Αρχική

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]




Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 24 Δημοσιεύσεις ]  Μετάβαση στην σελίδα 1, 2, 3  Επόμενο
Συγγραφέας Μήνυμα
 Θέμα δημοσίευσης: Δευτέρα Παρουσία
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 03 Μάιος 2012, 16:48 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος
Αρχ. Αθανασίου Μυτιληναίου
Aπό τους Μακαρισμούς της Αποκαλύψεως


Μακάριος ο αναγινώσκων και οι ακούοντες τους λόγους της προφητείας και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα, ο γαρ καιρός εγγύς (Αποκ. Α΄ 3).

Ανάμεσα στις τρομακτικές εικόνες του Προφητικού Βιβλίου της Αποκαλύψεως που είναι και το τελευταίο Βιβλίο της Καινής Διαθήκης, γραμμένο από το χέρι του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, όταν ήταν εξόριστος στην νήσο Πάτμο κατά την περίοδο που ο Δομετιανός είχε εξαπολύσει διωγμό κατά της Εκκλησίας, οι επτά Μακαρισμοί αποτελούν μικρές οάσεις που αναπαύουν τον πιστό αγωνιστή στην κονίστρα του κόσμου τούτου και τον παρηγορούν για τα επικείμενα δεινά που απειλούν τον αποστατημένο από το Θεό, κόσμο.

Ο Πρώτος Μακαρισμός τοποθετείται στην εισαγωγική επιγραφή του όλου Βιβλίου της Αποκαλύψεως που καλύπτει τους τρεις πρώτους στίχους.

Μπορεί κανείς να πη, ότι το Βιβλίον αυτό αρχίζει και τελειώνει με έναν ευτυχισμό.
Ευτυχίζει τον άνθρωπο εκείνον που μελετά τον λόγον του Θεού και τον εφαρμόζει μέσα στην αποστατημένη εποχή του, για να φτάση στο τέρμα που είναι η επικράτησι της Βασιλείας του Θεού και για την οποία η ψυχή εύχεται: «Ναι έρχου, Κύριε Ιησού» (Αποκ. κβ' 20).

Ο Μακαρισμός αυτός που αναφέρεται στη μελέτη και εφαρμογή του Νόμου του Θεού, μας θυμίζει έναν άλλον μακαρισμό που αντιφωνώντας ο Χριστός τον ευτυχισμό που του απέδιδε μια γυναίκα του λαού, είπε: «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. ια' 28).

Το Βιβλίον της Αποκαλύψεως είναι ένα προφητικό βιβλίο. Όταν όμως λέμε προφητικό βιβλίο, δεν εννοούμε ότι εξαγγέλλει μόνον μελλοντικά γεγονότα, άλλα όπως τα προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, περιέχει θεόπνευστες παραινέσεις, έλεγχο, παρηγορία, διδασκαλία.

Ο σκοπός για τον οποίον εγράφη, είναι, συνεπώς:
α΄ Να ενισχύση τους πιστούς για τα επικείμενα γεγονότα μέχρι της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας.

β΄ Να συμμορφωθούν οι πιστοί με το περιεχόμενο του Βιβλίου εν όψει της Δευτέρας Παρουσίας και μελλούσης Κρίσεως.

γ΄ Να υπενθυμίση ότι «ο καιρός εγγύς».

Ο γαρ καιρός εγγύς
Για τον ερχομό του Μεσσίου στην Π. Διαθήκη, ο χρόνος ήταν αόριστος. Αντίθετα, στην Κ. Διαθήκη ο ερχομός της Β' Παρουσίας του Χριστού, είναι «εγγύς», είναι πολύ κοντά.
Ο Απ. Παύλος γράφει σχετικά: «Τούτο φημί, αδελφοί, ο καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστιν» (Α΄ Κορ. ζ΄ 29), και ο Απ. Πέτρος προσθέτει: «Πάντων το τέλος ήγγικε» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 7).

Η φράσις του Ευαγγ. Ιωάννου «ο γαρ καιρός εγγύς» που φανερώνει μιά βιασύνη, ένα λαχάνιασμα για το επερχόμενο τέλος, κάνει ώστε να νομίζη κανείς ότι ήδη ακούει τους καλπασμούς του χρόνου.

Θέλοντας ο Κύριος να αισθητοποιήση αυτό το «εγγύς», ανεφέρθη στο παράδειγμα της συκιάς που το μπουμπούκιασμα των φύλλων της πάνω στα κλαδιά της προαναγγέλει το πλησίασμα του καλοκαιριού (Ματθ. κδ΄ 32).

Πολύ φυσικό, λοιπόν, ήταν να ερωτηθή ο Κύριος από τους Μαθητάς του, για τα «σημεία» εκείνα που θα προανήγγειλαν τον δεύτερο ερχομό του. «Ειπέ ημίν, πότε ταύτα έσται και τι το σημείον της σης παρουσίας και της συντελείας του αιώνος;» (Ματθ. κδ΄ 3).

Ποία, δηλαδή, είναι τα «σημεία των καιρών»;.

Και ως προς τον χρόνο της Δευτέρας του Κυρίου παρουσίας, διατηρείται απόλυτη σιωπή.

Ο χρόνος αυτός είναι ολότελα άγνωστος και στους ανθρώπους και στους αγγέλους (Ματθ. κδ΄ 36, Πραξ. α΄ 7).

Αντίθετα, ως προς τα «σημεία» εκείνα που θα προηγηθούν της Μεγάλης εκείνης του Κυρίου Ημέρας, ο ίδιος ο Κύριος τα διεσάφισε.

Και είναι τα εξής:
α΄ Η κήρυξις του Ευαγγελίου σε όλο τον κόσμο.

«Και κηρυχθήσεται τούτο το Ευαγγέλιον της Βασιλείας εν όλη τη οικουμένη εις μαρτύριον πάσι τοις έθνεσι και τότε ήξει το τέλος» (Ματθ. κδ΄ 14). Φυσικά, η εξάπλωσις του Ευαγγελίου σε μια παγκόσμια κλίμακα, δεν σημαίνει και αποδοχή του απ' όλους τους ανθρώπους. Αυτό το «εις μαρτύριον πάσι τοις έθνεσι» υπονοεί την απιστία πολλών που θα μείνουν αναπολόγητοι κατά την κρίσι.

β΄ Η επιστροφή του Ισραήλ εις την χριστιανική πίστι.

Ο Απ. Παύλος μας αποκαλύπτει στην προς Ρωμαίους επιστολή του ότι όταν «το πλήρωμα των εθνών εισέλθη» δηλ. μετά από τον καθωρισμένο αριθμό των εθνικών που θα εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού, τότε, «πας Ισραήλ σωθήσεται» (Ρωμ. ια΄ 25-32). Ενας υπαινιγμός του Κυρίου πάνω σ' αυτό το σημείο είναι το Λουκ. ιγ΄ 36.

γ΄ Τις παραμονές της Δευτέρας Παρουσίας θα σημειωθή μεγάλη αποστασία που θα την προκαλέσουν ψευδοπροφήται που «πολλούς πλανήσουσιν» (Ματθ. κδ' 4, 5).

Το ίδιο σημειώνει και ο Απ. Παύλος, ότι δεν θα γίνη η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου «εάν μη έλθη η αποστασία πρώτον» (Β΄ Θεσ. β΄ 3). Και ο Κύριος συμπληρώνει: «Και δια το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών» (Ματθ. κδ΄ 12).
Τις ημέρες εκείνες θα έχη πλεονάσει η αμαρτία και η ιδιοτέλεια.

δ΄ Η εμφάνισις του Αντιχρίστου.

Αυτή θα είναι το αποκορύφωμα της αποστασίας και ηθικής αθλιότητος. Μετά την αποστασία, σημειώνει ο Απ. Παύλος, θα «αποκαλυφθή ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αυτόν εις τον ναόν του Θεού ως θεόν καθίσαι, αποδεικνύντα εαυτόν ότι εστί Θεός... ου εστιν η παρουσία κατ' ενέργειαν του Σατανά εν πάση δυνάμει και σημείοις και τέρασι ψεύδους...» (Β΄ Θεσ. β΄ 3-12).

Οι πατέρες της Εκκλησίας μας παρατηρούν τον Αντίχριστον «ως λόγιόν τινα και συνετόν σωφροσύνην τε και φιλανθρωπίαν υποκρινόμενον, άνθρωπόν τινα την φύσιν, πάσαν εν εαυτώ του διαβόλου δεχόμενον την ενέργειαν. Και ώσπερ ο Θεός και Σωτήρ ανθρωπείαν φύσιν αναλαβών την ημετέραν επραγματεύσατο σωτηρίαν, ούτω και ο σατανάς άνθρωπον εκλεξάμενος πάσαν αυτού δέξασθαι δυνάμενον την ενέργειαν δι΄αυτού πάντας εξαπατήσαι τους ανθρώπους πειράσεται»... «Ουκ αυτός τοίνυν ο διάβολος γίνεται άνθρωπος κατά την του Κυρίου ενανθρώπησιν» αλλά κατοικεί σε άνθρωπο που θα είναι εξόχως διεφθαρμένος και θα καταστή τέλειο όργανό του και θρόνος του.

Θα είναι τόση η αποστασία και η πλάνη τότε, ώστε ερωτά ο Ιεροσολύμων Κύριλλος: «Τίς άρα μακάριος ο υπέρ Χριστού μετ' ευσεβείας μαρτυρών τότε; Υπέρ γαρ πάντας μάρτυρας εγώ φημι είναι τους τότε μάρτυρας... οι μέν προ τούτου μόνοις ανθρώποις επάλαισαν, οι δε επί του Αντιχρίστου, αυτώ τω Σατανά αυτοπροσώπως πολεμήσουσι». Τελικά όμως, αυτός «ο Κύριος αναλώσει τον άνομον τω πνεύματι του στόματος αυτού» (Β΄ Θεσ. β΄ 8).

ε΄ Παγκόσμιες ακαταστασίες, διωγμοί των Χριστιανών.

Και σημειώνει ο Κύριος: «Μελλήσετε δε ακούειν πολέμους και ακοάς πολέμων... και έσονται λιμοί και λοιμοί και σεισμοί κατά τόπους, πάντα δε ταύτα αρχή ωδίνων. Τότε παραδώσουσιν υμάς εις θλίψιν και αποκτενούσιν υμάς, και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων των εθνών δια το όνομά μου...» (Ματθ. κδ΄ 6-10).

