Αρχική

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες




Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 7 Δημοσιεύσεις ] 
Συγγραφέας Μήνυμα
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Παρ 01 Φεβ 2013, 17:56 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 13:48
Δημοσιεύσεις: 5568
Εικόνα
«Μᾶρκος οὐχ ὑπέγραψε, λοιπὸν ἐποιήσαμεν οὐδέν». Ὁ Μᾶρκος δὲν ὑπέγραψε, λοιπὸν δὲν κάναμε τίποτα. Μία παροιμιώδης φράση τοῦ Πάπα Ῥώμης, ὅταν ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς δὲν ἔβαλε τὴν ὑπογραφή του στὸ πρωτόκολλο γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐνῷ εἶχαν ὑπογράψει ὅλοι οἱ ἄλλοι ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι. Ὁ ὑπέρμαχος αὐτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1392. Γονεῖς εἶχε τὸν διάκονο Γεώργιο καὶ τὴν Μαρία, ποὺ ἦταν κόρη κάποιου γιατροῦ Λουκᾶ ὀνομαζομένου. Ὁ Μᾶρκος εἶχε πολλὰ χαρίσματα καὶ ἀναδείχθηκε ἔξοχος στὶς θεολογικὲς καὶ ἄλλες σπουδές. Δίδασκε στὸ φροντιστήριο τοῦ πατέρα του, καὶ ἀργότερα, μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ, τὸν διαδέχθηκε στὸ διδασκαλικὸ ἐπάγγελμα. Διακρίθηκε σὰν δάσκαλος τῆς ῥητορικῆς καί, στὸ 25ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἀποφάσισε νὰ γίνει μοναχὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔφυγε σὲ μία Μονὴ στοὺς Πριγκηπόνησους. Ἐκεῖ ἐτάχθη ὑπὸ τὴν πνευματικὴ ἐπιστασία ἐναρέτου μοναχοῦ, τοῦ Συμεών, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκειρε μοναχὸ καὶ τὸν μετονόμασε ἀπὸ Μανουήλ, ποὺ ἦταν τὸ πρῶτο του ὄνομα, σὲ Μᾶρκο. Κατόπιν ἀπὸ τὰ νησιὰ αὐτὰ ἔφυγε καὶ πῆγε στὴ Μονὴ τῶν Μαγκάνων, ὅπου χειροτονήθηκε Ἱερέας. Ἀφοῦ ἔγινε κληρικός, τὸ 1436 ἐκλέγεται Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου. Τότε, ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, μπροστὰ στὸν τουρκικὸ κίνδυνο καὶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήσει ὁ Πάπας, πηγαίνει στὴ Φεῤῥάρα τῆς Ἰταλίας γιὰ νὰ συζητήσει τὴν ἕνωση τῶν δυὸ Ἐκκλησιῶν. Στὴν τελικὴ Σύνοδο, ποὺ γίνεται στὴ Φλωρεντία τὸ 1439, βλέπουμε, δυστυχῶς, τοὺς ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς, ἰδιαίτερα γιὰ τὸ «πρωτεῖο» τοῦ Πάπα, νὰ ὑπογράφουν ὅλοι. Ἐδῶ, ἀκριβῶς στὴν πιὸ κρίσιμη στιγμὴ τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς Ἱστορίας, σηκώνει τὸ πνευματικό του ἀνάστημα ὁ Ἐπίσκοπος Ἐφέσου Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ λέει «Ὄχι. Καλύτερα σκλαβωμένα σώματα στοὺς Τούρκους, παρὰ σκλαβωμένο πνεῦμα στὸν αἱρετικὸ Πάπα». Κατόρθωσε, ἔτσι, νὰ κρατήσει ψηλὰ τὴν σημαία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ διδάξει σ᾿ ὅλους μας πὼς τὴν ὀρθόδοξη παράδοσή μας δὲν πρέπει νὰ συμβιβάζουμε καὶ νὰ προδίδουμε, χάριν ἐφήμερων καὶ ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Κατόπιν αὐτοῦ ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὑπέστη ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ κυβερνοῦσαν πολλὲς ἐξορίες, καταδιώξεις καὶ ταπεινώσεις, ἀλλ᾿ ἔμεινε ἀδιάσειστος. Ἀῤῥώστησε, γιὰ περίπου 14 μέρες καὶ πέθανε στὶς 23 Ἰουνίου (ὅπου κανονικὰ πρέπει νὰ γιορτάζεται καὶ ἡ κυρίως μνήμη του, σύμφωνα μὲ τὸν Σ. Εὐστρατιάδη) τοῦ ἔτους 1444, σὲ ἡλικία 52 ἐτῶν. Τάφηκε στὴ Μονὴ Ἁγ. Γεωργίου τῶν Μαγκάνων.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 02 Φεβ 2013, 18:34 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 13:48
Δημοσιεύσεις: 5568
Ὁμολογεῖται ἀπό ὃλους ὃτι ὁ Ἃγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ἐπίσκοπος Ἐφέσου, ἀνεδείχθη ἡ σπάνια γιγαντιαία φυσιογνωμία τῆς Ὀρθοδoξίας σέ κρισιμώτατους γιά τήν Ἐκκλησία καί τό γένος καιρούς, κατά τό πρῶτο μισό τοῦ ΙΕ’ αἰώνα. Ὑπῆρξε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὁλομόναχος σήκωσε στούς ρωμαλέους ὢμους του τήν ἱερά Κιβωτό, πού περιεῖχε ὁλόκληρο τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό τῆς Ὀρθοδοξίας. Γι’ αὐτό καί ὁ ἱερός ὑμνογράφος ἒκθαμβος ἀπό τήν ἀκτινοβολία τῆς μορφῆς του, τοῦ προσέφερε τό ἐγκωμιαστικό δίστιχο:
«Κρατεῖ μέν Ἂτλας μυθικός ὢμοις Πόλον,
κρατεῖ δ’ ἀληθῶς Μᾶρκος Ὀρθοδοξίαν».
Γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη περίπου τό 1392, τότε πού ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ἒπνεε τά λοίσθια καί οἱ Τοῦρκοι ἒζωναν τήν Πόλη γιά νά τήν πολιορκήσουν. Οἱ γονεῖς του, Γεώργιος καί Μαρία, τοῦ ἒδωσαν στό βάπτισμα τό ὂνομα Μανουήλ. Τό δέ ἐπώνυμό του φανέρωνε τήν εὐγένεια τῆς καταγωγῆς του, διότι οἱ γονεῖς του ἦταν ὂχι μόνο εὐσεβεῖς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἀλλά καί στολισμένοι μέ κοσμική λαμπρότητα καί εὐγένεια.
Διδάχθηκε τά πρῶτα γράμματα ἀπό τόν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν διάκονος, πρωτέκδικος καί χαρτοφύλακας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Σέ ἡλικία δεκατριῶν ἐτῶν ἒμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα. Ἒχοντας ὃμως δίψα γιά τήν μόρφωση μαθήτευσε, μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἰωάννη, σέ φημισμένους γιά τήν σοφία τους διδασκάλους, ὃπως τόν Γεώργιο Γεμιστό ἢ Πλήθωνα καί τόν Ἰωσήφ Βρυέννιο. Ὁ τελευταῖος ὑπῆρξε ἐμπνευστής του καί τό πρότυπό του γιά τούς μελλοντικούς ἀγῶνες του. Προικισμένος μέ ὀξύνοια καί σπάνια εὐφυΐα γνώρισε τήν ἀρχαία ἑλληνική παιδεία. καί ἦταν βαθύς γνώστης τοῦ Ὁμήρου. Χάρις δέ στήν ρητορική του ἱκανότητα μποροῦσε ν’ ἀναπτύξει μέ μεγάλη εὐκολία τήν φιλοσοφία τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη.
Μέ τά σπάνιά του προσόντα, σέ σύντομο χρονικό διάστημα ξεπέρασε στήν σοφία καί τούς ἲδιους τούς δασκάλους του. Ξεχώριζε δέ μεταξύ τῶν συνομηλίκων του γιά τήν σεμνότητα τοῦ ἢθους του καί τήν κοσμιότητά τῶν τρόπων του. Νεώτατος ἀνέλαβε τήν διεύθυνση τοῦ πατριαρχικοῦ φροντιστηρίου. Ἒγινε ἐπίσης φίλος καί καθοδηγητής τοῦ αὐτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου καί διορθωτής τῶν συγγραμμάτων του. Ταυτόχρονα, δέν παρέλειπε νά ἐξασκεῖται καί στά ἒργα τῶν μοναχῶν, «ζῶν ἐν τῇ πόλει ὡς ἂπολις». Ἒφθασε δέ σέ τέτοια μέτρα ἀρετῆς, ὣστε ἦταν «σωφρονέστερος» καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν μοναχῶν, πού ζοῦσαν στήν ἒρημο.
Σέ ἡλικία 25 ἐτῶν ἐγκατέλειψε τήν κοσμική ματαιότητα, διένειμε τήν περιουσία του στούς πτωχούς καί ἐκάρη μοναχός στό νησί Ἀντιγόνη, παίρνοντας τό ὂνομα Μᾶρκος. Ὑποτάχθηκε πρόθυμα σ’ ἓναν ἐνάρετο ἀσκητή, τόν Συμεών, καί ἐπιδόθηκε μέ ζῆλο σέ μεγάλους πνευματικούς ἀγῶνες. Μετά ἀπό μία διετία, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπειλῆς τῶν Τούρκων, ἀναγκάσθηκε νά καταφύγει στήν περιώνυμο μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων, στήν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἀφωσιώθηκε στήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί συνέγραψε τά πρῶτα του συγγράμματα, δογματικοῦ κυρίως χαρακτήρα. Παράλληλα ἀνέπτυξε καί τό ποιητικό του τάλαντο καί ἒγραψε κανόνες, ἐπιγράμματα καί ποιήματα. Ἒλαβε ἐπίσης καί τόν βαθμό τῆς ἱερωσύνης.
Μέ τά σκληρά ἀσκητικά του παλαίσματα κατέκτησε τήν πνευματική τελειότητα. Ἒγινε ἓνας ἐπίγειος ἂγγελος. Ἡ ἒνθεη ζωή του ἦταν γεμάτη άπό θεωρίες, ἱερούς φωτισμούς καί θεῖες ἐλλάμψεις. Ὃλοι θαύμαζαν τήν ἁγιότητα, τήν σοφία του, τήν διαλεκτική του δεινότητα, τήν ἑρμηνευτική του ἱκανότητα σέ ὃλα τά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά κυρίως τόν ἀδαμάντινο χαρακτήρα του.
