζω­ὴ τῶν πάν­των, θὰ τὸ ἔ­κα­μνα. Μὰ ἐ­πει­δὴ δὲν δύ­να­μαι νὰ πρά­ξω ἐ­κεῖ­νο τὸ μέ­γα, κά­μνω τοῦ­το τὸ μι­κρό, καὶ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου τὸ κα­τὰ δύ­να­μη, ὄ­χι ὡς δι­δά­σκα­λος, ἀλ­λὰ ὡς ἀ­δελ­φός. Δι­δά­σκα­λος μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι.

Ἀ­να­χω­ρών­τας ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μου πρὸ πε­νήν­τα ἐ­τῶν, ἐ­περ­πά­τη­σα τό­πους πολ­λούς, κά­στρα, χῶ­ρες καὶ χω­ριὰ καὶ μά­λι­στα στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κά­θη­σα στὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, δε­κα­ε­πτὰ χρό­νους, καὶ ἔ­κλαι­γα διὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου.

Με­λε­τών­τας τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο βρῆ­κα μέ­σα πολ­λὰ νο­ή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ὅ­λα μαρ­γα­ρι­τά­ρια, πλοῦ­τος, ζω­ὴ αἰ­ώ­νια. Σι­μὰ στὰ ἄλ­λα βρῆ­κα καὶ τοῦ­τον τὸν λό­γο ὅ­που λέ­γει ὁ Χρι­στός μας: πὼς δὲν πρέ­πει κα­νέ­νας Χρι­στια­νὸς νὰ φρον­τί­ζει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μό­νο πῶς νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ νὰ φρον­τί­ζει καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς του νὰ μὴ κο­λα­σθοῦν. Ἀ­κού­ον­τας κι ἐ­γὼ τοῦ­τον τὸν γλυ­κύ­τα­το λό­γο, νὰ φρον­τί­ζου­με καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς μας, μ’ ἔ­τρω­γε ἐ­κεῖ­νος ὁ λό­γος μέ­σα στὴν καρ­διὰ τό­σους χρό­νους, ὡ­σὰν τὸ σκου­λή­κι ὅ­που τρώ­γει τὸ ξύ­λο, τί νὰ κά­νω κι ἐ­γὼ στο­χα­ζό­με­νος στὴν ἀ­μά­θειά μου.

Ἐ­συμ­βου­λεύ­θη­κα τοὺς πνευ­μα­τι­κούς μου πα­τέ­ρες, ἀρ­χι­ε­ρεῖς, πα­τριά­ρχες, τοὺς φα­νέ­ρω­σα τὸν λο­γι­σμό μου, ἀ­νί­σως καὶ εἶ­ναι θε­ά­ρε­στο τέ­τοι­ο ἔρ­γο, καὶ ὅ­λοι μὲ πα­ρε­κί­νη­σαν νὰ τὸ κά­μω. Καὶ μά­λι­στα πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πὸ τὸν Πα­να­γι­ώ­τα­το κύ­ριο Σω­φρό­νιο, τὸν Πα­τριά­ρχη – νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του – ἄ­φη­σα τὴ δι­κή μου προ­κο­πή, τὸ δι­κό μου κα­λό, κι ἐ­βγή­κα νὰ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.

Δὲν μπο­ρεῖ ὁ κα­λό­γε­ρος νὰ σω­θεῖ, πα­ρὰ μα­κριὰ ἂν φεύ­γει ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Μὰ ἐ­πει­δὴ τὸ γέ­νος μας ἔ­πε­σε σὲ ἀ­μά­θεια, εἶ­πα: ἂς χά­σει ὁ Χρι­στὸς ἐ­μέ­να, ἕ­να πρό­βα­το, καὶ ἂς κερ­δί­σει τὰ ἄλ­λα. Ἴ­σως ἡ εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ ἡ εὐ­χή σας σώ­σει καὶ μέ­να.


Μι­λοῦ­σε ζε­στά, ἁ­πλά, τα­πει­νά. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι τὸν ἄ­κου­γαν συ­νε­παρ­μέ­νοι. Ἀ­νά­με­σά τους βλέ­πει κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ ἅ­γιος νὰ στέ­κουν δυ­ὸ ἁρ­μα­τω­μέ­νοι. Ἦ­ταν παλ­λη­κά­ρια τῆς κλε­φτου­ριᾶς, μὰ εἶ­χαν σπεί­ρει φό­βο καὶ τρό­μο στοὺς Χρι­στια­νοὺς μὲ τὰ ἐγ­κλή­μα­τά τους.

- Ἔ, σεῖς! τοὺς φω­νά­ζει. Θ’ ἀ­νοί­ξε­τε πα­ρά­δει­σο, νο­μί­ζε­τε, μ’ αὐ­τά σας τὰ χά­λια;

- Ναί, μὲ τ’ ἀ­ση­μο­χάν­τζα­ρά μας! εἶ­παν αὐ­τοί, ἂν μὲ τὸ κα­λὸ δὲν μᾶς ἀ­νοί­ξουν. Μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω θὰ μποῦ­με! Τί μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­μουν;

- Πιά­στε τ’ ἀ­ση­μό­πλε­χτα κουμ­πιὰ τῶν γε­λε­κι­ῶν σας καὶ σφί­χτε τα! τοὺς λέ­ει.

Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πια­σαν οἱ κλέ­φτες τὰ κουμ­πιά τους καὶ τά ’­σφι­ξαν ἀ­νά­με­σα στὰ δά­χτυ­λά τους. Καὶ μὲ μιᾶς, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα ποὺ πή­γαι­νε τσαμ­πού­να! Τοὺς κα­τα­λέ­ρω­σε τὸ αἷ­μα τοὺς κλέ­φτες.

- Ἔ, καὶ θαρ­ρεῖ­τε πὼς τὰ αἵ­μα­τα αὐ­τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν ποὺ σφά­ξα­τε, θὰ σᾶς ἀ­φή­σουν νὰ μπεῖ­τε στὸν πα­ρά­δει­σο; Δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω!