Ο πρώτος Μακαρισμός της Αποκαλύψεως μας υπενθυμίζει ότι «ο Κύριος εγγύς» και συνεπώς να μη αφιστάμεθα της μελέτης και εφαρμογής του Νόμου του Θεού. Πρέπει ακόμη να διακρίνωμε τα «σημεία των καιρών». Πρέπει να αισθανώμαστε ότι «το μυστήριον της ανομίας ήδη ενεργείται» (Β΄ Θεσ. β΄ 7) και ότι «εσχάτη ώρα εστί, και καθώς ηκούσατε ότι ο αντίχριστος έρχεται, και νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν, όθεν γινώσκομεν ότι εσχάτη ώρα εστίν» (Α΄ Ιωάν. β΄ 18).

Κάποτε ο Κύριος επέπληξε τους Φαρισαίους που τα μεν μετεωρολογικά σημεία μπορούν να ξεχωρίζουν, τα δε σημεία των καιρών, αδυνατούν (Ματθ. κδ΄ 3, Λουκ. ιβ΄ 54-56).

Πρέπει να νιώσουμε ότι έχομε να παλαίψωμε σκληρά. Ότι λίγοι είναι εκείνοι που θα σωθούν.

Καιρός να αντιληφθούμε ότι το τέρμα του κόσμου φθάνει με καλπασμό...
Μπροστά σε όλα αυτά τα ενεστώτα και μέλλοντα γεγονότα, που αναφέρει ο λόγος του Θεού, ποιος θα έμενε αδιάφορος;

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

ΠΗΓΗ
http://www.impantokratoros.gr/

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 03 Μάιος 2012, 16:49 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος (2)
Αρχ. Αθανασίου Μυτιληναίου
Από τους Μακαρισμούς της Αποκαλύψεως

Μακάριοι
Οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ' άρτι. Ναι, λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών τα δε έργα αυτών ακολουθεί μετ΄αυτών (Αποκ. ιδ΄ 13).

Συνήθως οι άνθρωποι ευτυχίζουν τους ζωντανούς και εύχονται πάντοτε η ζωή να είναι μακρά.
Πώς, λοιπόν, εδώ ο λόγος του Θεού μακαρίζει τους νεκρούς;
Η Αγία Γραφή μας αναφέρει πολλές περιπτώσεις νεκρώσεων.

Η πρώτη νέκρωσις, είναι εκείνη που γράφει το Βιβλίον της Γενέσεως: «Αδάμ έζησε τριάκοντα και εννακόσια έτη, και απέθανεν» (ε΄ 5).

Αυτός ο θάνατος είναι κοινή των ανθρώπων κατάληξις και δεν είναι δυνατόν να μακαρίζεται, εφ' όσον είναι γέννημα της παρακοής των πρωτοπλάστων. Τον θάνατον αυτόν δεν πρέπει πλέον να τον φοβώμαστε γιατί τον νίκησε ο Χριστός με την ανάστασί Του, δίδοντας και σε μας την ανάστασι του σώματος κατά την δευτέρα Του Παρουσία.

Η δεύτερη νέκρωσις, είναι της ψυχής η νέκρωσι, εκείνη η ψυχή που αιώνια αποχωρίζεται από το Θεό. «Ψυχή η αμαρτάνουσα αυτή αποθανείται» (Ιεζεκ. ιη΄ 4). Αυτός ο θάνατος είναι φοβερός. Είναι ο «δεύτερος θάνατος», ο αιώνιος της κολάσεως θάνατος (Αποκ. κα΄ 8).

Η τρίτη νέκρωσις, είναι εκείνη που αναφέρεται ως προς την αμαρτία: «ο γαρ απέθανεν τη αμαρτία απέθανεν» (Ρωμ. s΄ 10). Μια τέτοια νέκρωσι είναι μακαριστή, γιατί εκφράζει την εγκατάστασι της αρετής στον άνθρωπο που πέθανε ως προς την αμαρτία.

Τέλος, υπάρχει και μια τέταρτη νέκρωσι, που αναφέρεται στη βιαία αφαίρεσι της ζωής και που είναι το μαρτύριο. Ο Κύριος, έναν τέτοιο θάνατο ολότελα τον μακαρίζει: «ο φιλών την ψυχήν αυτού, απολέσει αυτήν, και ο μισών την ψυχήν (ζωήν) αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν» (Ιωαν. ιβ΄ 25).

Ο Μακαρισμός της Αποκαλύψεως αναφέρεται στους δυο τελευταίους θανάτους. Ωραία το εκφράζει αυτό ο Καισαρείας Ανδρέας: «Η εκ του ουρανού φωνή ου πάντας μακαρίζει τους νεκρούς, αλλά τους εν Κυρίω αποθνήσκοντας, τους νεκρωθέντας τω κόσμω και την νέκρωσιν του Ιησού εν τω σώματι περιφέροντας και Χριστώ συμπάσχοντας».

Ας αναλύσωμε τους δυο αυτούς θανάτους.

Η εν Κυρίω νέκρωσις του σώματος αναφέρεται στην αμαρτία: «Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρεία» (Κολ. γ΄ 5). Και ολοκληρώνει ο Απ. Παύλος: «ει πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε» (Ρωμ. η΄ 13).

Ο αληθινά πιστός, πράγματι έχει πεθάνει για την αμαρτία. Είναι αδύνατον να εισέλθωμε στη Βασιλεία του Θεού αν προηγουμένως δεν έχωμε πεθάνει ως προς την αμαρτία.

Οταν ο αληθινός Χριστιανός καλλιέργησε αυτόν τον θάνατο, που έχει ηθική διάστασι, τότε είναι έτοιμος να δεχθή και τον άλλον, τον μαρτυρικό θάνατο, που είναι για την δόξα του Θεού.

Ο Απ. Παύλος γράφει χαρακτηριστικά: «πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι περιφέροντες... αεί γαρ ημείς οι ζώντες εις θάνατον παραδιδόμεθα δια Ιησούν» και ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν» (Β΄ Κορ. δ΄ 10, 11, 16, Ρωμ. η΄ 36).

Η νέκρωσις ως προς την αμαρτία, είναι η βασική προϋπόθεσι της πνευματικής ζωής. Η νέκρωσι της ζωής για την αγάπη του Χριστού, είναι ο καρπός της πρώτης.

Την προσφορά της ζωής για την αγάπη του Χριστού, μας την αποκαλύπτουν οι επιτύμβιες πλάκες των Μαρτύρων.

Να μερικές:
«Χαρά υμών εν Θεώ».
(Χαρά σας, τώρα που βρίσκεσθε μέσα στην μακαριότητα του Θεού).
«Κείται Βίκτωρ Κατηχούμενος, ετών είκοσι, παρθένος, δούλος του Κυρίου Ιησού».
«Επιθυμητόν μοι πεδίν, βλέπε, μη οργισθής τούτου χάριν, ότι σε έδειραν».
(Η ανορθόγραφη αυτή επιγραφή δείχνει την πίστι και την ανεξικακία των γονέων του μικρού αυτού παιδιού που μαρτύρησε με ραβδισμούς).
«Οι πρεσβύτεροι οι πάσης μνήμης άξιοι, Ασκλήπις και Ελπίζων και Ασκλήπις δεύτερος, και Αγαλλίασις διάκονος, και Ευτυχία παρθενεύουσα, και Κλαυδία παρθενεύουσα, και Ευτυχία η τούτων μήτηρ ένθα κείνται...».

(Μαρτύριον ολοκλήρου οικογενείας από την Κατακόμβη της Μήλου).

«Ιουλία, μάρτυς, παρθένος, απλή ψυχή».
Τι δύναμις ζωής, ξεπηδά, αλήθεια, μέσα απ' αυτές τις ταφόπετρες!
Ακόμη, «οι αποθνήσκοντες εν Κυρίω», γεύονται πραγματικά του Κυρίου από τούτη ακόμη τη ζωή και ενισχυόμενοι από την γεύσι αυτή, προχωρούν στην προσφορά της ζωής τους.
Τα «οράματα» του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (Πράξ. ζ΄ 55, 56), της Περπετούης, του Αγίου Πολυκάρπου και άλλων πολλών, το βεβαιώνουν.
(Ιδε Ι. Κοτσώνη, Το ενθουσιαστικόν στοιχείον εις την Εκκλησίαν των Μαρτύρων, σελ. 56 κ.ε.).

Αληθινά, ο Μακαρισμός αυτός της Αποκαλύψεως γεννά τον ενθουσιασμό και το θάρρος για το Μαρτύριο.

Εκείνο που πρέπει σε κάθε στιγμή να ζη ο πιστός, είναι η λαχτάρα του να μείνη πιστός μέχρι τέλους.

Ο Κύριος είπε: «γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Αποκ. β΄ 10) και «ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. ι΄ 22).

Και η Εκκλησία μας εύχεται «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών... και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού».

Ζηλεύομε μια τέτοια προσφορά;

Ας ατενίσωμε στους Μάρτυρες.

Αν όμως ισχυρισθούμε ότι σήμερα δεν υπάρχουν ευκαιρίες μαρτυρίου, ας ακούσωμε τι λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, και με την γνώμη του αυτή, να κλείσωμε:

«Εάν κάποιος θέλη να επαινέση τους Μάρτυρες, ας τους μιμηθή.

Αν κάποιος θέλη να εγκωμιάση τους αθλητάς της ευσεβείας, ας ζηλέψη τους αγώνες τους...

Και πως είναι δυνατόν, θα πη κανείς, στη σημερινή εποχή, να μιμηθής τους μάρτυρες;

Γιατί ασφαλώς τώρα, δεν έχομε διωγμούς.

Το ξέρω κι εγώ πως τώρα δεν είναι καιρός διωγμού, μα καιρός μαρτυρίου είναι.

Αγωνίσματα, σαν τα τοτινά των Μαρτύρων δεν είναι, αλλά ο καιρός των στεφάνων είναι.

Δεν διώχνουν άνθρωποι, αλλ' αυτοί οι δαίμονες. Δεν κυνηγά ο τύραννος, αλλά κυνηγά ο διάβολος, που είναι χειρότερος απ' όλους τους τυράννους. Δεν βλέπεις μπροστά σου αναμμένα κάρβουνα, μα βλέπεις αναμμένη την φλόγα της κακής επιθυμίας. Καταπάτησαν εκείνοι τη φωτιά, καταπάτησε συ τη φλόγα της αμαρτωλής σου φύσεως.

Πάλαιψαν εκείνοι με θηρία, χαλιναγώγησε συ το ανήμερο και ατίθασο θηρίο του θυμού σου.
Ηλθαν εκείνοι αντιμέτωποι με αφόρητους πόνους, νίκησε συ τους άτοπους και πονηρούς λογισμούς που είναι γεμάτη η καρδιά σου.