Ὓστερα ἀπό παραμονή 20 περίπου ἐτῶν στό μοναστήρι, ἐπρόκειτο ὁ αὐστηρός μοναχός καί φλογερός θεολόγος ν’ ἀφήσει τόν μοναχικό καί ἣσυχο βίο καί νά ριχθεῖ σέ νέους ἀγῶνες, κατά τούς ὁποίους τό ὂνομά του θά γίνει «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» σέ Ἀνατολή καί Δύση. Ἒτσι, μέ τήν ἐπίμονη πίεση τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννου Η’ Παλαιολόγου, ἀνέβηκε στόν μητροπολιτικό θρόνο τῆς Ἐφέσου τό 1437. Μέ δυσκολία δέχθηκε ν’ ἀκολουθήσει τόν αὐτοκράτορα καί τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἰωσήφ Β’ στήν Ἰταλία, προκειμένου νά πάρει μέρος στή σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) μέ σκοπό τήν ἓνωση τῆς Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας.
Ἦταν βέβαια γνωστή στόν αὐτοκράτορα ἡ ἀνθενωτική δράση τοῦ Ἁγίου Μάρκου, κατά τά δύο τελευταῖα χρόνια, στά ὁποῖα γινόταν ἡ προετοιμασία τῆς συνόδου. Ὁ γενναῖος πρόμαχος τῆς Ἐκκλησίας δέν μποροῦσε νά συμφωνήσει μέ τόν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἀπελπισμένος μπροστά στήν τραγική κατάσταση, στήν ὁποία εἶχε περιπέσει ἡ αὐτοκρατορία, θεωροῦσε ὃτι, μέ κάθε θυσία, ἒπρεπε νά γίνει ἡ ἓνωση. Γιατί μέ τόν τρόπο αὐτό νόμιζε ὃτι θά ἐξασφάλιζε τήν στρατιωτική βοήθεια, τήν ὁποία ὁ πάπας Εὐγένιος Δ’ τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ γιά νά ἀποκρούσει τούς Τούρκους καί νά σώσει τήν Βασιλεύουσα.
Ὁ Ἃγιος Ἱεράρχης ζυμωμένος μέ τό πνεῦμα τῶν Πατέρων, δέν δίστασε νά θέσει πάνω ἀπό κάθε πολιτικό συμφέρον τήν διαφύλαξη τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί τῶν ἀποστολικῶν παραδόσεων. Ἒβλεπε μακριά στό μέλλον, μέ τό καθαρό καί διορατικό του μάτι. Ἐπίσης γνώριζε ὃτι οἱ Λατῖνοι δέν ἐπιθυμοῦσαν τήν γνήσια δογματική ἓνωση, τήν ὁποία ὁ ἲδιος ποθοῦσε ὁλόψυχα, ἀλλά ὃτι καραδοκοῦσαν νά καθυποτάξουν τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία στόν ἀλαζόνα Πάπα. Παρ’ ὃλη ὃμως τήν ἀντίθεσή του ὁ αὐτοκράτορας τόν ἐκτιμοῦσε βαθειά καί τόν διόρισε «ἒξαρχο» τῆς συνόδου. Ἦταν δέ τόσο μεγάλο τό κῦρος του, ὣστε ἐκλέχθηκε καί ὡς ἐκπρόσωπος τῶν Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων καί Ἀντιοχείας.
Κατά τήν διάρκεια τῆς συνόδου προέβαλε ἀνεξάντλητα ἐπιχειρήματα, τά ὁποῖα ἀντλοῦσε ἀπό τήν πλούσια πνευματική φαρέτρα του. Ὃσα ὑπεστήριξε ἦταν ἡ αὐτούσια πίστη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἒτσι ἀπέδειξε ὃτι ἡ προσθήκη τοῦ filoque (δηλαδή «καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ») στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἦταν βλάσφημη καί πρόσθεσε ὃτι τό ἱερό Σύμβολο «οὐ δέχεται προσθήκην, οὐ δέχεται μείωσιν». Ἐπίσης ἀπέκρουσε τίς κακόδοξες διδασκαλίες περί καθαρτηρίου πυρός καί ἀζύμων, ἀλλά καί τίς αὐθαίρετες καί παράλογες δοξασίες τοῦ Πάπα περί πρωτείου. Καί ὃταν οἱ Λατῖνοι θεολόγοι, κατάπληκτοι ἀπό τήν θεολογική του κατάρτιση καί τήν κρυστάλλινη πίστη του, τόν παρακαλοῦσαν νά μεταχειρισθεῖ κάποια οἰκονομία, ὁ δυναμικός μαχητής τῆς ἀλήθειας ἀρνήθηκε κάθε συμβιβασμό καί ἒδωσε τήν σταθερή ἀπάντηση: «Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, ἐπειδή εἰς τά τῆς πίστεως δέν χωρεῖ συγκατάβασις». Καθώς δέ ὁ αὐτόπτης μάρτυς καί ἱστορικός τῆς συνόδου Σίλβεστρος Συρόπουλος ἀναφέρει, ὁ Ἃγιος Μᾶρκος ὑπερασπίσθηκε τήν πατροπαράδοτη πίστη μόνος. Μόνος ἀγωνίσθηκε σκληρά ἀπέναντι τῶν ἂλλων καί ἐπέδειξε ἀπαράμιλλο θάρρος, ἀντοχή καί ὑπομονή, χωρίς ποτέ νά καμφθεῖ ἀπό τά ἀπάνθρωπα μέτρα τοῦ Πάπα. Ἐπιπλέον, οἱ ἀντίπαλοί του ἒλεγαν ὃτι παρεφρόνησε. Ἀκόμη καί ὁ Βησσαρίων, ὁ μητροπολίτης Νικαίας, τόν εἰρωνεύοταν καί τόν περιγελοῦσε. Καί ἀφοῦ φιλονείκησε μαζί του, λιποτάκτησε στό ἀντίπαλο στρατόπεδο καί ἒγινε, ὃπως πολύ σωστά ὁ Ἃγιος τοῦ προεῖπε, πραγματικό «κοπέλι» τοῦ Πάπα.
Ἀλλά καί πάλι ἦταν ὁ μόνος πού ἀρνήθηκε νά ὑπογράψει τόν περίφημο «ἑνωτικό ὃρκο». Ὃταν ὁ Πάπας εἶδε ὃτι ἒλειπε ἡ ὑπογραφή τοῦ κυριωτέρου ἀντιπάλου του, τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἀνεφώνησε περίλυπος: «Ἰού φράτορες, ἐποιήσαμεν οὐδέν». Ἡ σύνοδος ἦταν ἢδη ἂκυρη. Ὁ Πάπας τότε θέλησε νά τόν τιμωρήσει. Ἀλλά ὁ Μᾶρκος «ὁ Ἀντίπαπας» μέ πύρινους λόγους ἀπεστόμωσε τόν Πάπα καί ταπείνωσε γιά μιά ἀκόμη φορά τήν «ἐπηρμένην παπικήν ὀφρύν». Ἒτσι ὁλοκλήρωσε τήν νίκη του. Ἐπέστρεψε πλέον ὑπό τήν προστασία του αὐτοκράτορα στήν Κωνσταντινούπολη τήν 1η Φεβρουαρίου τοῦ 1440, ἒπειτα ἀπό δύομιση περίπου χρόνια, ὂχι ἁπλά ὡς ὁ μητροπολίτης Ἐφέσου, ἀλλ΄ ὡς ἡ Ἱερά Ὀρθόδοξος Παρακαταθήκη. Ὁ εὐσεβής λαός ὑποδέχθηκε τόν στυλοβάτη τῆς Ἐκκλησίας μέ ἐνθουσιασμό. Ἦταν τό σύμβολο τῶν πόθων του. Τόν δόξασε, τόν προσκυνοῦσε καί τόν ὠνόμασε Ἃγιο.
Οἱ ὑπόλοιποι ἀρχιερεῖς, ὃταν ἐπέστρεψαν, ἦταν τόσο κατησχυμμένοι καί μετανοημένοι, ὣστε ζητοῦσαν νά κοπεῖ τό δεξί τους χέρι, πού ὑπέγραψε. Ἐξάλλου καί ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ, ἀφοῦ πρόδωσε τήν Ὀρθοδοξία, ξεψύχησε ξαφνικά στήν Φλωρεντία, βγάζοντας «κόπρον» ἀπό τό στόμα του. Ὁ αὐτοκράτορας τότε πρότεινε στόν Ἃγιο Μᾶρκο τόν πατριαρχικό θρόνο, ἀλλά ἐκεῖνος ἀρνήθηκε ἐπίμονα. Ἀνέλαβε ὃμως τήν ἡγεσία τοῦ ἀγώνα ἐναντίον τῆς ψευδωνύμου ἑνώσεως.
Μή θέλοντας νά ἐπικοινωνήσει μέ τόν λατινόφρονα Πατριάρχη Μητροφάνη, ἀναγκάσθηκε νά φύγει στήν Ἒφεσο. Ἀλλά καί ἐκεῖ συνάντησε πολλούς πειρασμούς ἀπό τούς ἑνωτικούς. Γι’ αὐτό ἒφυγε καί πάλι μέ σκοπό νά φθάσει στό Ἃγιο Ὂρος. Στήν Λῆμνο, ἂνθρωποι τοῦ αὐτοκράτορα τόν συνέλαβαν καί τόν φυλάκισαν. Ἐκεῖ παρέμεινε περιορισμένος δύο χρόνια καί ἒγραψε τήν σπουδαία ἐγκύκλιό του, τήν ὁποία ἀπηύθυνε «πρός τούς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς».
Ὃταν ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη, μέ ἢρεμη τήν συνείδηση παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ στίς 23 Ἰουνίου 1444 μ.Χ., σέ ἡλικία 52 ἐτῶν. Ἂφησε ὃμως συνεχιστή τοῦ ἀγώνα του τόν μαθητή του Γεώργιο Σχολάριο (τόν μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιο). Τό ἱερό σκήνωμά του ἐτάφη στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἀργότερα, μετά τήν Ἃλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τά ἃγια λείψανά του μεταφέρθηκαν στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Λαζάρου τοῦ Γαλατᾶ. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη του τήν 19η Ἰανουαρίου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Νικολάου Π. Βασιλειάδη, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ Ἓνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἀδελφ. θεολόγων «ΖΩΗ», Ἀθῆναι 1972.
2. Ἱερομ. Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, Ὁ Ἀντίπαπας, Ἐκδόσεις Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1981.
3. Καλλίστου Ζωγράφου Ἁγιορείτου, Βιογραφία τοῦ έν Ἁγίοις πατρός ἡμῶν Μάρκου ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἐν Ἀθήναις 1887.
4. Περιοδικόν «Ἀνάπλασις» ἒτος 1905, «Βιογραφικαί συμβολαί εἰς τόν Ἃγιον Μᾶρκον τόν Εὐγενικόν τόν Ἐφέσου».
5. Δημητρίου Σ. Μπαλάνου, Οἱ Βυζαντινοί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς ἀπό τοῦ 800 μέχρι τοῦ 1453 μ.Χ., Ἀθῆναι 1951, Μᾶρκος ὁ Ἐφέσου, σελ. 177-182.
6. Ἀχιλλέως Α. Κύρου, Βησσαρίων ὁ Ἓλλην, τόμος Α’, Ἀθῆναι 1947.
7. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Τό πρωτεῖον τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης, Ἀθῆναι 1930.
8. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, λῆμμα «Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός», τόμος 8ος , Ἀθῆναι 1966, στηλ. 760-763.
9. Π. Β. Πάσχου, Ἒρως Ὀρθοδοξίας, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, Ἀθῆναι 1964, σελ. 207-213.
10. Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἒθνους, τόμος Ε’, 1932, σελ. 254-278.
11. Βίκτωρος Ματθαίου, Ὁ Μέγας Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμος Α’, Ἒκδοσις Ε’, Ἀθῆναι 1973, σελ. 470-479.