Σὰν εἶ­δαν τὸ θά­μα οἱ κλέ­φτες τά ’­χα­σαν. Ἡ σκλη­ρὴ καρ­διά τους μα­λά­κω­σε. Με­τά­νι­ω­σαν, φό­ρε­σαν γυ­ναι­κεῖ­α σεγ­κού­νια, δεῖγ­μα τῆς με­τά­νοι­ας τους, κι ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν ἅ­γιο κα­τα­πό­δι.


- Ἀ­νί­σως καὶ θέ­λου­με νὰ πε­ρά­σου­με κι ἐ­δῶ κα­λά, νὰ πη­γαί­νου­με καὶ στὸν πα­ρά­δει­σο, συ­νέ­χι­σε ὁ ἅ­γιος, πρέ­πει νὰ ἔ­χου­με δύ­ο ἀ­γά­πες: ἀ­γά­πη στὸν Θε­ό μας καὶ στοὺς ἀ­δελ­φούς μας. Κα­λό­τυ­χος ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε καὶ ἔ­λα­βε στὴν καρ­διά του αὐ­τὲς τὶς δύ­ο ἀ­γά­πες.

Τὸ βλέμ­μα του ἀγ­κά­λια­ζε ἕ­ναν-ἕ­ναν τους φτω­χοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. Μιὰ βα­θειὰ ἀ­γά­πη ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­π’ τὴν καρ­διά του γιὰ ὅ­λα τὰ πρό­βα­τα τῆς μάν­δρας τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τέ­χνη τοὺς αἰχ­μα­λώ­τι­ζε καὶ ξε­κλεί­δω­νε τὶς πόρ­τες τῆς καρ­διᾶς τους.

- Ἐ­σεῖς, Χρι­στια­νοί μου, πῶς πη­γαί­νε­τε ἐ­δῶ; Ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σας; Εἶ­ναι ἐ­δῶ κα­νέ­νας ποὺ νά ’­χει αὐ­τὴ τὴν ἀ­γά­πη στοὺς ἀ­δελ­φούς του; Ἂς ση­κω­θεῖ ἐ­πά­νω νὰ μοῦ τὸ πεῖ, νὰ τὸν εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν, νὰ λά­βει μί­α συγ­χώ­ρη­ση, ποὺ νά ’­δι­νε χι­λιά­δες φλου­ριὰ δὲν θὰ τὴν εὕ­ρι­σκε.

- Ἐ­γώ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, ἀ­γα­πῶ τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.

- Κα­λά, παι­δί μου, ἔ­χε τὴν εὐ­χή μου. Πῶς σὲ λέ­νε στ’ ὄ­νο­μά σου;

- Κώ­στα.

- Τί τέ­χνη κά­νεις;

- Πρό­βα­τα φυ­λά­γω.

- Τὸ τυ­ρί, ὅ­ταν τὸ πω­λεῖς, τὸ ζυ­γιά­ζεις;

- Τὸ ζυ­γιά­ζω.

- Ἐ­σύ, παι­δί μου, ἔ­μα­θες νὰ ζυ­γιά­ζεις τὸ τυ­ρὶ κι ἐ­γὼ νὰ ζυ­γιά­ζω τὴν ἀ­γά­πη. Τώ­ρα νὰ ζυ­γιά­σω κι ἐ­γὼ τὴν ἀ­γά­πη σου κι ἂν εἶ­ναι σω­στή, τό­τε νὰ σὲ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Πῶς νὰ σὲ κα­τα­λά­βω, παι­δί μου, ἂν ἀ­γα­πᾶς τοὺς ἀ­δελ­φούς σου; Τὸ ἀ­γα­πᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸ φτω­χὸ παι­δί;

- Τὸ ἀ­γα­πῶ.

- Ἂν τὸ ἀ­γα­ποῦ­σες, θὰ τοῦ ἔ­παιρ­νες ἕ­να που­κά­μι­σο ποὺ εἶ­ναι γυ­μνό, νὰ πα­ρα­κα­λεῖ καὶ κεῖ­νο γιὰ τὴν ψυ­χή σου. Τό­τε θά ‘ναι ἀ­λη­θι­νὴ ἡ ἀ­γά­πη, ἐ­νῷ τώ­ρα εἶ­ναι ψεύ­τι­κη. Τώ­ρα σὰν θέ­λεις νὰ κά­μεις τὴν ἀ­γά­πη μά­λα­μα, πά­ρε καὶ ἔν­δυ­σε τὰ φτω­χὰ παι­διὰ καὶ τό­τε νὰ βά­λω νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Τὸ κά­μνεις τοῦ­το;

- Τὸ κά­μνω.

- Χρι­στια­νοί μου, ὁ Κώ­στας κα­τά­λα­βε πὼς ἡ ἀ­γά­πη ποὺ εἶ­χε ὣς τώ­ρα ἦ­ταν ψεύ­τι­κη καὶ θέ­λει νὰ τὴν κά­μει μά­λα­μα, νὰ ἐν­δύ­σει τὰ φτω­χὰ παι­διά. Ἐ­πει­δὴ καὶ τὸν παι­δέ­ψα­με, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ νὰ πεῖ­τε γιὰ τὸν κὺρ-Κώ­στα τρεῖς φο­ρές: ὁ Θε­ὸς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει καὶ νὰ τὸν ἐ­λε­ή­σει.

-----------------------------------------
Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα- προ­φη­τεῖ­ες

(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)

π. Δ η μ η τ ρ ί ο υ Μ π ό κ ο υ


Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ χω­ριὸ μα­ζε­μέ­νο στὴν πλα­τεί­α ἄ­κου­γε τὸν ἅ­γιο νὰ μι­λά­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Τὰ παι­διὰ ξυ­πό­λη­τα καὶ μι­σό­γυ­μνα ἔ­παι­ζαν πα­ρα­πέ­ρα, σκορ­πι­σμέ­να στὸ φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τῆς πλα­γιᾶς. Ὁ ἅ­γιος στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο κι ἔ­μει­νε νὰ τὰ κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κός. Ξα­να­γυρ­νών­τας στοὺς ἀ­κρο­α­τές του βάλ­θη­κε νὰ τοὺς μι­λά­ει γι’ αὐ­τά.