Καταφρόνησαν εκείνοι τη ζωή, καταφρόνησε συ, την τρυφή.

Ερριξαν εκείνοι τα σώματά τους στη φωτιά, ρύξε συ τώρα τα χρήματά σου στα χέρια των πτωχών.

Με τον τρόπο αυτό, θα έχης μιμηθή τους Μάρτυρες και τον θάνατό τους».

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"


ΠΗΓΗ
http://www.impantokratoros.gr/

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 03 Μάιος 2012, 16:51 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος (3)
Αρχ. Αθανασίου Μυτιληναίου
Από τους Μακαρισμούς της Αποκαλύψεως

«Ιδού έρχομαι ως κλέπτης,
Μακάριος ο γρηγορών και τηρών τα ιμάτια αυτού, ίνα μη γυμνός περιπατή και βλέπωσι την ασχημοσύνην αυτού»
(Αποκ. ις΄ 15)


Ο πρώτος Μακαρισμός της Αποκαλύψεως (α΄ 3) μας πληροφόρησε ότι «ο καιρός εγγύς».

Ο τρίτος Μακαρισμός, μας ειδοποιεί ότι ο καιρός αυτός θα είναι και αιφνίδιος.
Θα μοιάζει με τον κλέπτη που έρχεται κάποια άδηλη, για τον νοικοκύρη, ώρα.
Γι' αυτό ακριβώς, καλούνται οι πιστοί να αγρυπνούν πάνω στην πνευματική τους ζωή.
Ο Μακαρισμός αυτός, έρχεται να ευτυχίση εκείνους που μένουν άγρυπνοι πάνω στα τείχη της καρδιάς των και περιμένουν τον οικοδεσπότη του πύργου κάθε στιγμή του εικοσιτετραώρου της ζωής των.


Μακάριος ο γρηγορών και τηρών τα ιμάτια αυτού

Ας πάρωμε τον Μακαρισμό αυτόν σε μια ολότελα καθημερινή σκηνή. Εχετε ποτέ δη λουόμενον άνθρωπο στη Θάλασσα, που όταν βγήκε στην παραλία, αντελήφθη ότι κάποιος κλέπτης του αφήρεσε τα ρούχα; Πώς πρέπει να αισθάνεται αυτός ο άνθρωπος, όταν μάλιστα το σπίτι του είναι πολύ μακρυά, και δεν έχει κανέναν γνωστό του να τον βοηθήση στην προκείμενη κατάστασι;

Πολύ χειρότερη κατάστασι, αληθινή πνευματική γύμνωσι θα αισθανθή κι' εκείνος που δεν καλλιεργεί την πνευματική ζωή όσο ζη στον κόσμο αυτόν.

Και την γύμνωση αυτή θα την αντιληφθή όταν σταθή μπροστά στο φοβερό βήμα του Κριτού Χριστού. Ευτυχισμένος, λοιπόν, αυτός που φυλάει τα ρούχα του, τη στολή της ψυχής του.

Και η στολή της ψυχής είναι αυτές οι αρετές του.

«Το δε γρηγορείν και φυλάττειν τα ιμάτια, δηλοί το επαγρυπνείν ταις αγαθαίς πράξεσι . αύται γαρ εισι των αγίων τα ιμάτια», μας λέγει ο Καισαρείας Ανδρέας.
Ο Κύριος, που διεζωγράφισε την παραβολή του Ασώτου υιού, βάζει στο στόμα του πατέρα την προσταγή προς τους δούλους του: «εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν». Ποιά είναι αυτή η στολή η πρώτη;

Είναι η στολή της αγνότητος και καθαρότητος που πήρε ο άνθρωπος στο βάπτισμά του.

Δείγμα αυτής της εσωτερικής καθαρότητος, ήταν και η παληά συνήθεια της Εκκλησίας να λευκοφορή τους νεοβαπτισμένους. Σε μια επιτύμβια πλάκα χριστιανού μάρτυρος, χαράχθηκε η επιγραφή: «Εκοιμήθη εν λευκοίς».

Τα λευκά ενδύματα ήταν μια απομίμησι των ενδυμάτων που φορούσαν οι άγγελοι όσες φορές ενεφανίζοντο στους πιστούς, όπως στην Ανάστασι του Κυρίου, στην Ανάληψί Του κλπ.

Αλλά και του Κυρίου τα ενδύματα έγιναν λευκά σαν το φως κατά την Μεταμόρφωσί Του.

Αυτός ο Θεός, περιβάλλεται το φως, όπως μας λέγη ο 103 Ψαλμός, στιχ. 2.
Η Εκκλησία μας ψάλλει: «Χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον».

Σύμβολον, λοιπόν, ηθικής καθαρότητος, τα λευκά ιμάτια, και γενικά τα ιμάτια, σύμβολο της ενδύσεως της ψυχής με αρετές. «Και εδόθη αυτή (δηλ. τη εκκλησία) ίνα περιβάληται βύσσινον λαμπρόν καθαρόν . το γαρ βύσσινον τα δικαιώματα (δηλ. οι αρετές) των αγίων εστί» (Αποκ. ιθ΄ 8).

Στην εποχή που βρισκόμαστε, μπορούμε να «τηρούμεν» τα ιμάτια της ψυχής; Μπορούμε να διατηρούμε αρετές και μάλιστα όχι μόνο μια περίοδο της ζωής μας, αλλά σε όλη τη ζωή μας; Γιατί, δεν λέγει ο «τηρήσας» αλλά ο «τηρών», που δείχνει μια αδιάκοπη, συνεχή και σταθερή διατήρησι των αρετών.

Και πρέπει να πούμε, ότι πολλοί σαν έφηβοι ξεκίνησαν με όμορφες προοπτικές για μια πνευματική ζωή, που ξεθύμανε όμως κάπου στη στρατιωτική θητεία, ή στην αναζήτησι επαγγελματικής σταδιοδρομίας, ή ακόμη και στην σύστασι οικογενείας. Για να δώσουν κατοπινά, όταν επανακληθούν από τον Κύριο, την απάντησι, ο μεν πρώτος: «ζεύγη βοών πέντε ήγόρασα και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά». Δεν ευκαιρεί, γιατί πάει να δοκιμάση και να γευθή τις ηδονές που θα του χαρίσουν οι πέντε του αισθήσεις.

Και ο δεύτερος: «αγρόν ηγόρασα και έχω ανάγκη εξελθείν και ιδείν αυτόν». Οι βιωτικές μέριμνες τον απεγύμνωσαν από κάθε πνευματικότητα, για να φτάσωμε στον τρίτο, που απαντά ότι παντρεύτηκε και έχει οικογενειακές φροντίδες.

Ομολογουμένως, αυτή η κατάστασι είναι αποκαρδιωτική.
Και τίθεται πάλι το ερώτημα: Ωστε μπορούμε να μείνωμε στην αρετή ισόβια;
Μπορούμε, αρκεί να θέλωμε.

Και είναι ανάγκη να θέλωμε, γιατί χωρίς την διατήρησι της αρετής ισόβια, δεν θα πετύχωμε του μακαρισμού που λέγει ο Κύριος.

Μέσα σ' ένα γενικό κατακλυσμό πνευματικής εξαθλιώσεως, ευτυχώς μένουν και κάποιοι που διατηρούν ισόβια την αρετή. Και αυτοί οι κάποιοι είναι σε κάθε εποχή. Είναι οι εκλεκτοί.

Είναι το λείμμα που θα σωθή (Ρωμ. ια΄ 5).

Στην πέμπτη επιστολή του Χριστού προς την Εκκλησία των Σάρδεων, φαίνεται αυτό: «Αλλά έχεις ολίγα ονόματα εν Σάρδεσιν, α ουκ εμόλυναν τα ιμάτια αυτών και περιπατήσουσι μετ' εμού εν λευκοίς ότι άξιοί εισιν» (Αποκ. γ΄ 4).

Είθε να νοιώσωμε, ότι ανάμεσα στα λίγα αυτά ονόματα, πρέπει να ανήκωμε κι' εμείς, για να σταθή αντίστοιχα και ο μακαρισμός δικός μας.


Ιδού έρχομαι ως κλέπτης
Πολλές φορές ο Κύριος στα Ευαγγέλια μας μίλησε για το αιφνίδιο της Δευτέρας Του Παρουσίας. Για τον άνθρωπο, η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία έχει δυο στάδια. Το πρώτο, είναι ο θάνατος του καθενός, η έξοδός του από τη ζωή αυτή που γι' αυτόν είναι μια μερική κρίσις, και το δεύτερο, όταν όλοι θα σταθούν μπροστά στον Δίκαιο Κριτή για να δώσουν λόγο για τις πράξεις του ο καθένας ατομικά. Και στην πρώτη περίπτωσι και στην δεύτερη, υπάρχει το στοιχείο του ξαφνικού.
Πότε θα πεθάνω;

Πότε θα γίνη η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία; Και τα δυο, μου είναι άγνωστα, και ενδεχομένως μαζί με το δεύτερο, και το πρώτο αιφνίδιο. Εν τούτοις, για τον πιστό, δεν είναι τα πράγματα έτσι.

«Περί δε των χρόνων και των καιρών, αδελφοί, ου χρείαν έχετε υμίν γράφεσθαι . αυτοί γαρ ακριβώς οίδατε ότι η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί ούτως έρχεται. Οταν γαρ λέγωσιν, ειρήνη και ασφάλεια, τότε αιφνίδιος αυτοίς εφίσταται όλεθρος... υμείς δε αδελφοί, ουκ εστέ εν σκότει, ίνα η ημέρα υμάς ως κλέπτης καταλάβη . πάντες υμείς υιοί φωτός εστε και υιοί ημέρας, ουκ εσμέν νυκτός ουδέ σκότους...» (Α΄ Θεσσ. ε΄ 1-11).