ΠΗΓΗ: http://bigr.gr/%CE%9F%CF%81%CE%B8%CF%8C ... GR/--.aspx

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 15 Φεβ 2014, 12:44 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 13:48
Δημοσιεύσεις: 5568

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Κυρ 01 Φεβ 2015, 14:21 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 13:48
Δημοσιεύσεις: 5568
Τιμούμε τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό.
Γιατί αν δεν ήταν αυτός, εμείς τώρα θα ήμαστε φράγκοι...

Σήμερα, 19 Ιανουαρίου, αγαπητοί μου, εορτάζει ο άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός. Στα εκκλησιαστικά βιβλία υπάρχουν και άλλοι Μάρκοι. Ένας είναι ο ευαγγελιστής, που έγραψε το δεύτερο Ευαγγέλιο. Άλλος Μάρκος είναι ο ασκητής που έζησε στην έρημο. Ο σημερινός λέγεται Μάρκος ο Ευγενικός, και ήταν μητροπολίτης Εφέσου.

* * *
Πότε έζησε; Λίγο προτού να πέση η Πόλις. Η Πόλις έπεσε 29 Μαΐου 1453, ημέρα Τρίτη. Μερικά χρόνια πριν έζησε και έδρασε ο άγιος Μάρκος. Ήταν χρόνια δύσκολα για το γένος μας. Οι Τούρκοι είχαν κατορθώσει να κυριεύσουν όλη τη Μικρά Ασία. Κάψανε σπίτια, ατιμάσανε γυναίκες… Περάσανε τα Δαρδανέλλια, ήρθαν στη Θράκη, φτάσανε μέχρι την Κωνσταντινούπολι, και την πολιόρκησαν. Κινδύνευσε η Πόλις να πέση στα χέρια τους.
Αυτοκράτωρ ήταν τότε ένας αδελφός του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, ο Ιωάννης Παλαιολόγος. Αυτός συνεκάλεσε στο παλάτι σύσκεψι. Μαζευτήκανε στρατηγοί, ναύαρχοι, όλοι οι μεγάλοι, και εσκέπτοντο πως θα σωθούνε από τον κίνδυνο των Τούρκων. Όλοι είπαν· Μόνοι μας δεν μπορούμε· πρέπει να ζητήσουμε τη βοήθεια των Ευρωπαίων. Αλλά οι Ευρωπαίοι (Ιταλοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Γερμανοί…) δεν είνε ορθόδοξοι. Πιστεύουν στον πάπα, και αυτόν προσκυνούνε. Ήταν και τότε ο πάπας πανίσχυρος, γιατί εξουσίαζε όχι μόνο θρησκευτικώς, αλλά και πολιτικώς. Ό,τι ήθελε, έκανε. Αν έλεγε «πόλεμος», πόλεμος γινόταν· αν έλεγε «ειρήνη», ειρήνη. Έπρεπε, λοιπόν, να πάνε στον πάπα και να τον παρακαλέσουν να στείλη βοήθεια. Σχηματίσθηκε, λοιπόν, μια επιτροπή. Εκκλησιαστικά μέλη της επιτροπής ήταν ο πατριάρχης, ωρισμένοι μητροπολίται, και μεταξύ αυτών ο άγιος Μάρκος μητροπολίτης Εφέσου.

Τον πήραν μαζί τους στην επιτροπή, γιατί ήταν πολύ μορφωμένος. Ήξερε την αγία Γραφή απέξω, ήξερε τους πατέρες, ήξερε φιλοσοφία· ήταν ο πιο κατάλληλος να κάνη συζήτησι με τους δυτικούς. Μπήκαν σε καράβι, για να πάνε. Τώρα από την Πόλι φθάνεις στην Ρώμη με το αεροπλάνο σε δυο ώρες. Τότε, όμως, ήθελαν μήνες· να περάσουν το Δαρδανέλλια, το Αιγαίο, κάτω από την Πελοπόννησο, για να φθάσουν εκεί. Τα καράβια ήταν ιστιοφόρα. Ξεκίνησαν, λοιπόν, και ύστερα από τέσσερις μήνες φθάσανε στην Ιταλία. Μόλις βγήκανε έξω, ο πάπας είχε την αξίωσι, όλη η επιτροπή των εκλεκτών Βυζαντινών με επί κεφαλής τον αυτοκράτορα να περάσουν να τον προσκυνήσουν, να πέσουν στα πόδια του και να φιλήσουν την παντόφλα του. Αυτοί τι απήντησαν; Εμείς άνθρωπο δεν προσκυνάμε· το Θεό προσκυνάμε. Και δεν ασπάσθηκαν την παντόφλα του. Μέχρι και σήμερα, όποιος πάει στη Ρώμη να δη τον πάπα, πρέπει να φιλήσει όχι το χέρι αλλά το πόδι του. Εμείς έχουμε συνήθεια να φιλάμε το χέρι των κληρικών και των μεγαλυτέρων· αλλά εκεί στη Ρώμη φιλάνε την παντόφλα του πάπα.

Άρχισαν τέλος πάντων οι συζητήσεις. Σε όλα είχαν διαφορές μεγάλες. Ποιες διαφορές; Μερικές είνε οι εξής: Εμείς στο βάπτισμα βυθίζουμε τον βαπτιζόμενο στην κολυμβήθρα· πρέπει να χωθή όλο το κορμί στο νερό, να μη μείνη τίποτε ασκέπαστο. Οι φράγκοι δεν βυθίζουν το σώμα· μόνο το ραντίζουν. Ένα αυτό. Το δεύτερο. Εμείς κοινωνούμε σώμα και αίμα του Χριστού μας. Αυτοί δίνουν μόνο «σώμα», την όστια όπως τη λένε. Τρίτον. Εμείς λέμε, ότι το Πνεύμα το άγιο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Αυτοί προσθέτουν, ότι εκπορεύεται «και εκ του Υιού». Εμείς έχουμε το Χριστό αρχηγό μας. Αυτοί λένε, ότι ο πάπας έχει το «πρωτείο». Αυτές και άλλες ακόμα διαφορές υπάρχουν μεταξύ μας. Και σ’ αυτά τα σημεία έμεινε ανυποχώρητος ο άγιος Μάρκος.

Στο τέλος ο πάπας, όταν είδε τα δύσκολα, χρησιμοποίησε βία. Τους έθεσε σε περιορισμό, τους άφησε νηστικούς μέρες ολόκληρες, τους τυράννησε. Τότε τα μέλη της επιτροπής, ο ένας κατόπιν του άλλου υποχώρησαν και άρχισαν να υπογράφουν την ένωσι. Μόνο ένας δεν υποχώρησε. Και αυτός ήταν ο Μάρκος ο Ευγενικός. Όταν ο πάπας έμαθε την άρνησί του, είπε· Αφού δεν υπέγραψε αυτός, «δεν κάναμε τίποτα». Δεν υπέγραψε, και κινδύνευσε τα μέγιστα τότε. Με δυσκολία κατώρθωσε να φύγη αβλαβής από τη Ρώμη και να επιστρέψη στην Πόλι. Όταν έφτασε, βγήκε ο λαός και τον υποδέχθηκε. Γιατί ήταν ήρωας. Έμεινε ανυποχώρητος, ένας αυτός εναντίον όλων.
* * *
Τιμούμε τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό. Γιατί αν δεν ήταν αυτός, εμείς τώρα θα ήμαστε φράγκοι. Αντιστάθηκε αυτός και κράτησε την ορθόδοξο πίστι, όπως παλαιότερα ο Μέγας Αθανάσιος. Οι παπικοί έλεγαν· Αν μπορής να μετακινήσης τον Όλυμπο, μπορείς να κλονίσης κι αυτόν από τις πεποιθήσεις του.