- Ὅ­ταν βα­πτί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ βγά­νε­τε στὸ ὄ­νο­μα τῶν ἁ­γί­ων, ποὺ ἔ­χου­νε νό­η­μα. Μα­ρί­α θὰ πεῖ κυ­ρί­α, για­τὶ ἡ Θε­ο­τό­κος ἔ­μελ­λε νὰ γί­νει βα­σί­λισ­σα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς. Νι­κό­λα­ος λέ­γε­ται ἐ­κεῖ­νος ποὺ νί­κη­σε τοὺς λα­οὺς, τοὺς δαί­μο­νες, τὰ πά­θη. Γε­ώρ­γιος λέ­γε­ται γε­ωρ­γη­μέ­νο φυ­τό, στο­λι­σμέ­νο μὲ καρ­πούς, μὲ ἀ­ρε­τὲς χρι­στι­α­νι­κές. Πα­ρα­σκευ­ὴ λέ­γε­ται ἐ­κεί­νη ποὺ ἑ­τοι­μά­σθη­κε γιὰ τὸν Χρι­στό.

Νὰ κά­μεις μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ Προ­δρό­μου, νὰ ἔ­χεις καὶ τὸν ἅ­γιο τοῦ παι­διοῦ σου. Καὶ ὅ­ταν τὸ παι­δὶ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο καὶ σοῦ γυ­ρεύ­ει ψω­μί, μὴν τοῦ δί­νεις, μό­νο νὰ πά­ρεις τὸ ψω­μί, νὰ τὸ βά­λεις ἐμ­πρὸς στὴν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ
καὶ νὰ τοῦ πεῖς: «Ἐ­γώ, παι­δί μου, δὲν ἔ­χω ψω­μί. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­χει. Σή­κω νὰ κά­νεις τὸν σταυ­ρό σου, νὰ πα­ρα­κα­λέ­σου­με τὸν ἅ­γιό σου νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν Χρι­στὸ νὰ σοῦ τὸ δώ­σει. Καὶ ἔ­τσι τὸ παι­δὶ πα­ρα­κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ ψω­μιοῦ καὶ εὐ­θὺς ὅ­ταν ξυ­πνᾶ, τὸν ἅ­γιό του βλέ­πει. Καὶ ἔ­τσι νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ παι­δεύ­ε­τε ἀ­πὸ μι­κρά, γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζουν στὸν κα­λὸ δρό­μο.

Ὁ ἅ­γιος κον­το­στά­θη­κε, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­ρι­ξε τὸ βλέμ­μα του ξα­νὰ μα­κριά, στὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­τρε­χαν καὶ ξε­φώ­νι­ζαν στὴν πλα­γιά. Ρώ­τη­σε:

- Ἔ­χε­τε σχο­λεῖ­ο ἐ­δῶ στὸ χω­ριό σας νὰ δι­α­βά­ζουν τὰ παι­διά;

- Δὲν ἔ­χου­με, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ.

- Νὰ μα­ζευ­τεῖ­τε ὅ­λοι νὰ κά­με­τε ἕ­να σχο­λεῖ­ο κα­λό, νὰ βά­λε­τε καὶ ἐ­πι­τρό­πους νὰ τὸ κυ­βερ­νοῦν, νὰ βά­νουν δι­δά­σκα­λο νὰ μα­θαί­νουν ὅ­λα τὰ παι­διὰ γράμ­μα­τα, πλού­σια καὶ φτω­χά. Για­τὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο μα­θαί­νου­με τί εἶ­ναι Θε­ός, τί εἶ­ναι Ἁ­γί­α Τριάς, τί εἶ­ναι ἄγ­γε­λοι, δαί­μο­νες, πα­ρά­δει­σος, κό­λα­ση, ἀ­ρε­τή, κα­κί­α. Τί εἶ­ναι ψυ­χή, σῶ­μα κ. λ. π. Για­τὶ χω­ρὶς τὸ σχο­λεῖ­ο περ­πα­τοῦ­με στὸ σκό­τος.

Νὰ σπου­δά­ζε­τε καὶ σεῖς, ἀ­δελ­φοί μου, νὰ μα­θαί­νε­τε γράμ­μα­τα ὅ­σοι μπο­ρεῖ­τε. Κι ἂν δὲν μά­θα­τε οἱ πα­τέ­ρες, νὰ σπου­δά­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ μα­θαί­νουν τὰ ἑλ­λη­νι­κά, για­τὶ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι στὴν ἑλ­λη­νι­κή. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ ἔ­χε­τε ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο στὴ χώ­ρα σου, πα­ρὰ νὰ ἔ­χεις βρύ­σες καὶ πο­τά­μια. Καὶ σὰν μά­θεις τὸ παι­δί σου γράμ­μα­τα, τό­τε λέ­γε­ται ἄν­θρω­πος. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὶς ἐκ­κλη­σί­ες. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὰ μο­να­στή­ρια.

Γιὰ τοῦ­το πρέ­πει νὰ στε­ρε­ώ­νε­τε σχο­λεῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, νὰ φω­τί­ζον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι. Δι­ό­τι δι­α­βά­ζον­τας τὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὰ ηὗ­ρα πὼς λαμ­πρύ­νουν καὶ φω­τί­ζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὰ μα­θαί­νου­με. Ἡ πί­στη μας δὲν στε­ρε­ώ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­μα­θεῖς ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σο­φοὺς καὶ πε­παι­δευ­μέ­νους. Λοι­πόν, τέ­κνα μου, πρὸς δι­α­φύ­λα­ξη τῆς πί­στε­ως καὶ γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς πα­τρί­δας, φρον­τί­σα­τε νὰ συ­στή­σε­τε ἀ­νυ­περθέ­τως σχο­λεῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό, γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν τὰ τέ­κνα σας ὅ­σα ἐ­σεῖς ἀ­γνο­εῖ­τε.

Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε στὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τὶς πα­ρα­κί­νη­σε νὰ δώ­σουν τὰ χρυ­σα­φι­κά τους καὶ ὅ,τι πο­λύ­τι­μο εἶ­χαν γιὰ τὴν ἵ­δρυ­ση καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ σχο­λεί­ου. Σα­γη­νευ­μέ­νες ἐ­κεῖ­νες ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρε­μη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου πρό­σφε­ραν πρό­θυ­μα ὅ,τι εἶ­χαν.