Για έναν που δεν έχει προβλέψει μια έκλειψι ηλίου, όταν βλέπη να σκοτινιάζη, είναι γι' αυτόν ένα φαινόμενο ξαφνικό, όταν για τους αστρονόμους ήταν γνωστό από καιρό. Το ξαφνικό θα είναι για κείνους που μπορούν να λένε: «ειρήνη και ασφάλεια» και όχι για κείνους που βρίσκονται σε εγρήγορσι και αναμονή.
Αν κάθε μέρα ζω με την προσμονή της ελεύσεως του Χριστού, γιατί να είναι για μένα αιφνίδιος ο ερχομός του; Γι' αυτό, γράφει ο Απ. Παύλος ότι σεις δεν βρίσκεσθε στο σκοτάδι της αμαρτίας για να λέτε, «ασφάλεια και ειρήνη», αλλά είσθε παιδιά της ημέρας και για σας υπάρχει από τώρα το φως του Χριστού με το οποίο και έχετε ενωθή.
Σαν κλέπτης θα έλθη εκείνη η ημέρα. Μα το φως, είναι ξαφνικό σαν κλέπτης για το σκοτάδι, και όχι το φως για το φως. Ο Αγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, σημειώνει ότι ο πιστός ήδη έχει κριθεί. Να πως το λέγει στον 57ο Λόγο του:

«Η παρουσία του Κυρίου και ήλθε και έρχεται πάντοτε εις τους πιστούς και είναι παρούσα εις όλους εκείνους όπου θέλουν». Ακόμη, λέγει: «ο πιστός δεν κρίνεται εις την μέλλουσαν κρίσιν, ότι εκρίθη προτήτερα, ουδέ ελέγχεται από εκείνο το φως, ότι εφωτίσθη εδώ προτήτερα, ουδέ εμβαίνει εις τούτο το πυρ να κατακαίεται αιωνίως, ότι εμβήκεν εδώ προτήτερα, και εκρίθη, ουδέ συλλογίζεται ότι τότε μόνον εφάνη η ημέρα Κυρίου, διατί εκείνος έγινεν όλος ημέρα φωτεινή, και λαμπρά, από την συναναστροφήν και ομιλίαν του Θεού». Οσο για τον αμαρτωλό, τα πράγματα θα είναι αιφνίδια: «Και ειπέ με τον εαυτόν σου . ανίσως τώρα οπού είμαι εις τούτον τον κόσμον δεν βλέπω το φως της θείας χάριτος, αλλά ευρίσκομαι μέσα εις το σκότος, βεβαιότατα και ύστερα από τον θάνατον μέσα εις το σκότος έχω να ευρίσκομαι, και εξάπαντος έχει να έλθη εις εμέ η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, και τότε έχει να γένη έξαφνα εις εμέ αιώνιος όλεθρος».

Ο Κύριος μας συμβουλεύει να είμαστε κάθε στιγμή, έτοιμοι. «Εστωσαν υμών αι οσφύες περιεζωσμέναι». Τα λόγια του αυτά μας θυμίζουν την εντολή που έδωσε στους Ισραηλίτας στην Αίγυπτο: «Αι οσφύες υμών περιεζωσμέναι, και τα υποδήματα εν τοις ποσίν υμών, και αι βακτηρίαι εν ταις χερσίν υμών» (Εξόδ. Ιβ΄ 11).

Ετοιμοι για τη μεγάλη μας «έξοδο». Τότε οι Ισραηλίται έφυγαν από την Αίγυπτο για την γη της επαγγελίας, εμείς πρέπει να φύγωμε από τον κόσμο της φθοράς και του σκότους για το βασίλειο της αφθαρσίας και του φωτός.

Και συνεχίζει ο Κύριος: «Και οι λύχνοι καιόμενοι». Αυτό μας θυμίζει την παραβολή των Δέκα Παρθένων που το συμπέρασμά της είναι: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν εν η ο Υιός του ανθρώπου έρχεται» (Λουκ. ιΙβ΄ 35, Ματθ. κε΄ 13).

Ας γρηγορούμε, λοιπόν, και ας φυλάμε τα ιμάτια της ψυχής, που είναι οι αρετές, γιατί ο Κύριος έρχεται σαν κλέπτης.

«Αθρόον ο Κριτής επελεύσεται και εκάστου αι πράξεις γυμνωθήσονται. Αλλά φόβω κράξωμεν εν μέσω της νυκτός» του βίου τούτου, ώστε ο Κύριος να φωτίση την σκοτεινή μας καρδιά να κατανοήση την βαρύτητα όλων αυτών των πραγμάτων και να φροντίζη να ενδύεται με πίστι και αρετή.

Σ ύ ν θ η μ α
«Γρηγορώμεν και νήφωμεν»
(Α΄ Θεσσ. ε΄ 6)

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Αρχ. Αθανασίου Μυτιληναίου
(Από τους Μακαρισμούς της Αποκαλύψεως)


ΠΗΓΗ
http://www.impantokratoros.gr/

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Πέμ 03 Μάιος 2012, 16:52 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος (4)
Δ'«Μακάριοι» οι εις το Δείπνον του Γάμου του Αρνίου κεκλημένοι» (Αποκ. ιθ΄ 9)
Αρχ. Αθανασίου Μυτιληναίου
(Από τους Μακαρισμούς της Αποκαλύψεως)


Η αγάπη του Θεού αγκαλιάζει ολόκληρη τη δημιουργία, και ιδιαίτερα τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος, η ζωντανή αυτή εικόνα του Θεού, ρημαγμένη από τις διαβρωτικές επιδράσεις της αμαρτίας και της αποστασίας, καλείται μέσ' στην αγάπη του Θεού, να ξαναβρή «το αρχαίον της κάλλος» και να ζήση μέσα και σ' αυτή τη μακαριότητα της ζωής της Αγίας Τριάδος.

Γι' αυτό, και ο Δ΄ Μακαρισμός της Αποκαλύψεως μακαρίζει εκείνους που κλήθηκαν να λάβουν μέρος στο Αιώνιο Δείπνο της Βασιλείας του Θεού, στο μεγάλο πανηγύρι του Γάμου του Αρνίου, που είναι η ένωσι του Χριστού με την νύμφη Εκκλησία.

1. Οι Γάμοι του Αρνίου
Θέλοντας η Αγία Γραφή να εκφράση την ένωσι του Θεού με την Δημιουργία του, και ιδιαίτερα με τον άνθρωπο, την παρουσιάζει, με την ωραία εικόνα του γάμου.

Γιατί πώς να εκφρασθή για κείνο που δεν εκφράζεται; Πώς να παραστήση το ουράνιο και πνευματικό και αιώνιο μέσα στο στενό χώρο του γήινου και του υλικού;

Η Παλαιά Διαθήκη, την στενώτατη σχέσι του Θεού με τον περιούσιο λαό του, την θυγατέρα Σιών, την εκφράζει με γάμο. Γι' αυτό, και κάθε παρεκτροπή του λαού αυτού, χαρακτηρίζεται σαν πνευματική μοιχεία: «Πώς εγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών, πλήρης κρίσεως, εν η δικαιοσύνη εκοιμήθη εν αυτή, νυν δε φονευταί;» (Ησ. α΄ 21).
Με την ίδια γλώσσα μιλάει και ο Κύριος στην Καινή Διαθήκη για την γενεά του. (Πρβλ. Ματθ. ιβ΄ 39, Μάρκ. η΄ 38).

Η εικόνα του γάμου στην Καινή Διαθήκη γίνεται ακόμη πιο τελειοτέρα. Η Παραβολή των Δέκα Παρθένων και των Γάμων του υιού του βασιλέως είναι δείγματα χαρακτηριστικά.

Αλλά πίσω από την εικόνα του γάμου, τί ζητά ο λόγος του Θεού να εκφράση;

Ζητά να δείξη το μεγάλο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου που με την αμαρτία ξέπεσε από τη χάρι του Θεού και απεμακρύνθη από την μακαριότητά του.

Σχέδιο αρχικό του Θεού, για τον άνθρωπο, είναι, να περάση ο τελευταίος, από το «κατ' εικόνα» στο «καθ' ομοίωσιν» με την ελευθέρα συνεργασία θείας χάριτος και προσωπικής ανθρωπίνης προσπαθείας.

Αυτό το «καθ' ομοίωσιν» θα εξασφαλίση την ένωσι του ανθρώπου με τον Θεό.
Θα τον επαναφέρη στη μακαριότητα της ζωής της Αγίας Τριάδος.
Σαν προϋπόθεσι για να φθάση ο άνθρωπος στο «καθ' ομοίωσιν», είναι η πίστις και η αγάπη, οι δυο αυτοί πόλοι της πνευματικής ζωής. Κάτω από την αγάπη, υποδηλούται κάθε πρακτική αρετή, που στον Τρίτο Μακαρισμό της Αποκαλύψεως (ις' 15) χαρακτηρίζεται ως «ιματισμός» του κάθε πιστού, που χωρίς αυτόν μένει γυμνός, και συνεπώς ακατάλληλος για να γίνη δεκτός στους «Γάμους του Αρνίου» στην ένωσί του, δηλαδή, με τον Χριστό.

Ο πιστός που θα βρεθεί κάτω από τις συνθήκες εκείνες που θα του επιτρέψουν να ενωθή με τον Χριστό, αισθάνεται βαθειά και ανέκφραστη χαρά: «Χαίρωμεν και αγαλλιώμεθα και δώμεν την δόξαν αυτώ, ότι ήλθεν ο Γάμος του Αρνίου και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν. Και εδόθη αυτή ίνα περιβάληται βύσσινον λαμπρόν καθαρόν το γαρ βύσσινον τα δικαιώματα (δηλ. οι αρετές) των αγίων εστί».
Στην ένωσι αυτή, που επιτυγχάνεται μόνον μέσα στην Εκκλησία, μέσω των Μυστηρίων που παρέχει, καλούνται όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως. «Δεύτε εις τους Γάμους», λέγει σχετικά η Παραβολή (Ματθ. κβ΄ 4).

Δυστυχώς όμως, όπως φαίνεται, τόσον από την Παραβολή, όσο και από την πραγματικότητα, λίγοι μόνον ανταποκρίνονται στην πρόσκλησι αυτή.
Κύριο αίτιο, είναι η αμέλεια. «Οι δε αμελήσαντες απήλθον, ο μεν εις τον ίδιον αγρόν, ο δε εις την εμπορίαν αυτού». Ακόμη, αίτιο, μπορεί να χαρακτηρισθή για μερικούς, μια συνειδητή μάλλον εχθρική στάσι, σε ό,τι προέρχεται απ' το Θεό, μια αντίθεη, δηλ. συμπεριφορά: «Οι δε λοιποί κρατήσαντες τους δούλους αυτού ύβρισαν και απέκτειναν».

Ακόμη, ανάμεσα στους πιστούς, θα βρεθούν κι' εκείνοι που το ένδυμα των αρετών θα είναι ένα ράκος. Κι' αυτοί με τη σειρά τους θα κριθούν ακατάλληλοι για τους Γάμους.
Θα ακούσουν τότε: «εταίρε, πώς εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου;».
Γι' αυτό και η παραβολή κατακλείει: «Πολλοί είσι κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί».