Τι μας διδάσκει ο άγιος Μάρκος; Πρώτον ένα δίδαγμα εθνικό. Να προσέξουμε και σήμερα, γιατί πάλι κινδυνεύουμε από τους Τούρκους. Τα ίδια έχουμε. Τότε κατέφυγαν στον πάπα. Τα ίδια και σήμερα. Την ώρα του κινδύνου εμείς πού αποβλέπουμε; Στους ισχυρούς της ημέρας, άλλη μια φορά, για να μας βοηθήσουν. Δεν κάνω πολιτική, αλλά σας λέω την πικρά αλήθεια. Όταν ήμεθα στη Μικρά Ασία, μας άφησαν και οι Άγγλοι και οι Ιταλοί και οι Γάλλοι. Μείναμε μόνοι. Ενώ λίγο αν μας βοηθούσαν, δεν θα θρηνούσαμε την καταστροφή. Μισούν, φθονούν την Ελλάδα. Τι πρέπει να κάνουμε εμείς; Να έχουμε ομόνοια και αγάπη, για να μπορέσουμε να κρατηθούμε σ’ αυτά τα εδάφη, που είνε ποτισμένα με αίμα. Αλλά κι ένα θρησκευτικό δίδαγμα. Στα χρόνια μας έχουν σηκωθή πολλοί άθεοι. Άλλοτε στον ευλογημένο τόπο μας δεν υπήρχε άθεος. Τώρα οι άθεοι φτάσανε μέχρι τις στάνες· έχουμε και τσοπαναραίους αθέους. Αν συναντήσετε άθεο, που λέει ότι δεν υπάρχει Θεός κι ότι όλα έγιναν έτσι, να του πήτε ένα πράγμα· «Το σπιτάκι που κάθεσαι, έτσι μόνο του έγινε; Κάποιος το έχτισε. Και το σύμπαν, το μεγάλο αυτό σπίτι, ποιος το έχτισε; Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός!». Κλείστε τ’ αυτιά στους απίστους και άθεους. Ακόμα κλείστε τ’ αυτιά σας στους αιρετικούς και μάλιστα στους χιλιαστές, που ήρθαν από την Αμερική με βαλίτσες δολλάρια. Αυτό που πρέπει να τους πούμε εμείς είνε· Φτωχοί είμαστε, αλλά δε θα πουλήσουμε την πίστι μας. Παραπάνω από τα δολλάρια της Αμερικής είνε ο Χριστός μας. Δε θα πουλήσουμε το Χριστό σαν τον Ιούδα αντί τριάκοντα αργυρίων!…

Ένας τέτοιος πράκτορας ήρθε κάποτε στη Φλώριαν και ζήτησε από μια γυναίκα – ιδιοκτήτη κινηματογράφου να τους παραχωρήσει την αίθουσα, για να μαζευτούν εκεί απ’ όλη τη Μακεδονία και να κάνουν συγκέντρωσι. Της έδιναν, για μια ώρα, πολλά χρήματα. Κι αυτή τι απήντησε· –Φτωχιά είμαι, αλλά τον κινηματογράφο σ’ εσάς δεν τον δίνω. Όλα τα δολλάρια της Αμερικής να μου δώσετε, δε μαγαρίζω την αίθουσα!…

Κάτω στη Θεσσαλία, κοντά στον Πηνειό, είνε ένα χωριουδάκι. Είχε παπά, χτυπούσε καμπάνα, πηγαίναν όλοι στην εκκλησία· ευλογημένο χωριό. Ήρθε, όμως, από τη Γερμανία ένας που είχε γίνει χιλιαστής. Αυτός κατώρθωσε σιγά – σιγά να κάνη και έναν δεύτερο χιλιαστή, σε λίγο ένα τρίτο… Τώρα το χωριό είνε όλο χιλιαστικό. Ψώριασαν τα πρόβατα! Φτάνει ένα, για να ψωριάση όλο το κοπάδι.

Γι’ αυτό, αν καμμιά φορά στην ενορία σας έρθη χιλιαστής, σημάνετε συναγερμό. Ανεβήτε στα καμπαναριά και χτυπήστε νεκρικά τις καμπάνες, σα να είνε Μεγάλη Παρασκευή. Διώξτε τους μακριά. Γιατί είνε λύκοι φοβεροί, απατεώνες και πλαστογράφοι της αλήθειας. Έτσι θα είστε παιδιά του Μεγάλου Αθανασίου και παιδιά του Μάρκου του Ευγενικού. Έτσι θα κρατήσουμε την πίστι μας από γενεά σε γενεά, δοξάζοντες Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα εις αιώνα αιώνος.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τρί 05 Μάιος 2015, 19:40 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin
Άβαταρ μέλους

Εγγραφή: Τρί 27 Μάιος 2008, 14:33
Δημοσιεύσεις: 72
ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ, Η ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΤΟΝ ΠΑΡΙΟ


_________________
Μην κατηγορείς τον εαυτό σου για όσα αγνοείς χωρίς να φταις, αλλά για όσα παραμελείς να μάθεις.
Ιερός Αυγουστίνος


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τετ 20 Ιαν 2016, 20:21 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 13:48
Δημοσιεύσεις: 5568
Α. Πρός τό σκάμ­μα.

Πρό­μα­χος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, πού ἀ­κο­λού­θη­σε τά ἴ­χνη τοῦ Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου καί ἐ­φά­μιλ­λος τοῦ ἱ­ε­ροῦ Φω­τί­ου, ἀ­να­δεί­χθη­κε ὁ μα­κά­ριος αὐ­τός ἐ­πί­σκο­πος τῆς Ἐ­φέ­σου, ὁ περιώ­νυ­μος με­τα­ξύ τῶν ὀρ­θο­δό­ξων μα­χη­τῶν, ὁ Μάρ­κος ὁ Εὐ­γε­νι­κός. Χά­ρη στή θερ­μή του πί­στη, τήν ἄ­τεγ­κτη ἐ­πι­μο­νή του στήν Ὀρ­θό­δο­ξη γραμ­μή καί τήν ἄ­φθα­στη ἀν­δρεί­α του, κα­τόρ­θω­σε νά κρά­τη­σει τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­δού­λω­τη ἀ­πέ­ναν­τι στούς κιν­δύ­νους πού τήν ἀ­πεί­λη­σαν νά ὑ­πο­δου­λω­θεῖ στήν πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­ναγ­κά­σθη­κε νά ἀναγνω­ρί­σει τίς πλά­νες, στίς ὁ­ποῖ­ες ὑ­πέ­πε­σε με­τά τό χω­ρι­σμό της ἀ­πό τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἀ­να­το­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α. Ἄς με­λε­τή­σου­με τήν πα­τε­ρι­κή αὐ­τή μορ­φή, πού στά­θη­κε βρά­χος ἀ­σά­λευ­τος καί ἀ­με­τα­κί­νη­τος ἐμ­μο­νῆς στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Πα­ρά­δο­ση.

Βρι­σκό­μα­στε στό τέ­λος τοῦ 14ου αἰ­ῶ­νος. Τά πράγ­μα­τα γύ­ρω ἀ­πό τήν πε­ρί­φη­μη Βυ­ζαν­τι­νή αὐ­το­κρα­το­ρί­α, πού ἐ­πί χί­λια ἔ­τη ἐ­ξέ­πεμ­πε πλού­σιο φῶς πο­λι­τι­σμοῦ καί χρι­στι­α­νι­κής ζω­ῆς σέ ὅ­λα τά ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, δέν εἶ­ναι κα­θό­λου εὐ­χά­ρι­στα. Οἱ Τοῦρ­κοι τοῦ Μου­ράτ τοῦ Β΄ τήν ἐ­πι­βου­λεύ­ον­ται ἀ­πό παν­τοῦ. Ὁ­λό­κλη­ρα τμή­μα­τά της τά ἀ­πο­σποῦν βί­αι­α ἀ­πό τόν κορ­μό της καί τήν ἐ­ξα­σθε­νί­ζουν συ­νε­χῶς.

Μοιά­ζει μέ ἕ­να με­γά­λο ἀ­σθε­νῆ, πού ἔ­χει ἄ­με­ση ἀ­νάγ­κη βο­η­θεί­ας καί ἐ­νι­σχύ­σε­ως. Καί σάν νά μή ἔ­φθα­ναν οἱ κίν­δυ­νοι αὐ­τοί, προ­στί­θε­ται καί ἔ­νας ἄλ­λος ἀ­πρό­σκλη­τος ἐ­χθρός. Εἶ­ναι ὁ πα­πι­σμός· ἡ πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κμε­ταλ­λεύ­ε­ται κά­θε εὐ­και­ρί­α προ­κει­μέ­νου νά ὑ­πο­τά­ξει καί ὑ­πο­δού­λω­ση, τήν Ὀρ­θο­δο­ξία καί ἐ­πε­κτεί­νει, τήν κυ­ρι­αρ­χί­α της καί στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἀ­να­το­λή.