Ὁ ἅ­γιος τοὺς μί­λη­σε γιὰ αρ­κε­τὴ ὥ­ρα ἀ­κό­μα. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ πα­πᾶ καὶ νὰ λει­τουρ­γη­θεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν σὲ βα­θειὰ ἄ­γνοι­α. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν με­γα­λώ­σει ἀ­βά­πτι­στα. Τοὺς δί­δα­ξε γιὰ τὴν με­τά­νοι­α, τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τὸ βά­πτι­σμα.

- Τέσ­σε­ρα εἶ­ναι τὰ γι­α­τρι­κά σου γιὰ νὰ σω­θεῖς. Τὸ πρῶ­το εἶ­ναι νὰ συγ­χω­ρή­σεις τοὺς ἐ­χθρούς σου. Τὸ δεύ­τε­ρο νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σαι κα­θα­ρά. Τὸ τρί­το νὰ κα­τη­γο­ρεῖ­τε γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες σας τὸν ἑ­αυ­τό σας καὶ ὄ­χι ἄλ­λον. Τὸ τέ­ταρ­το νὰ ἀ­πο­φα­σί­ζε­τε νὰ μὴν ἁ­μαρ­τή­σε­τε πλέ­ον. Καί, ἂν μπο­ρεῖ­τε, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε κά­θε μέ­ρα. Κι ἂν ὄ­χι, ἂς εἶ­ναι μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα ἢ μιὰ φο­ρὰ τὸν μή­να ἢ τὸ λι­γό­τε­ρο τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν χρό­νο.

Καὶ νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ τέ­κνα σας ἀ­πὸ μι­κρὰ στὸν κα­λὸ δρό­μο, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ται. Ἀ­βά­πτι­στος καὶ ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος ἄν-θρω­πος εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ σω­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ θα­να­τώ­σεις ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πους βα­πτι­σμέ­νους, πα­ρὰ νὰ ἀ­φή­σεις ἕ­να παι­δὶ ἀ­βά­πτι­στο νὰ πε­θά­νει. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ μέλ­λει νὰ πε­θά­νει τὸ παι­δὶ καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸ βα­πτί­σει, ἂς τὸ βα­πτί­σει ὅ­ποι­ος τύ­χει, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­δελ­φός, γεί­το­νας, μα­μή. Βά­λε ἀρ­κε­τὸ νε­ρὸ καὶ λά­δι, σταύ­ρω­σέ το καὶ βά­πτι­σέ το. Πές: «Βα­πτί­ζε­ται ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ… εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀ­μήν». Κι ἂν ζή­σει, τε­λει­ώ­νει τὰ ὑ­πό­λοι­πα ὁ πα­πᾶς. Μὰ ἔ­τυ­χε καὶ δὲν ἔ­χεις νε­ρό; Βά­πτι­σέ το στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πὲς τὰ ἴ­δια λό­για.

Ὁ­μοί­ως, ἂν τυ­χὸν μέλ­λει νὰ πε­θά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει, ἂς ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ σὲ ὅ­ποι­ον τύ­χει. Ἔ­χει ἐλ­πί­δα νὰ σω­θεῖ. Ἂν ὅ­μως με­τα­λά­βει ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος, δὲν ὠ­φε­λεῖ τί­πο­τε.

Στὴ συ­νέ­χεια ἡ κου­βέν­τα του γύ­ρι­σε στὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Κυ­ρια­κῆς, τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τὴ νη­στεί­α.

- Ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί πρέ­πει νὰ νη­στεύ­ου­με πάν­το­τε, μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν Τε­τάρ­τη, για­τὶ που­λή­θη­κε ὁ Κύ­ριος καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, για­τὶ σταυ­ρώ­θη­κε. Ὁ­μοί­ως καὶ τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, κα­θὼς ἐ­νο­μο­θέ­τη­σαν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες νὰ νη­στεύ­ου­με, γιὰ νὰ νε­κρώ­νου­με τὰ πά­θη καὶ νὰ τα­πει­νώ­νου­με τὸ σῶ­μα. Ἐ­δῶ πῶς πη­γαί­νε­τε; Φυ­λά­γε­τε τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, Χρι­στια­νοί μου; Ἂν εἶ­στε Χρι­στια­νοί, πρέ­πει νὰ τὶς φυ­λά­γε­τε.

Ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ μὴ χω­ρί­ζε­σθε καὶ ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­κοῦ­τε τὸν ἱ­ε­ρέ­α ποὺ ση­μαί­νει; Εὐ­θὺς νὰ ση­κώ­νε­σθε, νὰ νί­πτε­σθε καὶ νὰ πη­γαί­νε­τε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι σὰν τὴ μά­να. Ὅ­ταν σφάλ­λει ὁ γιός της, τὸν μα­λώ­νει καὶ πά­λι τὸν ἀ­γα­πᾶ.

Ἀ­κό­μα τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ μὴ δου­λεύ­ε­τε κα­θό­λου. Μή­τε νὰ που­λή­σε­τε, μή­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος ποὺ γί­νε­ται τὴν Κυ­ρια­κὴ εἶ­ναι α­φο­ρι­σμέ­νο καὶ κα­τα­ρα­μέ­νο, καὶ βά­νε­τε φω­τιὰ καὶ κα­τά­ρα στὸ σπί­τι σας καὶ ὄ­χι εὐ­λο­γί­α. Καὶ ἢ σὲ θα­να­τώ­νει ὁ Θε­ὸς πα­ρά­και­ρα, ἢ τὴ γυ­ναί­κα σου, ἢ τὸ παι­δί σου, ἢ τὸ ζῶ­ο σου ψο­φᾶ. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ που­λή­σεις πράγ­μα­τα φα­γώ­σι­μα τὴν Κυ­ρια­κή, ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος μὴν τὸ σμί­γεις στὴ σα­κού­λα σου, για­τὶ τὴ μα­γα­ρί­ζει, ἀλ­λὰ δῶ­σε τα ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Οὔ­τε χω­ρά­φι, οὔ­τε ἀμ­πέ­λι νὰ κοι­τά­ζε­τε τὴν Κυ­ρια­κή, οὔ­τε νὰ κα­θα­ρί­ζε­τε τὰ ἀ­χού­ρια σας. Μο­νά­χα νὰ δι­α­βά­ζε­τε βι­βλί­α, νὰ μα­θαί­νε­τε τὸ κα­λὸ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας, για­τὶ ὅ­λοι θὰ πε­θά­νου­με, κα­θὼς βλέ­που­με κά­θε μέ­ρα.