2. Το Δείπνον της Βασιλείας
Κάποτε, ο Κύριος κλήθηκε σε ένα δείπνο.
Το θέμα της συζητήσεώς του ήταν η πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, προκειμένου να γίνη κατάλληλος πολίτης για τη Βασιλεία του Θεού. Ενας από τους καλεσμένους ενθουσιάστηκε από τα λόγια αυτά του Χριστού, και αναφωνεί: «Μακάριος ός φάγεται άρτον εν τη βασιλεία του Θεού».
Τί θα είναι όμως αυτό το Δείπνο της Βασιλείας του Θεού;
Ο Καισαρείας Ανδρέας, γράφει σχετικά: «Δείπνον δε Χριστού, η των σωζομένων εορτή και ευφροσύνη εναρμόνιος, ής μακάριοι οι τευξόμενοι και τω αγίω των καθαρών ψυχών νυμφίω εις τον αιώνιον νυμφώνα συνεισελευσόμενοι».

Δείπνον της Βασιλείας, είναι η γεύσι των αγαθών της Βασιλείας αυτής. Είναι η μετοχή στη δόξα και στη μακαριότητα της ζωής της Αγίας Τριάδος.

Οι άνθρωποι εκεί, θα λάμψουν σαν τον ήλιο.
Δάκρυ, πόνος, ασθένεια και θάνατος δεν θα υπάρχουν πια. Απέραντη χαρά και ειρήνη και αγάπη θα βασιλεύει εκεί (Αποκ. κα΄ 4).

Εκεί θα υπάρχει η αιώνια θεωρία του προσώπου του Θεού μέσα σ' ένα ατέλειωτο ύμνο της θριαμβευούσης Εκκλησίας που θα κινήται στην φωτοπλημμύρα της δόξης του Θεού (Αποκ. κβ΄ 4, 5). Μια πρόγευσι εκείνου του Δείπνου, είναι το Κυριακό Δείπνο, ο Μυστικός Δείπνος που παρετέθη από τον Κύριο κατά την Μεγάλη Πέμπτη, και που έκτοτε συνεχίζεται στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας στη Θ. Λειτουργία. Η Θεία Ευχαριστία, προανάκρουσμα, λοιπόν, των αγαθών εκείνων.

Κατά το Δείπνο εκείνο, είπε ο Χριστός τούτα τα λόγια: «Λέγω δε υμίν, ότι ου μη πίω απ' άρτι εκ τούτου του γενήματος της αμπέλου έως της ημέρας εκείνης όταν αυτό πίνω μεθ' υμών καινόν εν τη βασιλεία του Πατρός μου» (Ματθ. κς΄ 29).
Πραγματικά, το Δείπνο αυτό είναι πρόγευμα εκείνης της τελείας κοινωνίας που θα πραγματοποιηθή στο τραπέζι του Μεσσίου.

Θα είναι χαρά γεμάτη δόξα, χαρά ασύγκριτα διαφορετική από τις χαρές που δοκιμάζομε εδώ. Όλα τα αγαθά που περικλείει η φράσι: Βασιλεία του Θεού, συμβολίζονται με το Δείπνο και το κοινό τραπέζι.

Ευτυχισμένοι, πραγματικά εκείνοι που κλήθηκαν στο Μεγάλο Δείπνο της Βασιλείας του Θεού.

Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζωμε , ότι υπάρχουν και οι αντίποδες αυτού του μακαριστού Δείπνου. Είναι εκείνο το φρικτό Τραπέζι που συνδαιτημόνες και καλεσμένοι θα είναι τα κοράκια και τα όρνια του ουρανού, και παρατιθέμενα φαγητά, οι σάρκες των αμαρτωλών ανθρώπων (Αποκ. ιθ΄ 17, 18. Πρβλ. Ματθ. κδ΄ 28).
Μακάβριο δείπνο, που θα ετοιμασθή από τις υπάρξεις των ίδιων των αμαρτωλών.
«Και είδον ένα άγγελον εστώτα εν τω ηλίω, και έκραξεν εν φωνή μεγάλη λέγων πάσι τοις ορνέοις τοις πετομένοις εν μεσουρανήματι . δεύτε συνάχθητε εις το δείπνον το μέγα του Θεού, ίνα φάγητε σάρκας βασιλέων και σάρκας χιλιάρχων και σάρκας ισχυρών και σάρκας ίππων και των καθημένων επ' αυτών, και σάρκας πάντων ελευθέρων τε και δούλων, και μικρών και μεγάλων».

Ότι αυτοί θα είναι οι αμαρτωλοί που κόλλησαν την καρδία των στην ύλη και περιφρόνησαν την αγάπη του πλησίον και τις εντολές του Θεού, φαίνεται από μια περικοπή της Επιστολής του Αγ. Ιακώβου: «Αγε νυν οι πλούσιοι, κλαύσατε ολολύζοντες επί ταις ταλαιπωρίαις υμών ταις επερχομέναις. Ο πλούτος υμών σέσηπε και τα ιμάτια υμών σητόβρωτα γέγονεν, ο χρυσός υμών και ο άργυρος κατίωται, και ο ιός αυτών εις μαρτύριον υμίν έσται και φάγεται τας σάρκας υμών ως πυρ. Εθησαυρίσατε εν εσχάταις ημέραις. Ιδού ο μισθός των εργατών των αμησάντων τας χώρας υμών ο απεστερημένος αφ' ημών κράζει, και αι βοαί των θερισάντων εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ εισεληλύθασιν. Ετρυφήσατε επί της γης και εσπαταλήσατε, εθρέψατε τας καρδίας υμών ως εν ημέρα σφαγής» (ε΄ 1-7).

Καιρός, λοιπόν, να μελετήσωμε τον Μακαρισμό των καλεσμένων στο Δείπνο του Γάμου του Αρνίου. Και η μελέτη μας αυτή πρέπει να αρχίση με αυτοκριτική. Πρέπει να ερωτήση ο καθένας: είμαι άξιος εκείνου του Δείπνου; Γιατί αν αποδειχθή ανάξιος, τότε έχει να ακούση το φοβερό κατηγορητήριο από το στόμα του ιδίου του Κυρίου μας, που θα του πη: «Πείνασα την επιστροφή σου, και δεν με χόρτασες με την μετάνοιά σου. Δίψασα την σωτηρία σου και δεν μου έδωκες να πιώ. Γυμνός ήμουν από αρετές σου, και δεν με έντυσες. Ημουν στη σκοτεινή, στενή και μολυσμένη φυλακή της καρδιάς σου, και δεν θέλησες να με επισκεφθής και να με βγάλης στο φως. Ασθένησα από την αμέλειά σου και δεν με υπηρέτησες με τις καλές σου πράξεις. Λοιπόν, φεύγε, γιατί θέσι δεν έχεις κοντά μου» (Αγ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Λόγ. 57ος).

Οσο, λοιπόν, διατηρούμε την πνοή μας πάνω στη γη αυτή, μπορούμε να σκεφθούμε και να αποφασίσωμε σε ποιο δείπνο προτιμάμε να ανήκωμε. στο δείπνο των ορνέων ή στο Δείπνο της Βασιλείας του Θεού.

Σύνθημα
Να γίνω ένας καλεστός στο Δείπνο της Βασιλείας του Θεού


ΠΗΓΗ


http://www.impantokratoros.gr

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 10 Νοέμ 2012, 12:12 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Περί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου

Ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή ἐξέρχεται ἀπό ἀνατολῶν καί φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου”

(Ματθ. κδ΄ 27)


“Καί τότε φανήσεται τό σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου (ὁ τίμιος σταυρός) ἐν τῷ οὐρανῷ καί τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς καί ὄψονται τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς”

(Ματθ. κδ΄ 30)


“Ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) καί ἐκπορεύσονται οἱ τά ἀγαθά ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δέ τά φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως”

(Ἰωάννης ε΄ 29)


“Τοῦτο γάρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τήν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μή φθάσωμεν τούς κοιμηθέντας, ὅτι αὐτός ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καί ἐν σάλπιγγι Θεοῦ, καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καί οἱ νεκροί ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα”

(Α΄ Θεσ. δ΄ 15-17)


“Ἰδού ἔρχεται μετά τῶν νεφελῶν, καί ὄψεται αὐτόν πᾶς ὀφθαλμός καί οἵτινες αὐτόν ἐξεκέντησαν, καί κόψονται ἐπ’ αὐτόν πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς”

(Ἀποκ. α΄ 7)


“Καί εἶδον θρόνον μέγαν λευκόν καί τόν καθήμενον ἐπ’ αὐτῷ οὗ ἀπό τοῦ προσώπου ἔφυγεν ἡ γῆ καί ὁ οὐρανός, καί τόπος οὐχ εὑρέθη αὐτοῖς, καί εἶδον τούς νεκρούς, τούς μεγάλους καί τούς μικρούς, ἐστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου, καί βιβλία ἠνοίχθησαν καί ἄλλο βιβλίον ἠνοίχθη, ὅ ἐστι τῆς ζωῆς, καί ἐκρίθησαν οἱ νεκροί ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατά τά ἔργα αὐτῶν. Καί ἔδωκεν ἡ θάλασσα τούς νεκρούς τούς ἐν αὐτῇ, καί ὁ θάνατος καί ὁ ᾅδης ἔδωκαν τούς νεκρούς τούς ἐν αὐτοῖς, καί ἐκρίθησαν ἕκαστος κατά τά ἔργα αὐτῶν”

(Ἀποκ. κ΄ 11-13)

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τρί 09 Ιούλ 2013, 12:48 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Εἰς τὴν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου, καὶ περὶ συντελείας, καὶ εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου


Εικόνα

Πῶς ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος καὶ ἁμαρτωλὸς Ἐφραίμ, καὶ πλήρης πλημμελημάτων, θέλω δυνηθῇ νὰ διηγηθῶ τὰ ὑπὲρ τὴν δύναμίν μου! Ἀλλ' ἐπειδὴ ὁ Σωτὴρ διὰ τῆς εὐσπλαγχνίας του, τοὺς ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξε, καὶ δι' αὐτῶν τοὺς πανταχοῦ πιστοὺς κατεφώτισε, θέλει ἐνδυναμώσει καὶ ἡμῶν τὴν γλῶσσαν πρὸς ὠφέλειαν καὶ οἰκοδομήν, καὶ ἐμοῦ τοῦ λέγοντος καὶ πάντων τῶν ἀκροατῶν. Θὰ λαλήσω δὲ μὲ ὀδύνας, καὶ θὰ εἴπω μὲ στεναγμούς, περὶ τῆς συντελείας τοῦ κόσμου τούτου, καὶ περὶ τοῦ ἀναιδέστατου καὶ φοβεροῦ Δράκοντος, ὅστις μέλλει νὰ ταράξη πᾶσαν τὴν ὑπὸ τὸν οὐρανόν κτίσιν, καὶ νὰ ἐμβάλῃ δειλίαν, καὶ ὁλιγωρίαν, καὶ δεινήν ἀπιστίαν εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ νὰ ποίηση τέρατα καὶ σημεῖα καὶ φόβητρα, ὥστε, ἐὰν δυνηθῇ, νὰ πλανήσῃ καὶ τοὺς ἐκλεκτούς, καὶ νὰ ἀπατήσῃ πάντας διὰ ψευδῶν σημείων, καὶ διὰ φαντασμῶν τεράτων, ὑπὸ αὐτοῦ γενομένων. Διότι κατὰ συγχώρησιν τοῦ ἁγίου Θεοῦ λαμβάνει ἐξουσίαν ν' ἀπατήσῃ τὸν κόσμον· διότι ἐπληθύνθη ἡ ἀσέβεια τοῦ κόσμου, καὶ πανταχοῦ διάφορα κακά πράττονται. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ἠθέλησαν νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπό τοῦ Θεοῦ, καὶ ν' ἀγαπήσωσι τὸν Πονηρόν, διὰ τοῦτο ὁ ἄχραντος Δεσπότης συνεχώρησε.