Αὐ­το­κρά­τωρ στό θρό­νο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως εἶ­ναι ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πα­λαι­ο­λό­γος. Ἀ­πό τήν ὑ­ψη­λή σκο­πιά τοῦ θρό­νου τοῦ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τά πράγ­μα­τα τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας καί τά βρί­σκει ἐ­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λα. Χρει­ά­ζε­ται ἄ­με­ση βο­ή­θεια. Ποῦ θά τήν βρεῖ ὅ­μως; Που­θε­νά δέν βλέ­πει νά ρο­δί­ζει ἡ αὐ­γή τῆς ἐλ­πί­δος. Μί­α μό­νο ἔ­χει ἀ­κό­μη ἐλ­πί­δα. Νά ἀπευθυνθεῖ στήν πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α καί νά ζή­τη­σει ἀ­πό αὐ­τήν ἐ­νί­σχυ­ση. Ἔ­χει αὐ­τή δύ­να­μη καί ἐ­πιρ­ρο­ή. Ἔ­χει κα­τορ­θώ­σει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει βα­σι­λεῖς καί αὐ­το­κρά­το­ρες τῆς Δύ­σε­ως. Μπο­ρεῖ νά βο­η­θή­σει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κῶς. Καί κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο ἐ­κεί­νη, συγ­κε­κρι­μέ­να τό ἔ­τος 1438, εἶ­χε συγ­κρο­τή­σει Σύ­νο­δο, πού τήν ὀ­νό­μα­σε Οἰ­κου­με­νι­κή, στήν Φερ­ρά­ρα τῆς Ἰτα­λί­ας. Εὐ­και­ρί­α λοι­πόν γιά τόν αὐ­το­κρά­το­ρα νά ἔλ­θει σέ συ­νεν­νο­ή­σεις καί νά ζη­τή­σει τήν πο­λυ­πό­θη­τη βο­ή­θεια. Ἀ­πο­φα­σί­ζει νά ἔλ­θει ἐ­κεῖ αὐ­το­προ­σώ­πως μα­ζί μέ τούς ἀρχιερεῖς πού δι­έ­θε­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο κύ­ρος, μέ ἐ­πί κε­φα­λῆς τόν πα­τριά­ρχη Ἰ­ω­σήφ. Θά συ­ζη­τή­σουν ἐ­κεῖ, θά τούς θέ­σουν ὑ­πό­ψη τά σο­βα­ρά ζη­τή­μα­τα πού τούς ἀ­πα­σχο­λοῦν θά ἀ­πο­σπά­σουν ὁ­πωσ­δή­πο­τε βο­ή­θεια. Μα­ζί μέ τήν ὁ­μά­δα τῶν ἐ­πι­σκό­πων καί ὁ σπου­δαῖ­ος καί στα­θε­ρό­τα­τος Μάρ­κος, τό καύ­χη­μα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξιας, ὁ πρό­ε­δρος τῆς με­γά­λης Ἐφέ­σου, ὁ ἡ­ρω­ι­κός της ἐ­πί­σκο­πος. Πρίν ὅ­μως πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τήν τύ­χη τῆς ὑ­πό τόν Αὐ­το­κρά­το­ρα καί τόν Πα­τριά­ρχη ἐ­πι­τρο­πῆς τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων, ἅς δοῦ­με σέ λί­γες γραμμές ποι­ός ἦ­ταν ὁ ὀ­νο­μα­στός ἐ­πί­σκο­πός της Ἐ­φέ­σου, πού γύ­ρω ἀ­πό τό πρό­σω­πό του θά δι­ε­ξα­χθεῖ ὁ μέ­γας ἀ­γών τῆς Ὀρ­θο­δο­ξιας κα­τά τοῦ Πα­πι­σμοῦ καί θά κρά­τη­σει, ἕνας καί μό­νος αὐ­τός, τήν Πί­στη τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­δού­λω­τη.

Στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη γεν­νή­θη­κε ὁ Μάρ­κος τό 1392. Μα­νου­ήλ ἦ­ταν τό βα­πτι­στι­κό του ὄ­νο­μα. Δι­ά­κο­νος ἦ­ταν ὁ πα­τήρ του. Καί δι­δά­σκα­λος συγ­χρό­νως. Κό­ρη ἰα­τροῦ ἡ μητέρα του. Ἐ­πι­με­λεια καί φρον­τί­δα πολ­λή ἐ­πέ­δει­ξαν ἀμ­φό­τε­ροι στήν χρι­στι­α­νι­κή καί ἠ­θι­κή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τοῦ υἱ­οῦ τους. Ἀλ­λά καί τήν γραμ­μα­τι­κή του μόρ­φω­ση δέν παραμέ­λη­σαν. Τόν ἤ­θε­λαν πι­στό Χρι­ο­τια­νό, ἀλ­λά καί ἱ­κα­νό νά προ­σφέ­ρι ὅ,τι θά μπο­ροῦ­σε στούς γύ­ρω του. Ὁ νέ­ος ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε πλή­ρως στίς προσ­δο­κί­ες τῶν εὐ­σε­βῶν γονέ­ων του. Καί μόρ­φω­ση ἱ­κα­νή ἔ­λα­βε, ἀ­φοῦ ὁ Θε­ός τόν εἶ­χε προι­κί­σει μέ σπου­δαί­α δι­ά­νοι­α, ἀλ­λά καί πνευ­μα­τι­κῶς καί χρι­στι­α­νι­κῶς μορ­φώ­θη­κε ἄ­ρι­στα. Ἀ­πό τό ἐ­φη­βι­κά τοῦ χρό­νια πα­ρου­σί­α­σε δείγ­μα­τα ὥ­ρι­μου ἀν­θρώ­που, σπου­δαί­ου νέ­ου. Οἱ πρῶ­τες του ἀ­σχο­λί­ες με­τά τήν ἐγ­κύ­κλια μόρ­φω­ση τοῦ ἦ­ταν ὅ­πως καί τοῦ πα­τέ­ρα του. Δι­δά­σκα­λος ἔ­γι­νε· καί στούς μα­θη­τές τοῦ με­τέ­δι­δε τά ἑλ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα, ἀλ­λά καί τά χρι­στι­α­νι­κά ρή­μα­τα. Καί οἰ­κο­δο­μοῦ­σε ὁ νέ­ος· καί γι­νό­ταν πα­ρά­δειγ­μα σέ μι­κρούς καί με­γά­λους στα­θε­ρό­τη­τος καί πνευ­μα­τι­κῆς προ­κο­πῆς.


Δέν ἐ­ξά­σκη­σε γιά πο­λύ και­ρό τό ἔρ­γο τοῦ δι­δα­σκά­λου. Ἄλ­λο ἔρ­γο καί ἄλ­λη κλή­ση ἀ­νώ­τε­ρη καί ὑ­ψη­λό­τε­ρη τόν προ­σείλ­κυ­σε. Καί ἀλ­λά σκάμ­μα­τα, πνευ­μα­τι­κά, καί ἄλ­λοι στί­βοι καί ἀ­γῶ­νες γιά τήν δι­α­φύ­λα­ξη τῆς ὀρ­θῆς Πί­στε­ως ὡς ἰ­σχυ­ρός μα­γνή­της τόν ἀ­πέ­σπα­σαν ἀ­πό τό σχο­λεῖ­ο καί τήν αἴ­θου­σα τῆς δι­δα­σκα­λί­ας καί τόν εἰ­σή­γα­γαν στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Εἴκο­σι­πεν­τε ἐ­τῶν νέ­ος ἀ­σπά­ζε­ται τόν μο­να­χι­κό βί­ο καί ὑ­πό τήν κα­θο­δή­γη­ση ἐ­νός σε­μνοῦ καί ἐ­νά­ρε­του μο­να­χοῦ, τοῦ Συ­με­ών, ζεῖ μέ κά­θε συ­νέ­πεια τή μο­να­χι­κή ζω­ή καί ἀσκεῖται στίς μο­να­χι­κές ἀ­ρε­τές, πα­ρέ­χον­τας τόν ἑ­αυ­τό τοῦ τύ­πο καί ὑ­πο­γραμ­μό σέ ὅ­λα. Τό­τε ἀ­πό Μα­νου­ήλ ὀ­νο­μά­σθη­κε Μάρ­κος. Δέν ἐ­πρό­κει­το ὅ­μως νά μεί­νει ἁ­πλός μο­να­χός καί νά ἀ­φι­έ­ρω­σει τή ζω­ή του στή μο­νή τῶν Πριγ­κη­πον­νή­σων. Ὁ Θε­ός τόν κα­λεῖ στή συ­νε­χεί­α στό κλη­ρι­κό στά­διο. Χει­ρο­το­νεῖ­ται Ἱ­ε­ρεύς καί δι­α­κο­νεῖ στό ἅ­γιό του Θε­οῦ θυσιαστή­ριο ἐ­νῶ συγ­χρό­νως σπου­δά­ζει στήν πλού­σια βι­βλι­ο­θή­κη τῆς νέ­ας του μο­νῆς, τῶν Μαγ­γά­νων, καί κα­τα­το­πί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στό τε­ρά­στια προ­βλή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ἀντιμετωπί­ζει ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἡ φή­μη τοῦ τα­χέ­ως ἐ­ξήλ­θε ἀ­πό τά στε­νά ὅ­ρια τῆς μο­νῆς, καί πολ­λοί ἔ­χουν στη­ρί­ξει πά­νω τοῦ τά βλέμ­μα­τα τῶν καί βλέ­πουν στό πρό­σω­πο τοῦ τόν γεν­ναῖ­ο καί ἄ­καμ­πτό της ὀρ­θῆς Πί­στε­ως ὑ­πε­ρα­σπι­στῆ. Καί οἱ με­γά­λοι ἀ­γῶ­νες του δέν θά βρα­δύ­νουν νά κα­τα­πλή­ξουν τούς πι­στούς. Στό με­τα­ξύ ὅ­μως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­κτι­μών­τας τήν σπά­νια του ἀ­ρε­τή καί τήν ζη­λευ­τή του μόρ­φω­ση, τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει ἐ­πί­σκο­πο Ἐ­φέ­σου. Καί τόν κα­λεῖ νά ἀ­νά­πτυ­ξει τά με­γά­λα του χα­ρί­σμα­τα καί νά ξε­τυ­λί­ξει τό με­γά­λο του ἠθι­κό ἀ­νά­στη­μα στήν δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τῆς με­γά­λης καί ἱ­στο­ρι­κῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Τι­μή καί γιά τόν ἴ­διο, ἀλ­λά τι­μή καί γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α τόν ἀ­νέ­δει­ξε. Καί τήν τι­μή αὐ­τή ὁ σπου­δαῖ­ος ἀ­γω­νι­στῆς καί θά τῆς τήν ἀν­τα­πο­δώ­ση πολ­λα­πλά­σια.