Καὶ ὅ­σο βιὸς ἔ­χου­με, ἀ­δέλ­φια καὶ ἀ­δελ­φές μου, ἐ­δῶ στὴ γῆ θὰ ἀ­πο­μεί­νει. Μο­νά­χα ὅ­ση ἐ­λε­η­μο­σύ­νη δώ­σα­τε, αὐ­τὸ θὰ ἔ­χε­τε γιὰ βο­ή­θεια στὴν ψυ­χή σας. Καὶ ὅ,τι δώ­σα­τε στοὺς φτω­χοὺς γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, θὰ λά­βε­τε γιὰ τὸ ἕ­να ἑ­κα­τὸ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ νη­στεί­α ἁ­γιά­ζει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ἔ­χει ἀ­γα­θὸ τέ­λος.

Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε, ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καὶ κα­νέ­νας δὲν ἔ­λε­γε νὰ φύ­γει. Μὰ ἐν­τε­λῶς ξαφ­νι­κά, ἀ­πά­νω ποὺ μι­λοῦ­σε ὁ ἅ­γιος, ἕ­νας θε­ό­ρα­τος βρά­χος ξε­κό­πη­κε ἀ­π’ τὴν ἀ­πό­το­μη πλα­γιὰ καὶ πῆ­ρε νὰ κα­τρα­κυ­λᾶ στὴν κα­τη­φό­ρα. Ὁ κό­σμος ἔν­τρο­μος μὲ δυ­να­τὲς φω­νὲς σκόρ­πι­σε γιὰ νὰ γλυ­τώ­σει. Μὰ ὁ ἅ­γιος δὲν τα­ρά­χθη­κε, οὔ­τε κου­νή­θη­κε κα­θό­λου. Σή­κω­σε μό­νο τὸ ρα­βδί του καὶ σταύ­ρω­σε τὸν βρά­χο ποὺ ἔ­πε­φτε. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ὁ φο­βε­ρὸς βρά­χος κοκ­κά­λω­σε στὴ μέ­ση τῆς πλα­γιᾶς, λὲς καὶ τὸν ἄ­δρα­ξε στι­βα­ρὸ χέ­ρι ἀ­ό­ρα­του κύ­κλω­πα. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν κα­τά­πλη­κτοι. Ἕ­νας-ἕ­νας ξα­να­μα­ζεύ­τη­καν κον­τά του.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Δευτ 08 Ιουν 2015, 21:46 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Δευτ 24 Αύγ 2015, 22:00 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338
Ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (†1779)
Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 24 Αυγούστου




Ο μέγας ισαπόστολος, φωτιστής του υπόδουλου Γένους, θαυματουργός όσιος, ένδοξος και λαοφιλής ιερομάρτυς, γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας το 1714. Συγκεκριμένα ανάμεσα στα χωριά Μεγάλο Δένδρο και Ταξιάρχης της ορεινής Τριχωνίδος, περιοχή που ονομάζεται Απόκουρο, από γονείς Ηπειρώτες: «Γονέων ευσεβών υιός, παρά των οποίων ανατραφείς, και παιδευθείς εν παιδεία, και νουθεσία Κυρίου, κατά τον Απόστολον».

Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη μονή της Παναγίας Σεγδίτσας Παρνασσίδος κοντά στον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Λύτσικα και στη Λαμποτινά Ναυπακτίας με τον ιεροδιδάσκαλο Ανανία Δερβισάνο, όπου και δίδαξε. Κατόπιν συναντάται στην ονομαστή σχολή Βραγγιανών Αγράφων, την οποία είχε ιδρύσει ο συμπατριώτης του όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός ( 1682). Στη σχολή αυτή διδάχθηκε ανώτερα μαθήματα φιλοσοφίας, αρχαίων ελληνικών, θεολογικών, φυσικομαθηματικών, στοιχείων ιατρικής και άλλων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων.

Στη συνέχεια ήλθε στο Άγιον Όρος. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους άρχισε με φήμην μεγάλην και το σχολείον του Βατοπαιδίου εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις εκείνο με άλλους ειδικούς του συμμαθητάς ουκ ολίγους· εκεί ετελείωσε τα γραμματικά υποκάτω εις τον διδάσκαλον Παναγιώτην Παλαμάν μετά δε ταύτα παρέλαβε και την Λογικήν από τον διδάσκαλον Νικόλαον Τζαρτζούλιον τον εκ Μετζόβου, όστις εκεί εσχολάρχησε μετά τον σοφώτατον Ευγένιον· ήταν δε ακόμα λαϊκός Κώνστας καλούμενος· πλην και εις το σχήμα όντας των λαϊκών, εφαίνετο εστολισμένος με την σεμνότητα του μοναδικού σχήματος, και κατά πάντα ηγωνίζετο, και τον εαυτόν του εγύμναζε προς τελείαν άσκησιν· επειδή δε πάλιν κακή τύχη η περίφημος εκείνη σχολή αναχωρησάντων των διδασκάλων, ερημώθη, και κατήντησε να γένη ως το απ' αρχής». Στην περίφημη αυτή Βατοπαιδινή Σχολή και κοντά σε σπουδαίους διδασκάλους επί μία περίπου εξαετία απέκτησε αρκετά καλή μόρφωση και προσωπική εκπαιδευτική αντίληψη.

Αργότερα, στις διδαχές του, αναφέρεται στη μόρφωση που απέκτησε: «Εγώ, χριστιανοί μου, έφθειρα την ζωήν μου εις την σπουδήν σαράντα-πενήντα χρόνους, εγώ εδιάβασα και περί ιερέων, και περί ασεβών και περί αθέων και περί αιρετικών, τα βάθη της σοφίας ερεύνησα».

Αλλού αναφέρει: «έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα και απ' όλα τα έθνη και πολλά τα εδιάβασα».