Μέγας εἶναι ὁ ἀγών, ἀδελφοὶ, μάλιστα δὲ εἰς τοὺς πιστοὺς, κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους, ὅταν γίνωνται σημεῖα καὶ τέρατα ὑπ' αὐτοῦ τοῦ Δράκοντος ἐν πολλῇ ἐξουσία· ὅταν πάλιν δεικνύῃ ἑαυτόν ὡς Θεόν διὰ φοβερῶν φαντασμάτων, καὶ ἵπταται εἰς τὸν ἀέρα, καὶ πάντες οἱ δαίμονες σηκώνονται εἰς τὸν ἀέρα, ὡς ἄγγελοι, ἔμπροσθεν τοῦ τυράννου· διότι φωνάζει μετὰ δυνάμεως, ἀλλάσσων μορφάς· καὶ ἐκφοβίζων καθ' ὑπερβολήν ἅπαντας τοὺς ἀνθρώπους· τότε, ἀδελφοί, τίς θέλει εὑρεθῇ τετειχισμένος, καὶ μένων ἀσάλευτος, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ σημεῖον ἐν τῇ ψυχῇ του, δηλαδὴ τὴν ἁγίαν παρουσίαν τοῦ μονογενοὺς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν; ὅταν ἴδῃ τὴν ἀπερίγραπτον ἐκείνην θλίψιν, ἥτις γίνεται πανταχοῦ εἰς πᾶσαν ψυχήν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τελείως παραμυθίαν, οὔτε πάλιν ἄνεσιν ἐν γῇ καὶ θαλλάσσῃ· ὅταν ἴδῃ ὅτι συνταράσσεται ὁ σύμπας κόσμος, καὶ φεύγει ἕκαστος διὰ νὰ κρυβῇ εἰς τὰ ὄρη, καὶ ἄλλος μὲν ἀποθνήσκει τῆς πείνης· ἄλλος δὲ ἀναλύεται ὡς κηρὸς ἐν δεινῇ θλίψει, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν· ὅταν ἴδῃ ἅπαντα τὰ πρόσωπα δακρύοντα, καὶ μετὰ πόθου ἐρωτῶντας τοὺς ἀνθρώπους, μήπως ἀκούεται λόγος Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς; καὶ ἀκούει οὐδαμοῦ. Τὶς θέλει ὑποφέρει τὰς ἡμέρας ἐκείνας; Τὶς δὲ θὰ ὑπομείνῃ τὴν θλίψιν τὴν ἀφόρητον; ὅταν ἴδῃ σύγχυσιν τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς εἰς τὴν θέαν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἰδῆ ὅτι πολλοὶ προσκυνοῦσιν ἔμπροσθεν τοῦ τυράννου, καὶ κράζουσι μετὰ τρόμου, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Σωτὴρ ἡμῶν· ὅταν ἰδῇ ὅτι ἡ θάλασσα ταράσσεται, καὶ ἡ γῆ ξηραίνεται, οἱ οὐρανοί δὲν βρέχουσι, τὰ φυτὰ μαραίνονται· ἅπαντες δὲ οἱ ὄντες πρὸς ἀνατολάς, φεύγουσι πρὸς δυσμάς, ἐκ τῆς πολλῆς δειλίας καὶ πάλιν δὲ οἱ ὄντες πρὸς δυσμάς, φεύγουσι πρὸς ἀνατολάς μετὰ τρόμου, ὁ δὲ ἀναιδὴς εἰς πάντα τὰ πέρατα, ὥστε νὰ κηρύξῃ παρρησία, ὅτι βασιλεύς μέγας ἐφάνη μετὰ δόξης, ἔλθετε καὶ ἴδητε αὐτόν. Τὶς εἶναι ὁ ἔχων οὕτω ἀδαμαντίνην ψυχήν, ὥστε νὰ ὑποφέρῃ γενναίως ἅπαντα τὰ σκάνδαλα; Τὶς ἄρα ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὡς προεῖπον, ὥστε νὰ μακαρίσουσιν αὐτὸν πάντες οἱ ἄγγελοι;

Ἐγὼ φιλόχριστοι καὶ τέλειοι ἀδελφοί, ἐφοβήθην ἐξ αὐτῆς τῆς ἐνθυμίσεως τοῦ Δράκοντος, μελετῶν καθ' ἑαυτόν τὴν θλίψιν, ἥτις μέλλει νὰ γίνῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους· διότι αὐτὸς ὁ Δράκων εἶναι μιαρός, καὶ φοβερὸς εἰς τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα γίνεται πικρότερος εἰς τοὺς δυναμένους νὰ νικῶσι τὰ φαντάσματα αὐτοῦ. Διότι τότε θὰ εὑρεθῶσι πολλοί εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεόν, δυνάμενοι νὰ σωθῶσιν εἰς τὰ ὄρη, καὶ εἰς τὰ βουνά, καὶ εἰς τοὺς ἐρήμους τόπους μετὰ πολλῶν δεήσεων καὶ ὑπερβολικῶν κλαυθμῶν. Διότι ὁ ἅγιος Θεός, θεωρῶν αὐτοὺς εἰς τοιοῦτον ἀπερίγραπτον κλαυθμόν, καὶ εἰλικρινὴ πίστιν, εὐσπλαγχνίζεται αὐτοὺς· ὡς φιλόστοργος πατήρ, καὶ διατηρεῖ αὐτοὺς ὅπου ἐκρύβησαν· διότι ὁ παμμίαρος δὲν παύει τοῦ νὰ ζητῇ τοὺς ἁγίους κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν, νομίζων, ὅτι θέλει βασιλεύσει τοῦ λοιποῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πάντας ὑποτάσσει. Καὶ νομίζει ὁ ἄθλιος ὅτι θὰ ἀντισταθῇ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τὴν φοβεράν, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος ἐκ τῶν οὐρανῶν, μὴ γινώσκων ὁ ἄθλιος τὴν ἀσθένειαν καὶ ὑπερηφάνειαν αὐτοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐξέπεσεν.

Ὅμως ταράσσει τὴν γῆν ἐκφοβίζει τὰ σύμπαντα διὰ ψευδῶν μαγικῶν σημείων. Κατὰ τὸν καιρόν δὲ ἐκεῖνον, ὅταν ἔλθῃ ὁ Δράκων, δὲ ὑπάρχει ἄνεσις ἐπὶ τῆς γῆς· ἀλλὰ θλίψις μεγάλη, ταραχή, καὶ σύγχυσις, θάνατοι, καὶ πεῖνα εἰς πάντα τὰ πέρατα· διότι αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν διὰ τοῦ θείου αὑτοῦ στόματος εἶπεν· ὅτι τοιαύτα δὲν ἔγειναν ἀπ' ἀρχῆς τῆς κτίσεως. · Ἡμεῖς δὲ οἱ ἁμαρτωλοί, πῶς θὰ παρομοιάσωμεν τὸ ὑπέρμετρον καὶ άνέκφραστον αὐτῆς, άφού τοιουτοτρόπως τὴν ώνόμασεν ὁ Θεός;

Ἄς συλλογισθεί δὲ ἕκαστος ἀκριβῶς τὰς ἁγίας λέξεις τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος πῶς διὰ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν θλίψιν τὴν μεγάλην, κολοβώνει τὰς ἡμέρας τῆς θλίψεως, καθ' ὁ εὐσπλάγχνος, συμβουλεύων ἡμᾶς καὶ λέγων: «Προσεύχεσθε διὰ νὰ μὴ γείνῃ ἡ φυγή ἡμῶν ἐν καιρῷ χειμώνος, μήτε ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου.»(Ματθ. 24,20) , (Μαρκ. 13,18) Καὶ πάλιν. «Ἀγρυπνεῖτε πάντοτε δεόμενοι συνεχῶς διὰ νὰ καταξιωθῆτε νὰ ἐκφύγητε τὴν θλίψιν καὶ νὰ σταθῆτε ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ καιρὸς εἶναι ἐγγύς» (Λουκ. 21,36). Ἄς δεηθῶμεν συνεχῶς μὲ δάκρυα καὶ προσευχάς νύκτα καὶ ἡμέραν· προκόπτοντες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ σωθῶσιν οἱ ἁμαρτωλοί. Έάν τις ἔχῃ δάκρυα καὶ κατάνυξιν, ἄς δεηθῇ εἰς τὸν Κύριον, διὰ νὰ ρυσθῶμεν ἀπό τὴν θλίψιν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν γήν διότι θὰ γείνωσι κατὰ τόπους λιμοί, σεισμοί, καὶ θάνατοι διάφοροι ἐπὶ τῆς γῆς. Γενναία θὰ ἦναι ἡ ψυχή, ἥτις θὰ δυνηθῇ νὰ κράτησῃ ἑαυτήν ἀπηλλαγμένην ἀπό τὰ σκάνδαλα ταῦτα. Διότι ἐὰν εὑρεθεῖ ἄνθρωπος νὰ άδιαφορῇ, εὔκολα πολιορκεῖται καὶ γίνεται αἰχμάλωτος τοῦ Δράκοντος τοῦ πονηροῦ καὶ δολίου, καὶ ὁ τοιοῦτος εὑρίσκεται ἀσυγχώρητος εἰς τὴν κρίσιν, διότι ἐπίστευσεν εἰς τὸν Τύραννον ἐκουσίως. Πολλῶν προσευχῶν καὶ δακρύων ἔχομεν ἀνάγκην ἀγαπητοί, διὰ νὰ εὑρεθῶμεν ἀκλόνητοι εἰς τοὺς πειρασμούς. Διότι πολλά εἶναι τὰ φαντάσματα, τὰ ὁποία γίνονται ἀπό τὸ θηρίον. Διότι ἐπειδὴ εἶναι Θεόμαχον θέλει ὅλοι ν' ἀπολεσθῶσι διότι τοιοῦτον τρόπον μεταχειρίζετα ὁ Τύραννος, ὥστε ὅλοι νὰ βαστάζωσι τὴν σφραγίδα τοῦ Θηρίου ὅταν θὰ ἔλθῃ ν' ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα.