Β. Ὁ ἀ­γω­νι­στής.

Δέν πρό­φθα­σε νά δεί­ξει τά με­γά­λα πνευ­μα­τι­κά καί δι­οι­κη­τι­κά τοῦ προ­σόν­τα στήν οἰ­κο­δο­μή καί τήν δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τῆς με­γά­λης μη­τρο­πό­λε­ως ὁ σε­βά­σμιος καί δρα­στή­ριος ποιμήν καί ἡ με­γά­λη ἐξ ἀρ­χι­ε­ρέ­ων ἐ­πι­τρο­πή ὑ­πό τήν ἡ­γε­σί­α τοῦ Πα­τριά­ρχου, τῆς ὁ­ποί­ας κλή­θη­κε νά ἀ­πο­τε­λέ­σει μέ­λος, ἑ­τοι­μά­ζε­ται νά ἀ­να­χώ­ρη­σει. Πη­γαί­νει νά διαπραγματευθει μέ τήν Πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α τήν ἕ­νω­ση τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Ἡ Σύ­νο­δος στή Φερ­ρά­ρα, ἀρ­χι­κά συγ­κλή­θη­κε, δι­α­κό­πη­κε, λό­γω τῆς ἐμ­φα­νί­σε­ως ἐ­κεῖ σο­βα­ρῆς με­τα­δο­τι­κῆς νό­σου καί ἐ­πα­να­λή­φθη­κε τό ἑ­πό­με­νο ἔ­τος, 1439, στήν Φλω­ρεν­τί­α. Ἀ­πό τίς δυ­ό αὐ­τές πό­λεις πῆ­ρε τό ὄ­νο­μά της: Σύ­νο­δος Φερ­ρά­ρας - Φλω­ρεν­τί­ας.

Ἅς δοῦ­με ἀρ­χι­κά τό πνεῦ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε με­τα­ξύ τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τήν ἐ­πι­τρο­πή τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων. Τό πνεῦ­μα, λοι­πόν, τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἦ­ταν φι­λε­νω­τι­κό. Δη­λα­δή ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νά βρε­θεῖ τρό­πος, ὥ­στε νά γε­φυ­ρω­θεῖ καί πά­λι τό χά­σμα, τό ὁ­ποῖ­ο δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μέ τό σχί­σμα, καί οἱ δυ­ό Ἐκ­κλη­σί­ες, ἡ Δυ­τι­κή καί ἡ Ἀ­να­το­λι­κή, νά ἑ­νω­θοῦν καί πά­λι καί νά ἀ­πο­τε­λέ­σουν μί­α Ἐκ­κλη­σί­α. Εἴ­τε δι­ό­τι οἱ δι­κοί μας μέ τίς ὑ­πο­χω­ρή­σεις πού θά ἔ­κα­ναν, ὑ­πό τήν πί­ε­ση τοῦ Αὐ­το­κρά­το­ρος, νό­μι­ζαν, ὅ­τι θά ἀπεκόμιζον ὀ­φέ­λη ἐκ μέ­ρους τῆς ἰ­σχυ­ρῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, εἴ­τε γιά ἄλ­λους λό­γους, τό γε­γο­νός εἶ­ναι, ὅ­τι γιά τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς ἑ­νώ­σε­ως πολ­λές ἔ­κα­ναν ὑ­πο­χω­ρή­σεις.

Δυ­ό με­γά­λα καί βα­σι­κά ζη­τή­μα­τα ἀ­πα­σχό­λη­σαν τούς συ­ζη­τη­τές ἐ­πι­σκό­πους τῶν δυ­ό πα­ρα­τά­ξε­ων. Τό ζή­τη­μα τῆς ἐκ­πο­ρεύ­σε­ως τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί ἐκ τοῦ Υἱ­οῦ, ὅ­πως οἱ Λα­τί­νοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν, καί τό ζή­τη­μα τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σε­ως τοῦ Πά­πα ὡς δι­α­δό­χου του ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου καί μο­να­δι­κής ἐ­πί τῆς γῆς ὁ­ρα­τῆς κε­φα­λῆς ὅ­λης της Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ἔ­χει τό πρω­τεῖ­ο ἀ­πέ­ναν­τι σέ ὅ­λους λό­γω τῆς εἰ­δι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, τήν ὁ­ποί­α πῆ­ρε ἀ­πό τόν Θε­ό ὡς δι­ά­δο­χος τοῦ πρω­το­κο­ρυ­φαί­ου. Καί στό πρῶ­το θέ­μα οἱ γνῶ­μες τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων διχά­σθη­καν. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, οἱ 13 ἀ­πό τούς 20, ὑ­πέ­γρα­ψαν τήν ἐκ­πό­ρευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί ἐκ τοῦ Υἱ­οῦ. Στό δεύ­τε­ρο ὅ­μως θέ­μα ἡ ὑ­πο­χώ­ρη­ση ὑ­πῆρ­ξε σχε­δόν ὁλοκλη­ρω­τι­κή. Ὅ­λοι οἱ ἀν­τι­πρό­σω­ποι τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων ὑ­πέ­γρα­ψαν καί ἀ­να­γνώ­ρι­σαν τό πρω­τεῖ­ο τοῦ Πά­πα ὡς μο­να­δι­κοῦ ἀν­τι­προ­σώ­που τοῦ Θε­οῦ ἐ­πί τῆς γῆς.

Ἐ­νῶ ὅ­μως ὅ­λοι ὑ­πο­χώ­ρη­σαν, ἕ­νας μό­νο ἔ­μει­νε βρά­χος ἀ­σά­λευ­τος, ὁ Μάρ­κος. Μέ μί­α ψυ­χι­κή δύ­να­μη ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη στούς ἰ­σχυ­ρούς του ὤ­μους κρά­τη­σε τήν Ὀρ­θό­δο­ξη γραμμή, κα­τά τήν ὁ­ποί­α ὁ Πά­πας δέν ἔ­χει κα­νέ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο προ­νό­μιο, ἀλ­λά μό­νο εἶ­ναι πρῶ­τος με­τα­ξύ ἴ­σων. Ἔ­τσι, ἐ­νῶ οἱ Λα­τί­νοι πα­νη­γύ­ρι­σαν τήν ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό­τη­τα τῶν Ὀρθο­δό­ξων, ὅ­ταν ὅ­μως εἶ­δαν τήν ἐμ­μο­νή τοῦ Μη­τρο­πο­λί­του Ἐ­φέ­σου στήν Ὀρ­θό­δο­ξη γραμ­μή, λυ­πή­θη­καν πο­λύ. Εἶ­ναι μά­λι­στα ἐ­ξαι­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός ὁ δι­ά­λο­γος τοῦ Πά­πα μέ τούς Συ­νο­δι­κούς του μη­τρο­πο­λί­τες.

— Τι ἔ­γι­νε; Ὑ­πο­χώ­ρη­σαν οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι στό πρω­τεῖ­ο; ρώ­τη­σε ὁ Πά­πας.

— Ναι, ὑ­πο­χώ­ρη­σαν, ἀ­πάν­τη­σαν ἐ­κεῖ­νοι.

— Ὁ Ἐ­φέ­σου Μάρ­κος συμ­φώ­νη­σε καί αὐ­τός;

— Ὀ­χι. Ἐμ­μέ­νει στίς ἀ­πό­ψεις του.

— Τό­τε, δέν κά­να­με τί­πο­τε.