Κατόπιν μετέβη στην ιερά μονή Φιλοθέου. Εκεί εκάρη μοναχός με το όνομα Κοσμάς και χειροτονήθηκε ιερεύς. Όπως λέγει ο ίδιος, «επήγα και εις το Άγιον Όρος και έκλαιγα διά τες αμαρτίες μου δεκαεπτά χρόνους». Από μικρός είχε μεγάλη αγάπη στον Θεό και στον συνάνθρωπο. Μελετούσε το ευαγγέλιο και σκεπτόταν πως θα μπορούσε να βοηθήσει τους αδελφούς του κατά τον καλύτερο τρόπο. Προσευχόταν και συμβουλευόταν πνευματικούς και Γέροντες. Ένιωθε ότι έπρεπε να αφήσει το προσφιλές Άγιον Όρος, για να βοηθήσει τον χειμαζόμενο λαό. «Το Γένος κινδύνευε τον έσχατο κίνδυνο. Από την μια οι Τούρκοι, απ' την άλλη ο διαφωτισμός -ο άθεος διαφωτισμός- της Γαλλίας. Η πίστις διαρκώς υποχωρούσε. Το ισλάμ εν θριάμβω. Η εληνική γλώσσα ηφανίζετο. Επαρχίες ολόκληρες είχαν ξεχάσει τα ρωμέϊκα και μιλούσαν άλλες τούρκικα, άλλες σλάβικα, άλλες αρβανίτικα, άλλες βλάχικα. Ήσαν και οι ξένες προπαγάνδες. Παπικοί μισσιονάριοι, λουθηροκαλβίνοι ψευδοϊεραπόστολοι εκμεταλευόμενοι την φτώχεια του λαού έμπηγαν τα γαμψά και μολυσμένα νύχια τους στις άχραντες και αμίαντες σάρκες της Εκκλησίας του Χριστού. Αντελήφθη ο Άγιος τον κίνδυνο. Τα απαισιόδοξα μηνύματα έφθαναν και στο Άγιον Όρος. Τα συνέλαβε. Έπρεπε να διακόψη την άσκησι στη Μονή. Τον περίμενε το Γένος του, η Εκκλησία του Χριστού. Μόρφωσιν είχε αποκτήσει πολλή, αρετές δυσκατόρθωτες για τους πολλούς είχε, ταπείνωσι διέθετε δυσθεώρητη, ζήλος ένθεος έκαιγε στην καρδιά του».



Στη μονή Φιλοθέου αισθάνθηκε κλήση από τον Θεό για την ανάληψη του μεγάλου έργου «της διαφωτίσεως και αναγεννήσεως των αδελφών Χριστιανών. Οι Έλληνες είχαν περιπέσει εις αμάθειαν εις ότι αφορά την θρησκείαν των, και αυτό είχεν ως αποτέλεσμα τας πολλαπλάς κακίας, και την κατά μεγάλους αριθμούς αλλαξοπιστίαν εκ της Ορθοδοξίας εις τον Μωαμεθανισμόν. Ο Κοσμάς ένοιωθε τούτο βαθύτατα. Εζήτησε λοιπόν και έλαβε την συγκατάθεσιν των γερόντων του όπως αναλάβη μία τοιαύτην αποστολήν. Αφήνοντας το Άγιον Όρος, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, συνήντησε τον Πατριάρχην Σεραφείμ (1757-1761) και έλαβε παρ' αυτού γραπτήν άδειαν να κηρύξη ανά την Ελλάδα».

Το 1760 στην Κωνσταντινούπολη συνάντησε τον κατά σάρκα αδελφό του Χρύσανθο τον Αιτωλό (1785), από τον οποίο διδάχθηκε ρητορική τέχνη. Το ιεραποστολικό του έργο στον ηπειρωτικό και νησιωτικό ελλαδικό χώρο ήταν μεγαλόπνοο, θαυμαστό, αποτελεσματικό και σπουδαίο.

Κήρυττε απλά, μεστά, εγκάρδια, εκφραστικά, ταπεινά και χαριτωμένα. Μιλούσε «το κατά δύναμιν, όχι ως διδάσκαλος, αλλ' ως αδελφός· διδάσκαλος μόνος ο Χριστός μας είναι». «Είστε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας», έλεγε στους ακροατές του, «και όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια να σας φιλήσω, διατί ο καθένας από λόγου σας είναι τιμιώτερος από όλον τον κόσμον». Άλλοτε πάλι χαρακτηριστικά και ταπεινά παρατηρούσε: «Ακούγοντας και εγώ, αδελφοί μου, ετούτον τον γλυκύτατον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, «Με έτρωγεν εις την καρδίαν τόσους χρόνους ωσάν σκουλίκι», διά τους αδελφούς μας τους Χριστιανούς για τη σωτηρία των ψυχών τους εβγήκα και περιπατώ από τόπον εις τόπον και από χώραν εις χώραν και διδάσκω τους αδελφούς μου Χριστιανούς».

Το επί εικοσαετία πλούσιο κηρυκτικό έργο του πέρασε από την Κωνσταντινούπολη, Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο, Ήπειρο, νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Το φλογερό κήρυγμά του είχε τεράστια απήχηση στις διψασμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές των υποδούλων, όπως αναφέρει ο καλός μαθητής και βιογράφος του Σάπφειρος Χριστοδουλίδης: «Όπου και εάν επήγαινεν ο τρισμακάριστος, εγίνετο μεγάλη σύναξις των Χριστιανών και ήκουαν μετά κατανύξεως και ευλαβείας την χάριν και γλυκύτητα των λόγων του, και ακολούθως εγίνετο και μεγάλη διόρθωσις και ωφέλεια ψυχική». Όπως μάλιστα γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «ήτον η διδαχή του, καθώς ημείς αυτήκοοι αυτής εγενόμεθα, απλούστατη, ωσάν εκείνη των αλιέων· ήταν γαλήνιος, και ησύχιος, οπού εφαίνετο καθολικά, να είναι γεμάτη από την χαράν του ιλαρού, και ησύχου Αγίου Πνεύματος». Και συνεχίζει: «Και ο Θεός άνωθεν συνήργει και εβεβαίωνε τα λόγιά του με τα ακόλουθα σημεία, και θαύματα, καθώς ποτέ διά των τοιούτων θαυμάτων εβεβαίωνε και το κήρυγμα των ιερών Αποστόλων του». Στη Βόρειο Ήπειρο «συνεργούσης της θείας χάριτος, πολλούς και μεγάλους καρπούς έκαμε· διά τί τους αγρίους, ημέρωσε· τους ληστάς, κατεπράϋνε· τους άσπλαχνους και ανελεήμονας, έδειξε ελεήμονας, τους ανευλαβείς, έκαμεν ευλαβείς, τους αμαθείς, και αγροίκους εις τα θεία, εμαθήτευσε, και τους έκαμε να συντρέχουν εις τας ιεράς Ακολουθίας· και όλους απλώς τους αμαρτωλούς, έφερεν εις μεγάλην μετάνοιαν, και διόρθωσιν· ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι εις τους καιρούς των εφάνη ένας νέος Απόστολος».

Όλοι οι βιογράφοι του τονίζουν ιδιαίτερα ότι έπασχε για την ίδρυση σχολείων, για να μαθαίνουν τα ελληνόπουλα γράμματα δωρεάν, «να στερεώνωνται μεν εις την πίστιν και την ευσέβειαν, να οδηγώνται δε εις την ενάρετον ζωήν και πολιτείαν». Έπεισε τους πλούσιους να αγοράζουν κολυβήθρες για τις εκκλησίες που δεν είχαν.

Έτσι αγοράστηκαν πάνω από 400 κολυμβήθρες, βιβλία για τους εγγραμμάτους, κομποσχοίνια και σταυρουδάκια για όλους, περί τις 500.000. Δεν δίστασε να στιγματίσει το εμπόριο των Εβραίων, που έκαμαν ημέρα Κυριακή, και δεν επέτρεπε τους χριστιανούς να εργάζονται την ημέρα του Κυρίου. Γι' αυτό οι Εβραίοι τον μίσησαν θανάσιμα.

Στις περιοδείες του τον ακολουθούσαν πολλοί ιερείς και πολύς κόσμος. Το κάθε κήρυγμά του στον κάθε τόπο ήταν μία ιεροτελεστία. Έλεγε στους χριστιανούς να προετοιμασθούν, να εξομολογηθούν και να νηστεύσουν. Οι ιερείς τελούσαν το μυστήριο του ιερού ευχελαίου, και έχριαν τους χριστιανούς. Έστηναν παντού ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, άναβαν κεριά, και εκείνος ανέβαινε στο σκαμνί του, μοίραζε ευλογίες, άρτους και κόλλυβα, και έκανε τη διδαχή. Ο σταυρός έμενε σε ανάμνηση της διαβάσεώς του και συχνά θαυματουργούσε517. Οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις, και έτσι έχουμε σήμερα τις διδαχές του, που συνοδεύονταν από θαύματα και προφητείες. Οι προφητείες του αναφέρονται στην απελευθέρωση του σκλαβωμένου Έθνους, στο μέλλον διαφόρων προσώπων, πόλεων και της ανθρωπότητος, στις εφευρέσεις της επιστήμης και σε άλλα θέματα. Πολλές από αυτές πραγματοποιήθηκαν με πιστή ακρίβεια.



Παρά τη μεγάλη αγάπη του ευεργετημένου από τον άγιο λαού και τον σεβασμό που του έτρεφαν ακόμη και Τούρκοι υπήρχαν και ορισμένοι που τον μισούσαν, όπως κάποιοι πλούσιοι κοτσαμπάσηδες, γιατί τους έλεγχε τις διάφορες αδικίες, αλλά κυρίως οι Εβραίοι, τους οποίους έλεγχε και αυτούς στα κηρύγματά του. Φυσικά «δεν πάσχει βέβαια από αντισημιτισμό ο Άγιος. Μιλεί και εδώ την γλώσσα της αλήθειας. Ξέρει ότι οι Εβραίοι βρίσκονταν πίσω από τις αδικίες και τους διωγμούς των Χριστιανών». Έγραφε σε επιστολή του προς τον αδελφό του Χρύσανθο λίγους μήνες προ του τέλους του: «Δέκα χιλιάδες χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατόν μου και ένας όχι».

Οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν στις τουρκικές αρχές, και κατόρθωσαν με πολλά χρήματα προς τον Κούρτ Πασά του Βερατίου να επιτύχουν τη θανάτωσή του. Ο άγιος προγνώρισε το τέλος του και την τελευταία νύκτα του, «χωρίς να δείξη ολότελα κανένα σημείον λύπης διά την στέρησιν της ζωής του, αλλά μάλιστα φαινόμενος χαριέστατος εις το πρόσωπον, ωσάν να επήγαινεν εις χαραίς και ξεφαντώματα». Τον κρέμασαν από ένα δένδρο στο χωριό Κολικόντασι και έριξαν το τίμιο λείψανό του στον ποταμό Άψο. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό το λείψανο έπλεε. Βρέθηκε από τον ευλαβή ιερέα Μάρκο και ενταφιάστηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας. Ο άγιος μαρτύρησε στις 24.8.1779. Τον Αύγουστο του 1813 έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων. Το επόμενο έτος κτίστηκε εκεί προς τιμή του ναός και μονή με προσταγή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, για τον οποίο είχε προφητεύσει ότι θα προοδεύσει.

Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός τιμήθηκε από νωρίς ως άγιος από τον πιστό λαό. Απόδειξη της τιμής αυτής και της αγάπης είναι εκατοντάδες φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, χαλκογραφίες, ξυλογραφίες, σχέδια, προσκυνητάρια και ναοί. Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεώς του έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20.4.1961. Το 1984 βρέθηκαν από τους συγγραφείς κυρίους Π. Β. Πάσχο και Π. Φ. Χριστόπουλο τα λείψανα του αγίου στο καταστραμένο μοναστήρι του στην Αλβανία. Υπάρχει μία αρκετά πλούσια βιβλιογραφία σχετική, με τον άγιο.

Ακολουθία και βίο του συνέθεσαν οι Νικόδημος ο Αγιορείτης, Σαπφείριος Χριστοδουλίδης (1814), ο Θωμάς Πασχίδης (1860) και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννίτης. Παρακλητικό Κανόνα έγραψε ο μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ.

Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου.