Καί πράγ­μα­τι δέν ἔ­κα­ναν τί­πο­τε. Δι­ό­τι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη συ­νεί­δη­ση, τήν ὁ­ποί­α τό­σο ἐ­πα­ξί­α ἐκ­προ­σώ­πη­σε ὁ Ἐ­φέ­σου, ὄ­χι ἁ­πλῶς δέν ἀ­να­γνώ­ρι­σε τήν Σύ­νο­δο ἐ­κεί­νη, ἀλ­λά καί τήν ἀ­πο­δο­κί­μα­σε, χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας τήν ὡς λη­στρι­κή Σύ­νο­δο καί ξέ­νη ἐν­τε­λῶς πρός τό Ὀρ­θό­δο­ξο πνεῦ­μα. Τό ἄ­ξιο μά­λι­στα ἰ­δι­αί­τε­ρης προ­σο­χῆς εἶ­ναι, ὅ­τι οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι πού ὑ­πέ­γρα­ψαν στή Σύ­νο­δο δέν ἄρ­γη­σαν νά ἀν­τι­λη­φθοῦν τό λά­θος τους. Καί γί αὐ­τό, ὅ­ταν ἀ­πο­βι­βά­ζον­ταν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τήν 1η Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1440 καί ρω­τοῦν­ταν ἀ­πό τό πλῆ­θος, τό ὁ­ποῖ­ο τούς ὑ­πο­δε­χό­ταν, πῶς πῆ­γαν οἱ συ­ζη­τή­σεις καί ἄν ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α νί­κη­σε, ἐ­κεῖ­νοι ἀ­παν­τοῦ­σαν: Κόψ­τε τό δε­ξί μας χέ­ρι πού ὑ­πέ­γρα­ψε αὐ­τά τά πράγ­μα­τα, ἐ­κρι­ζῶ­στε τή γλώσ­σα μας πού τά ὁ­μο­λό­γη­σε. Καί ἐ­νῶ ὁ λα­ός ἀ­πό τήν ἀ­πάν­τη­ση ἐ­κεί­νη ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν, ὅ­τι ἀν­τί γιά νί­κη, τήν ὁ­ποί­α πε­ρί­με­νε, οἱ δι­κοί μας στήν Φλω­ρεν­τί­α εἶ­χαν ὑ­πο­στεῖ δει­νή ἤτ­τα, ὅ­μως γε­μά­τος ἐλ­πί­δα ἔ­στρε­ψε τά μά­τια στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Ἐ­φέ­σου. Καί ὅ­ταν ἀ­πό τό στό­μα τό δι­κό του ἄ­κου­σε, ὅ­τι σέ καμ­μί­α ὑ­πο­χώ­ρη­ση δέν προ­έ­βη ἐ­κεῖ­νος, ἄλλ ἀντιθέτως ἀν­τέ­τα­ξε τό ἀ­νά­στη­μά του καί ἔ­μει­νε πι­στός καί στα­θε­ρός στήν Ὀρ­θό­δο­ξη ἀν­τί­λη­ψη, ἀ­νέ­πνευ­σε καί ἐν­θου­σι­ά­σθη­κε, μέ δό­ξα μά­λι­στα καί τι­μή πολ­λή στε­φά­νω­σε τόν με­γά­λο μα­χη­τή καί ἀ­γω­νι­στῆ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καί κά­ποι­ες ἰ­δι­αί­τε­ρες λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ὑ­πο­θέ­σε­ως, ξέ­σπα­σε σέ ἀ­κρά­τη­το ἐν­θου­σια­σμό. Ποι­ές εἶ­ναι οἱ λε­πτο­μέ­ρει­ες αὐ­τές; Ὁ Πά­πας προ­σκά­λε­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως τόν Μάρ­κο στό γρα­φεῖ­ο του, ἀφοῦ δι­ε­πί­στω­σε τήν ἐμ­μο­νή του στήν πί­στη τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί μέ δι­ά­φο­ρα μέ­σα προ­σπά­θη­σε νά τόν με­τα­πεί­σει. Τόν κρά­τη­σε ὄρ­θιο γιά νά τοῦ δεί­ξει, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ κυ­ρί­αρ­χος, ἐ­νῶ συγ­χρό­νως ἄρ­χι­σε νά τόν ἀ­πει­λεῖ. Ἀλλά ὁ ἀ­πο­φα­σι­στι­κός ἐ­πί­σκο­πος στό πρῶ­το ἔ­δω­σε μό­νος τή λύ­ση, παίρ­νον­τας κά­θι­σμα στό ὁποῖο κά­θι­σε, ἀ­φοῦ δή­λω­σε στόν ἀρ­χη­γό τῆς Λατινικῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­τι τά πό­δια του ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τα καί δέν μπο­ροῦ­σε νά στα­θεῖ ὄρ­θιος. Στίς ἀ­πει­λές πά­λι μέ σθέ­νος πο­λύ ἀ­πάν­τη­σε, ὅ­τι δέν φο­βοῦν­ταν ἀ­πο­λύ­τως κα­νέ­να, δι­ό­τι ἔ­χει ἤ­ρε­μη τή συ­νεί­δη­σή του, ὅ­τι μέ­νει πι­στός στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, γιά τήν ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἕ­τοι­μος τά πάν­τα νά ὑ­πο­στεῖ.

Ἡ πρώ­τη σθε­να­ρή στά­ση τοῦ ἡ­ρω­ί­κου Μη­τρο­πο­λί­του ἐ­κτι­μή­θη­κε κατάλληλα ἐκ μέ­ρους τῶν ὀρ­θο­φρο­νούν­των πι­στῶν καί οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς Συ­νό­δου πε­ρί ἑ­νώ­σε­ως τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν ἔ­μει­ναν ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­τες, μο­λο­νό­τι δυ­ό κα­τά συ­νέ­χεια δι­ά­δο­χοι στόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χι­κό θρό­νο του στή Φλω­ρεν­τί­α ἀ­πο­θα­νόν­τος Πα­τριά­ρχου Ἰ­ω­σήφ, ὁ Μη­τρο­φά­νης καί ὁ Γρη­γό­ριος, ἦ­ταν στό ἔ­πα­κρο φι­λε­νω­τι­κοί. Ἔ­τσι μέ τήν ἀν­δρεί­α καί στα­θε­ρό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Μάρ­κου ἕ­νας σο­βα­ρό­τα­τος κίν­δυ­νος, πού ἀ­πεί­λη­σε τήν Ἀ­να­το­λι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α νά ὑ­πο­δου­λω­θεῖ στόν πα­πι­σμό γιά με­ρι­κά ἀν­ταλ­λάγ­μα­τα πού ζή­τη­σε ὁ Αὐ­το­κρά­τωρ, ἀ­πό­φευ­χθη­κε ὁ­ρι­στι­κά. Δέν εἶ­ναι, λοι­πόν, ἄ­ξιος της εὐ­γνω­μο­σύ­νης ὅ­λων τῶν πι­στῶν Χρι­στια­νῶν ὁ σο­φός καί ἅ­γιος καί ἀ­με­τα­κί­νη­τος στήν πί­στη Ἱ­ε­ράρ­χης;

Γ. Πι­στός μέ­χρι τέ­λους.

Ἐ­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λη εἶ­ναι ἡ θέ­ση τοῦ γεν­ναί­ου ἀ­γω­νι­στη καί ὑ­πε­ρα­σπι­στῆ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἔ­πει­τα ἀ­πό τήν σα­φῶς φι­λε­νω­τι­κή στά­ση τό­σο τοῦ Αὐ­το­κρά­το­ρος, ὅ­σο καί τοῦ Πα­τριά­ρχη. Καί ἐ­φό­σον αὐ­τός ἦ­ταν τό κύ­ριο πρό­σω­πο, τό ὁ­ποῖ­ο μέ τό­σο σθέ­νος ἀν­τι­τί­θον­ταν στίς προ­σπά­θει­ές τους γιά τήν ἕ­νω­ση τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν, ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά ἐ­ξου­δε­τε­ρω­θεῖ. Καί πρῶ­τα πρῶ­τα οἱ φι­λε­νω­τι­κοί ἐ­πί­σκο­ποι σέ ἀ­να­κοι­νώ­σεις τούς πρός τόν λα­ό προ­σπά­θη­σαν νά ἀ­πο­δεί­ξουν, ὅ­τι γιά τόν ὀ­ρό, τόν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πέ­γρα­ψαν στήν Φλω­ρεν­τί­α, δέν ἐ­περ­χό­ταν καμ­μί­α ἀ­πο­λύ­τως με­τα­βο­λή στήν πί­στη τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­νῶ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν, ὅ­τι ὁ ὅ­ρος πε­ρι­ε­λάμ­βα­νε καί τήν ἐκ τοῦ Υἱ­οῦ ἐκ­πό­ρευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἔ­στω καί ἄν γιά τούς Ἀ­να­το­λι­κούς δέν ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κός, καί ὅ­τι πα­ρα­δέ­χθη­καν πλή­ρη ἀ­να­γνώ­ρι­ση τοῦ πρω­τεί­ου τοῦ Πά­πα.

Ἀλ­λά δέν πε­ρι­ο­ρί­σθη­καν μό­νο στό μέ­τρο αὐ­τό. Γιά νά μή ἐ­πη­ρε­ά­ζει τίς λαι­κές μά­ζες ὁ ἡ­ρω­ι­κός ἐ­πί­σκο­πος, λαμ­βά­νε­ται ἀ­πό­φα­ση νά ἐ­ξο­ρι­σθεῖ. Καί ἐ­ξο­ρί­ζε­ται βέ­βαι­α, καί ἀπομακρύνεται ἀ­πό τήν πρω­τεύ­ου­σα, ἀλ­λά συ­νε­χί­ζει τόν ἀ­γώ­να μέ δύ­να­μη πολ­λή. Κη­ρύτ­τει τήν ἀ­λή­θεια σέ κά­θε κα­τεύ­θυν­ση. Ἀλ­λά τό σπου­δαι­ό­τε­ρο, ἀ­πηύ­θυ­νε, πι­θα­νῶς ἀ­πό τήν Λῆ­μνο, ἐγ­κύ­κλιο στούς Ὀρ­θο­δό­ξους Χρι­στια­νούς ὅ­λης της γῆς, στήν ὁ­ποί­α κα­τα­δει­κνύ­ει ἀ­φε­νός μέν τίς πλά­νες, στίς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­πε­σε ἡ Κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α με­τά τό σχί­σμα, ἀ­φε­τέ­ρου δέ τήν Ὀρ­θο­δο­ξη πί­στη. Ἀ­να­πτύσ­σον­τας δέ μέ ἔ­να χει­μαρ­ρῶ­δες ὕ­φος καί τά ὅ­σα συ­ζη­τή­θη­καν στήν Σύ­νο­δο, ἀ­πο­δει­κνύ­ει τίς σο­βα­ρές δι­α­φο­ρές με­τα­ξύ τῶν δυ­ό Ἐκ­κλη­σι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες θά δι­αι­ω­νί­ζουν τό σχί­σμα, ἐ­άν πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α πού ἀ­πο­κό­πη­κε ἀ­πό τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α δέν ἐ­πα­νέλ­θει στήν πί­στη τῆς ἀρ­χαί­ας ἀ­δι­αι­ρέ­του Ἐκ­κλη­σί­ας.