πηγή:

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου,

Βατοπαιδινό Συναξάρι,

Έκδοση Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου,

Α' Έκδοση, 2007

Αντιγραφή: http://www.pemptousia.gr

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τετ 13 Απρ 2016, 21:21 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Δευτ 13 Μαρ 2017, 18:00 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338






_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 08 Ιουν 2017, 10:02 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5338
Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ γιά τήν οἰκογένεια

Για το ανδρόγυνο: «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε»(Γαλάτ. 6, 2)
Άλλο καλύτερον δεν είναι εις την γυναίκα ωσάν όπου να έχει υπομονή και ταπείνωση. Και, αν τύχει και έχει κακόν άνδρα, να υπομένει και να ευχαριστεί τον Θεό περισσότερο από τις άλλες, διότι έχει μισθό πολύν εις την ψυχή της και πάντα με γλυκά λόγια να τον παρηγορεί και να στοχάζεται πως και αυτός αγανακτεί και κινδυνεύει την ζωή ημέρα και νύκτα, διά να την φυλάξει. Και αν έχει και ο άνδρας κανένα ελάττωμα, να τον υποφέρει και να μην τον πικραίνει, άνθρωπος είναι και αυτός, δεν είναι άγγελος. Και να ενθυμάται πάντα τις καλοσύνες του και να συλλογίζεται και τις δικές της κακοσύνες. Ομοίως και εσύ ο άνδρας, όταν σου τύχει κακή γυναίκα, πρέπει να υπομένεις και να ευχαριστείς τον Θεό, διότι έχεις μισθό μεγάλο εις την ψύχη σου και, αν σου πταίσει καμμίαν φορά, μη την συνερίζεσαι και στοχάσου και τις καλοσύνες της. Ακόμη συλλογίσου και τα δικά σου τα ελαττώματα.
Πάλιν εσύ, γυναίκα, έχεις περισσότερο χρέος από τον άνδρα να ανατρέφεις τα παιδιά σου και να τα νουθετείς εις τα καλά έργα.

Γονείς και παιδιά

Ένα δένδρο, αν το κόψεις, ευθύς ξεραίνονται τα κλαριά, ενώ αν ποτίζεις την ρίζα, στέκονται δροσερά τα κλωνάρια. Ομοίως είστε και οι γονείς σαν το δένδρο και όταν ποτίζεται ο πατέρας και η μητέρα, που είστε η ρίζα των παιδιών, με νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες, με καλά έργα, φυλάγει ο Θεός τα παιδιά σας. Όταν ξεραίνεστε οι γονείς με τις αμαρτίες, θανατώνει ο Θεός τα παιδιά σας και σας βάνει εις την κόλαση μαζί τους.
Είναι μια μηλιά και κάνει ξινά μήλα. Εμείς τώρα τί πρέπει να κατηγορήσουμε, τη μηλιά ή τα μήλα; Τη μηλιά. Λοιπόν κάνετε καλά εσείς οι γονείς, που είστε η μηλιά, να γίνονται και τα μήλα γλυκά.
Δεν είναι κατάρα η ακούσια ατεκνία, ούτε λόγος διαζυγίου.
Ακόμη να προσέχετε οι άνδρες να μη κοιτάζετε τες γυναίκες σας με άγριο μάτι διά πολλές αιτίες, μάλιστα πως δεν κάνουν παιδιά και λέγετε τάχα πως έχετε κατάρα. Ακούσατε να σας ειπώ: τον παλαιόν καιρόν ο Διάβολος έβαλε σκοπό να χαλάσει τον κόσμο και έβανε μίσος εις τα ανδρόγυνα, για να μη κάνουν παιδιά να αυξηθεί ο κόσμος, και έτσι οι άνθρωποι δεν έκαναν παιδιά, αλλ’ ούτε φρόντιζαν διά να υπανδρεύονται και κινδύνευε να χαθεί ο κόσμος.
Τότε ο Θεός, θέλοντας να λείψει αυτό το διαβολικό κακό, πρόσταξε ότι όποιος δεν κάνει παιδιά, είναι κατηραμένος. Διά τούτο και μόνον τον είπε ο Θεός αυτόν τον λόγο, διά να χαλάσει τον σκοπό του κατηραμένου Διαβόλου. Λοιπόν τώρα δεν έχετε κατάρα όσοι δεν κάνετε παιδιά και μη λυπάσθε, αλλά χαίρεσθε, όπου γίνεται το θέλημα του Θεού και όχι το δικό σας και μάλιστα εκείνοι που έχουν παιδιά είναι σκλάβοι και κατά τη ψυχή και κατά το σώμα. Και να φυλάγεσθε να μη κάμετε σαν κάποιοι ανόητοι και τρελλοί, που επειδή δεν γέννησαν παιδιά οι γυναίκες τους, τις χώρισαν και πήραν άλλες. Ο Διάβολος θέλει να χωρίζονται τα ανδρόγυνα και όχι ο Θεός. Έτσι λέγει και ο Νόμος: Κανένα άλλο αίτιον δεν τους χωρίζει εκτός αν ξεπέσουν εις πορνεία. Και όποιος διά άλλο αίτιον χωρίζει την γυναίκα του και πάρει άλλην θα κριθεί ως μοιχός, χειρότερος από τον πόρνο, και πρόκειται να πάει εις την Κόλαση.
Οικογενειακό Εικονοστάσι και αγωγή παιδιών
Να κάνεις μίαν εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, να έχεις και τον Άγιο του παιδιού σου και όταν το παιδί σου σηκώνεται από τον ύπνο να σου γυρεύει ψωμί, μην του δίνεις, μόνο να πάρεις το ψωμί, να το βάλεις εμπρός εις την εικόνα του Χριστού και να του πεις: Εγώ, παιδί μου, δεν έχω ψωμί, ο Χριστός έχει. Σήκω να κάνεις τον Σταυρό σου να παρακαλέσουμε τον Άγιόν σου να παρακαλέσει τον Χριστόν να σου το δώσει. Και έτσι το παιδί παρακινείται διά την αγάπη του ψωμιού και ευθύς όπου ξυπνά, τον Άγιόν του βλέπει. Βλέποντας τότε ο Διάβολος το παιδί πως έχει την ελπίδα του εις τον Χριστό και εις τον Άγιόν του, κατακαίεται και φεύγει. Κι έτσι να συνηθίζετε τα παιδιά σας, να τα παιδεύετε από μικρά, διά να συνηθίζουν εις τον καλόν δρόμο.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 24 Δημοσιεύσεις ]  Μετάβαση στην σελίδα Προηγούμενη  1, 2, 3  Επόμενο

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 2 επισκέπτες


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  
Powered by phpBB® Forum Software © phpBB Group

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com