Κεί­με­νο ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς δογ­μα­τι­κῆς ση­μα­σί­ας τό κεί­με­νο τῆς ἐ­πι­στο­λῆς τοῦ ἀ­οι­δί­μου Ἱ­ε­ράρ­χου πάλ­λε­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κῶς ἀ­πό τόν ἐν­θου­σια­σμό τοῦ Πα­τρός πού ἐ­νέ­με­νε ἀ­με­τα­κί­νη­τα στήν Ὀρ­θό­δο­ξη γραμ­μή. Χα­ρα­κτη­ρί­ζει στήν ἐγ­κύ­κλιο τούς Λα­τί­νους ὡς αἱ­ρε­τι­κούς, βε­βαι­ώ­νον­τας ὅ­τι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη καί πι­θα­νῶς ἀ­πό τίς Σταυ­ρο­φο­ρί­ες θε­ω­ροῦ­σε πράγ­μα­τι τούς Λα­τί­νους ὄ­χι μό­νο ὡς σχι­σμα­τι­κούς, ἀλ­λά καί ὡς αἱ­ρε­τι­κούς, κα­θώς δε­χό­ταν ὅ­σους προ­σέρ­χον­ταν ἀ­πό αὐ­τούς στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α μέ τή χρί­ση τοῦ ἁ­γί­ου μύ­ρου. Ἀ­κό­μη στήν ἐγ­κύ­κλιο δη­λώ­νε­ται ὅ­τι οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι σχί­σα­με τούς Λα­τί­νους καί τούς ἀ­πο­κό­ψα­με τό κοι­νό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι­ό­τι φρο­νοῦ­σαν πράγ­μα­τα ἄ­το­πα καί δυσ­σε­βή καί πα­ρά­λο­γα ἔ­κα­ναν τήν προ­σθή­κη. Γί αὐ­τό συμ­πε­ραί­νει, ὅ­τι τούς ἀ­πο­στρα­φή­κα­με ὡς αἱ­ρε­τι­κούς, καί γιά αὐ­τό χω­ρι­σθή­κα­με ἀ­πό αὐ­τούς. Εἶ­ναι αἱ­ρε­τι­κοί λοι­πόν καί ὡς αἱ­ρε­τι­κούς τους ἀ­πο­κό­ψα­με.

Τήν δι­δα­σκα­λί­α αὐ­τή τοῦ ἁ­γί­ου Πα­τρός υἱ­ο­θε­τη­σε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὡς γνη­σί­ως Ὀρ­θό­δο­ξη καί σύμ­φω­νη μέ τίς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Πα­ρό­μοι­α καί ὅ­λη τή γε­νι­κό­τε­ρη στά­ση τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι στή Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α καί τή δι­δα­σκα­λί­α τῆς ἐ­νέ­κρι­νε καί υἱ­ο­θέ­τη­σε ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α γιά αὐ­τό καί ἀ­να­γνώ­ρι­σε τόν Ἰ­ε­ράρ­χη ὡς πρό­μα­χο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί τόν κα­τέ­τα­ξε στή σει­ρά τῶν ὑ­πε­ρα­σπι­στῶν τῆς ἀ­πέ­ναν­τι στήν Πα­πω­σύ­νη δί­πλα στό πλευ­ρό τοῦ Με­γά­λου Φω­τί­ου καί τῶν ἄλ­λων ἡ­ρω­ι­κῶν προ­μά­χων της.

Τό σπου­δαῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι μέ τούς ἀ­γῶ­νες τοῦ ὄ­χι μό­νο δέν ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ἀ­πό τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἀ­να­το­λή ἡ Σύ­νο­δος τῆς Φλω­ρεν­τί­ας ὡς Οἰ­κου­με­νι­κή, ὅ­πως τήν θέ­λουν οἱ Λα­τί­νοι, ἄλλ ἀν­τί­θε­τα ὡς λη­στρι­κή Σύ­νο­δος. Ὁ κλῆ­ρος μά­λι­στα καί ὁ λα­ός ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐν­θου­σι­ά­σθη­κε ἀ­πό τήν σθε­να­ρή στά­ση τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Μάρ­κου στά­θη­κε τεῖ­χος ὀ­χυ­ρό καί φρού­ριο ἀ­πόρ­θη­το, ὥ­στε νά ἐμ­πο­δί­σει τήν εἴ­σο­δο ἀν­τι­ορ­θο­δό­ξων φρο­νη­μά­των καί δι­δα­σκα­λι­ῶν στόν ἱ­ε­ρό πε­ρί­βο­λο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας μας.

Καί ὄ­χι μό­νο στό κλί­μα τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ σω­τή­ρια ἀν­τί­δρα­ση, ἀλ­λά καί στά ἄλ­λα Πα­τρι­αρ­χεῖ­α τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας καί τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, ἀ­κό­μη μά­λι­στα καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρω­σί­ας. Αὐ­τά ἀ­πηύ­θυ­ναν δι­α­μέ­σου τῶν Πα­τρια­ρχῶν τούς ἐ­πι­στο­λή πρός τόν φι­λε­νω­τι­κό Πα­τριά­ρχη Μη­τρο­φά­νη, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐγ­κα­τέ­στη­σε ὁ αὐ­το­κρά­τωρ γιά τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τῶν σκο­πῶν του, στήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κη­ρύσ­σουν τήν Σύ­νο­δον τῆς Φλω­ρεν­τί­ας, καί χα­ρα­κτη­ρί­ζουν καί τόν ἴ­διο ὡς αἱ­ρε­τι­κό. Συμ­πλη­ρώ­νον­τας μά­λι­στα τήν ἐ­νερ­γειά τους ἔ­στει­λαν καί στόν Αὐ­το­κρά­το­ρα εὐ­θαρ­σῆ καί γεν­ναί­α ἐ­πι­στο­λή, στήν ὁ­ποί­α τόν προ­ει­δο­ποι­οῦν ὅ­τι, ἐ­άν ἐ­ξα­κο­λου­θή­σει νά προ­στα­τεύ­ει τόν Μη­τρο­φά­νη καί νά εἶ­ναι ὑ­πέρ τῶν Κα­θο­λι­κῶν, θά τόν ἀ­φο­ρί­σουν.

Ἔ­τσι κα­τά τήν μαρ­τυ­ρί­α τῶν Ἱ­στο­ρι­κῶν ὁ ἱ­ε­ρός Μάρ­κος ἀ­να­δεί­χθη­κε σπου­δαῖ­ος προ­στά­της τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ἀ­φοῦ σ’ αὐ­τόν κυ­ρί­ως ὀ­φεί­λε­ται τό κα­θώς ἔ­γι­νε ὁ ση­μαι­ο­φό­ρος τῆς ἀν­θε­νω­τι­κῆς με­ρί­δος ἔ­σω­σε μέ τόν τρό­πο αὐ­τό τήν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας καί πέ­τυ­χε τήν ἐμ­μο­νή της στή γνή­σια χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α, τῆς ὁ­ποί­ας σα­φῆς ἀ­πό­κλι­ση ἦ­ταν ὁ λα­τι­νι­κός ἰ­σχυ­ρι­σμός πε­ρί πρω­τεί­ων.

Ἀλ­λά οἱ στε­ρή­σεις καί οἱ κα­κου­χί­ες τῆς ἐ­ξο­ρί­ας καί οἱ συ­νε­χεῖς ἀ­γῶ­νες ἔ­καμ­ψαν τήν σω­μα­τι­κή ὑ­γεί­α τοῦ με­γά­λου ἀ­γω­νι­στῆ. Δέν εἶ­ναι πα­ρά μό­λις 52 ἐ­τῶν. Αἰ­σθά­νε­ται ὅ­μως τίς δυ­νά­μεις του νά τόν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν. Κά­ποι­α ἀ­σθέ­νεια τόν ρί­χνει στό κρεβ­βά­τι. Δέν εἶ­ναι με­γά­λης διά­ρκειας. Δε­κα­τέσ­σα­ρις μό­νο μέ­ρες διήρκεσε. Καί ἦλ­θε ὁ θά­να­τος νά τόν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πό τούς κό­πους καί τίς τα­λαι­πω­ρί­ες καί τίς ἐ­ξου­θε­νώ­σεις καί τα­πει­νώ­σεις, στίς ὁ­ποί­ας τόν ὑ­πέ­βα­λαν οἱ ἐ­χθροί του. Τό 1444, ἐν­νέ­α δη­λα­δή χρό­νια πρίν ἀ­πό τήν πτώ­ση τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ. Πέ­τα­ξε στούς οὐ­ρα­νούς γιά νά πά­ρει τόν δί­και­ο μι­σθό τῶν κό­πων του. Τόν ἔ­κλα­ψαν οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι. Τόν τι­μᾶ μέ ὕ­μνους καί ἐγ­κώ­μια ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Πο­λύ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά εἶ­ναι τά δυ­ό αὐ­τά δί­στι­χα, τά ὁ­ποῖ­α οἱ ὑ­μνο­γρά­φοι τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σαν:

«Κρα­τεῖ μέν Ἄτ­λας μυ­θι­κῶς ὤ­μοις πό­λον, κρα­τεῖ δ’ ἀ­λη­θῶς Μάρ­κος Ὀρ­θο­δο­ξί­αν». Καί: «Ὁ τούς δι­δα­σκά­λους ἀ­λη­θῶς δο­ξά­σας ἐν οὐ­ρα­νοῖς δο­ξά­ζε­ται νῦν σύν τού­τοις. Δο­ξά­ζε­ται ἐν οὐ­ρα­νοῖς. Δο­ξά­ζε­ται καί ἐ­πί τῆς γῆς».

Τό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ δι­δά­σκει, ἐμ­πνέ­ει, φω­τί­ζει, ἐν­δυ­να­μώ­νει τούς πι­στούς μα­χη­τές τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Κύ­ρι­ε, ἀ­να­δεί­κνυ­ε πάν­το­τε στήν Ἐκ­κλη­σί­α Σου τέ­τοι­ους ἡ­ρω­ι­κούς μα­χη­τές.




«Ἀπό τή Ζωή τῶν Ἁγίων»

http://pureorthodoxvoice.blogspot.ca/2016/01/blog-post_18.html

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τρί 26 Σεπ 2017, 14:04 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 13:48
Δημοσιεύσεις: 5568

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 7 Δημοσιεύσεις ] 

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  
cron
Powered by phpBB® Forum Software © phpBB Group

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com