Προσέχετε, ἀδελφοί μου, τὴν ὑπερβολήν τοῦ θηρίου διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας. Ἄρχεται ἀπό τὴν γαστέρα ἵνα ὅταν τις στενοχωρηθῇ μὴ ἔχων φαγητά, ἀναγκασθῆ νὰ λάβῃ τὴν σφραγίδα ἐκείνου, ὄχι ὡς ἔτυχεν, εἰς πᾶν μέρος τοῦ σώματος, ἀλλ' εἰς τὴν δεξιάν χείρα καὶ εἰς τὸ μέτωπον, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἐξουσίαν ὁ ἄνθρωπος νὰ κάμῃ μὲ αὐτήν τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, μήτε πάλιν εἰς τὸ μέτωπον νὰ σημειώσῃ τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Κυρίου. Διότι γνωρίζει ὁ ἄθλιος, ὅτι ὅταν ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου σφραγισθῇ ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου λύει πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ Ἐχθροῦ καὶ διὰ τοῦτο σφραγίζει τὴν δεξιάν τοῦ ἀνθρώπου.

Λοιπόν, ἀδελφοί μου, φρικτὸς εἶναι ὁ ἀγὼν εἰς ὅλους τοὺς φιλοχρίστους ἀνθρώπους, ἵνα μέχρις ὥρας τοῦ θανάτου μὴ δειλιάσωσι, μηδὲ ἀμελήσωσιν, ὅταν χαράσσῃ ὁ Δράκων τὴν σφραγῖδά του, ἀντὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Διότι πάντα τρόπον μεταχειρίζεται, ἵνα οὐδόλως ὀνομάζηται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος εἰς τὸν καιρόν τοῦτον. Τοῦτον δὲ κάμνει φοβούμενος καὶ τρέμων τὴν ἁγίαν δύναμιν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν. Διότι ἐὰν τις δέν σφραγίζηται μὲ τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, δὲν γίνεται αἰχμάλωτος εἰς τὰ φαντάσματα ἐκείνου, οὔτε ὁ Κύριος ἀπομακρύνετα ἀπ' αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸν φοβίζει καὶ τὸν σύρει, πρὸς ἑαυτόν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ἀδελφοί, μετὰ πάσης ἀκριβείας, ὅτι τὰ φαντάσματα τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἀποτρόπαια. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν ἔρχεται μὲ γαλήνην διὰ ν' ἀποκρούση δι' ἡμᾶς τὰ τεχνάσματα τοῦ Θηρίου. Τὴν στερεὰν πίστιν τοῦ Χριστοῦ εἰλικρινώς βαστάζοντες, θὰ κάμωμεν τὴν δύναμιν τοῦ τυράννου εὐκλόνιστον. Ἄς ἀποκτήσωμεν λογισμόν ἀμετάθετον καὶ σταθερότητα, καὶ τότε ἀπομακρύνεται ἀφ' ἡμῶν ὁ ἀσθενής ἐχθρός, μὴ ἔχων τὶ νὰ κάμῃ. Ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀδελφοί φιλόχριστοι, ἄς μὴ γινώμεθα μαλθακοί, ἀλλὰ μᾶλλον δυνατοὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀπαραίτητος ἀγὼν εἶναι ἐπὶ θύρας· ἄς ἀναλάβωμεν λοιπόν τὸν θυρεόν τῆς πίστεως. Ἕτοιμοι λοιπόν γίνεσθε καθώς πιστοὶ οἰκέται, μὴ δεχόμενοι ἄλλον· ἐπειδὴ ὁ κλέπτης, καὶ ἀλάστωρ, καὶ ἄσπλαγχνος μέλλει νὰ ἔλθῃ πρῶτος εἰς ὡρισμένους καιρούς, θέλων νὰ κλέψῃ, νὰ θύσῃ, καὶ νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἐκλεκτὴν ποίμνην τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος Χριστοῦ, καὶ ἐπὶ τούτω ἀναλαμβάνει σχῆμα τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος.

Ἄς μάθωμεν, ὦ φίλοι, μὲ ποῖον σχῆμα ἔρχεται εἰς τὴν γῆν ὁ ἀναίσχυντος ὄφις. Ἐπειδὴ ὁ Σωτήρ, θέλων νὰ σώσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος, ἐτέχθη ἐκ Παρθένου, καὶ ἐν σχήματι ἀνθρώπου ἐπάτησε τὸν ἐχθρόν μὲ τὴν ἁγίαν δύναμιν τῆς Θεότητος Αὐτοῦ, ἠθέλησε καὶ οὗτος ν' ἀναλάβῃ τὸ σχῆμα τῆς αὐτοῦ παρουσίας διὰ νὰ μᾶς ἀπατήσῃ. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν γῆν ἐν νεφέλαις φωτειναῖς ὡς ἀστραπὴ φοβερά, ὁ δὲ ἐχθρὸς δὲν θὰ ἔλθῃ τοιουτοτρόπως, διότι εἶναι ἀποστάτης. Γεννᾶται μὲν ἀκριβῶς ἐκ κόρης μιαρᾶς, ἀλλὰ δὲν σαρκοῦται τοιουτοτρόπως. Θά ἔλθῃ δὲ ὁ παμμίαρος ἐν σχήματι τοιούτω, ὡς κλέπτης, διὰ νὰ ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα. Θά ᾖναι ταπεινός, ἥσυχος, θὰ μισῇ τὴν ἀδικίαν, θὰ ἀποστρέφηται τὰ εἴδωλα, θὰ προτιμᾷ τὴν εὐσέβειαν, ἀγαθός, φιλόπτωχος, εὐηδὴς καθ' ὑπερβολήν, εὐκατάστατος, ἱλαρὸς εἰς ὅλους, θὰ τιμᾷ πολὺ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ προσμένουσι τὴν ἔλευσιν ἐκείνου.

Μεταξὺ δὲ πάντων τούτων, θὰ ἐκτελῇ σημεῖα καὶ τέρατα, φόβητρα μὲ πολλὴν ἐξουσίαν, θὰ προσπαθῇ δολίως νὰ ἀρέσῃ εἰς ὅλους, διὰ νὰ ἀγαπηθῇ ταχέως ἀπὸ πολλούς, δὲν θὰ λάβῃ δῶρα, δὲν θὰ λαλήσῃ μεθ' ἡμῶν, θὰ φαίνηται κατηφής, θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς εὐταξίας, ἕως οὗ βασιλεύσῃ. Ὅταν λοιπὸν ἴδωσι λαοὶ πολλοὶ καὶ δῆμοι τοιαύτας ἀρετὰς καὶ δυνάμεις, ἑννοῦνται ὅλοι συγχρόνως μὲ μίαν γνώμην, καὶ μὲ χαρὰν μεγάλην κηρύσσουσι αὐτὸν βασιλέαν, λέγοντες μεταξύ των. Μήπως ἆρα εὑρίσκεται ἄνθρωπος ἄλλος τόσον ἀγαθὸς καὶ δίκαιος; Ἀνορθοῦται δὲ εὐθέως ἡ βασιλεία ἐκείνου, καὶ θὰ παρατάξῃ μεθ' ἡμῶν τρεῖς βασιλεῖς μεγάλους. Ἔπειτα ὑψοῦται ἡ καρδία του καὶ θὰ ἐμέσῃ ὁ Δράκων τὴν πικρότητά του. Ταράσσων δὲ τὴν οἰκουμένην κινεῖ τὰ πέρατα, θλίβει τὰ σύμπαντα, καὶ μιαίνει τὰς ψυχάς. Ὄχι πλέον ὡς εὐλαβής, ἀλλὰ πολὺ αὐστηρὸς εἰς ὅλα· Ἀπότομος, ὀργίλος, θυμώδης, ἀκατάστατος, φοβερός, ἀηδής, καὶ προσπαθῶν νὰ έμβάλῃ εἰς τὸν βόθρον τῆς ἀσεβείας ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος. Πληνθύνει σημεῖα ψευδῶς, καὶ ὄχι ἀληθῶς· καὶ ἐνῷ παρίσταται, πολὺς λαὸς καὶ εὐφημεῖ αὐτόν, βάλλει φωνήν ἰσχυράν, ὥστε νὰ σαλευθῇ ὁ τόπος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἴστανται οἱ ὄχλοι, λέγων. Γνωρίσατε ὅλοι οἱ λαοὶ τὴν δύναμίν μου καὶ τὴν ἐξουσίαν· μεταθέτει ὄρη, καὶ ἀνάγει νήσους ἀπό τὴν θάλασσαν μὲ πλάνην καὶ φαντασίαν καὶ ἐνῷ πλανᾷ τὸν κόσμον καὶ φαντάζει τὰ σύμπαντα, πολλοὶ θὰ δοξάζωσι καὶ θὰ πιστεύωσιν αὐτὸν θεὸν ἱσχυρόν.

Τότε θὰ θρηνῇ δεινῶς καὶ θὰ στενάζῃ πᾶσα ψυχή· τότε ὅλοι θὰ ὑποφέρωσι θλῆψιν ἀπαραμύθητον, ἡ ὁποία θὰ κατέχῃ αὐτοὺς νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκωσιν οὐδαμοῦ παρηγορίαν. Τότε θὰ ἀποθνήσκωσι τὰ νήπια εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, καὶ πάλιν ἡ μήτηρ θὰ ἀποθνήσκῃ ἐπάνω εἰς τὸ παιδίον· καὶ ὁ πατὴρ μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων τοῦ θ' ἀποθνήσκῃ εἰς τὰ αγοράς, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις νὰ θάψῃ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς βάλῃ εἰς μνῆμα. Ἀπό τὰ πολλὰ δὲ θνησιμαῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ρίπτονται εἰς τὰς πλατείας, θὰ ὑπάρχῃ παντοῦ δυσωδία, ἡ ὁποία θὰ στενοχωρῇ πολὺ τοὺς ζῶντας. Τὸ πρωῒ ὅλοι θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης καὶ στεναγμῶν πότε θὰ γίνῃ ἑσπέρα νὰ ἀναπαυθῶμεν ὀλίγον; ὅταν δὲ θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ ἑσπέρα θὰ λέγωμεν μὲ πικρότατα δάκρυα, πότε ἆρα θὰ φώτισῃ διὰ ν' ἀποφύγωμεν τὴ θλίψιν, ἡ ὁποία μᾶς κυριεύει; Καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τόπος νὰ φύγῃ τις καὶ νὰ κρυβῇ, διότι τὰ πάντα θὰ ταραχθῶσι καὶ ἡ θάλασσα καὶ ἡ ξηρά.

Διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ Κύριος: Γρηγορεῖτε δεόμενοι ἀδιαλείπτως νὰ διαφύγητε τὴν θλῖψιν· θὰ ἦναι δυσωδίᾳ ἐν θαλάσσῃ, δυσωδίᾳ ἐπὶ τῆς γῆς, λιμοί, σεισμοί, ἐν θαλάσσῃ σύγχυσις, ἐπὶ τῆς γῆς σύγχυσις, ἐν θαλάσσης φόβητρα, φόβητρα ἐπὶ τῆς γῆς. Χρυσὸς πολύς καὶ ἄργυρος, καὶ μεταξωτά ἱμάτια, ἀλλὰ δέν θέλουσιν ὠφελήσει εἰς τὴν θλίψιν ἐκείνην, καὶ πάντες οἱ ἄνθρωποι μακαρίζουσι τοὺς ὅσοι ἀπέθανον πρίν ἔλθῃ ἡ μεγάλη θλῖψις ἐπὶ γῆς. Διότι ρίπτεται καὶ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος εἰς τὰς πλατείας, καὶ οὐδείς ἐγγίζει αὐτά· ἐπειδὴ ὅλα εἶναι βδελυκτά. Πάντες σπουδάζουσι νὰ διαφύγωσι καὶ νὰ κρυβῶσιν, ἀλλ' οὐδαμοῦ εὑρίσκουσι τόπον διὰ νὰ κρυβῶσιν ἐκ τῆς θλίψεως. Πρὸς δὲ τούτοις μετὰ τοῦ λιμοῦ καὶ τῆς θλίψεως, καὶ τοῦ φόβου, εὑρίσκονται θηρία καὶ ἑρπετά δάκνοντα, ἔσωθεν φόβος καὶ ἔξωθεν τρόμος· καὶ ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἡμέρα θνησιμαῖα κεῖνται εἰς τὰς πλατείας. Εἰς πλατείας δυσωδία, εἰς τὰς οἰκίας δυσωδία, εἰς τὰς πλατείας πεῖνα καὶ δίψα, εἰς τὰς οἰκίας πεῖνα καὶ δίψα· εἰς τὰς πλατείας φωνὴ κλαυθμοῦ, εἰς τὰς πλατείας θόρυβος, εἰς τὰς οἰκίας θόρυβος· εἰς ἕκαστος μετὰ κλαυθμοῦ συναντᾷ τὸν ἕτερον· πατὴρ τὸ τέκνον καὶ υἱὸς τὸν πατέρα, μήτηρ τὴν θυγατέρα, φίλοι μετὰ φίλων ἐναγκαλισθέντες ἐκλείπουσι καὶ ἀδελφοί μετὰ ἀδελφῶν ἐναγκαλισθέντες ἀποθνήσκωσιν. Ἐμαράνθησαν καὶ τὰ κάλλη τοῦ προσώπου πάσης σαρκός. Γίνονται δὲ αἱ μορφαὶ τῶν ἀνθρώπων ὡς νεκροῦ. Γίνεται βδελυκτὸν καὶ μισητὸν τὸ κάλλος τῶν γυναικῶν. Θέλει μαρανθῇ πᾶσα σάρξ, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι δὲ ὅσοι ἐπείσθησαν εἰς τὸ φοβερόν θηρίον, καὶ ἔλαβον τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, τὸν δυσεβῆ χαρακτῆρα τοῦ μιαροῦ, προστρέχοντες πρὸς αὐτὸν θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης. Δὸς εἰς ἡμᾶς νὰ φάγωμεν καὶ νὰ πίωμεν, διότι πάντες ἀποθνήσκομεν τῆς πείνης, καὶ ἀποδίωξον ἀφ' ἡμῶν πάντα τὰ ἰοβόλα θηρία. Καὶ μὴ ἔχων ὁ ἄθλιος ἀποκρίνεται πολὺ ἀποτόμως λέγων "πόθεν ἐγὼ θὰ δώσω εἰς ὑμᾶς νὰ φάγητε καὶ νὰ πίητε, ὦ ἄνθρωποι, ὁ οὐρανὸς δέν θέλει νὰ δώσῃ βροχήν εἰς τὴν γῆν· ἡ γῆ πάλιν δέν ἔδωκε διόλου θέρος ἤ γεννήματα. Ἀκούοντες δὲ ταῦτα οἱ λαοί, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι, μὴ ἔχοντες παντελῶς παραμυθίαν θλίψεως, ἀλλὰ θὰ γίνῃ εἰς τὴν θλίψιν αὐτῶν θλίψις ἀπερίγραπτος, διότι τόσον προθύμως ἐπίσπευσαν εἰς τὸν Τύραννον. Διότι ἐκεῖνος ὁ ἄθλιος δὲν δύναται οὐδὲ ἑαυτὸν νὰ βοηθήσῃ, καί πῶς θὰ ἐλεήσῃ αὐτούς;

Εἰς ἐκείνας τὰς ἡμέρας θὰ γίνῃ μεγάλη ἀνάγκη ἐκ τῆς πολλῆς στενοχώριας τοῦ Δράκοντος καὶ τοῦ φόβου, καὶ τοῦ σεισμοῦ, καὶ τοῦ ἤχου τῆς θαλάσσης, καὶ τοῦ λιμοῦ, καὶ τῆς δίψης, καὶ τῶν δηγμάτων τῶν θηρίων. Πάντες δὲ οἱ λαβόντες τὴν σφραγῖδα τοῦ Ἀντίχριστου, καὶ προσκύνησαντες αὐτόν, ὡς τὸν ἀγαθὸν Θεόν, δέν θέλουσιν ἔχει μερίδα εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μετὰ τοῦ Δράκοντος θὰ βληθῶσιν εἰς τὴν γέενναν. Μακάριος ὁ εὑρεθείς πανάγιος καὶ πάμπιστος, καὶ ἔχων δεδομένην τὴν καρδίαν αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ἀδιστάκτως· διότι ἀφόβως θὰ ἀποκρούσῃ τὰς ἐρωτήσεις τοῦ πονηροῦ, καταφρονῶν καὶ τὰς βασάνους, καὶ τὰς φαντασίας αὐτοῦ. Πρὶν δὲ ταῦτα γίνωσι, θ' ἀποστείλῃ ὁ Κύριος, Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην καὶ τὸν Ἐνώχ, ὡς εὔσπλαχνος, διὰ νὰ παρακινήσωσιν εἰς τὴν εὐσέβειαν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, κηρύξωσι παρρησίᾳ τὴν θεογνωσίαν εἰς πάντας τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ μὴ πιστεύσωσιν εἰς τὸν Τύραννον ἕνεκα φόβου, καὶ θέλουσι κράζει καὶ λέγει "Πλάνος εἶναι, ὦ ἄνθρωποι, ἄς μὴ πιστεύσῃ κανεὶς εἰς αὐτὸν παντελῶς, μηδὲ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὸν θεόμαχον" ἄς μὴ φοβηθῇ κανείς ἐξ ὑμῶν, διότι ταχέως θὰ ἀφανισθῇ· Ἰδοὺ ἔρχεται ἐξ οὐρανοῦ ὁ Κύριος διὰ νὰ κρίνῃ πάντας, ὅσοι ἐπίσθησαν εἰς τὰ σημεῖα αὐτοῦ, ἀλλ' ὀλίγοι εἶναι τότε οἱ θέλοντες νὰ ὑπακούσωσι, καὶ νὰ πιστεύσωσιν εἰς τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν. Ταῦτα δὲ ποιεῖ ὁ Σωτήρ, ἵνα δείξῃ τὴν ἄφατον αὐτοῦ φιλανθρωπίαν· ὅτι οὐδὲ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον δέν ἀφίνει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἄνευ κηρύγματος, διὰ νὰ ὦσι πάντες ἀναπολόγητοι εἰς τὴν κρίσιν.

Πολλοὶ δὲ τῶν ἁγίων, ὅσοι τότε θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἔλευσιν τοῦ μιαροῦ, χύνουσιν ποταμηδὸν τὰ δάκρυα μετὰ στεναγμῶν πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ἅγιον, διὰ νὰ λυτρωθῶσιν ἀπό τὸν Δράκοντα, καὶ φεύγουσι μετὰ μεγάλης σπουδῆς εἰς τὰς ἐρὴμους, καὶ κρύπνονται εἰς τὰ ὄρη, καὶ τὰ σπήλαια μετὰ φόβου· καὶ πασπαλίζουσι χῶμα καὶ στάχτην εἰς τὰς κεφαλάς, παρακαλοῦντες νύκτα καὶ ἡμέραν μετὰ πολλῆς ταπεινώσεως. Καὶ ὁ ἅγιος Θεὸς θέλει χαρίσει τοῦτο εἰς αὐτοὺς· δηλαδὴ ὁδηγεῖ αὐτοὺς ἡ χάρις εἰς ὡρισμένους τόπους, καὶ σώζονται κρυπτόμενοι εἰς τὰς ὀπὰς καὶ τὰ σπήλαια, μὴ βλέποντες τὰ σημεῖα καὶ τὰ φόβητρα τοῦ ἀντίχριστου.

Διότι ἡ ἔλευσις τούτου γίνεται γνωστὴ εἰς τοὺς ἔχοντας τὸν νοῦν προσηλωμένον εἰς τὰ ἄνω, εἰς δὲ τοὺς ἔχοντας τὸν νοῦν εἰς βιωτικά πράγματα καὶ ποθοῦντας τὰ γήινα, δὲν θὰ γίνῃ φανερὸν τοῦτο. Διότι ὅστις εἶναι δεδεμένος πάντοτε εἰς βιωτικὰ πράγματα, καὶ ἄν ἀκούσῃ, ἀπιστεῖ, καὶ βδελύσεται τὸν λέγοντα. Οἱ δὲ ἅγιοι θέλουσιν ἐνδυναμωθῆ, διότι πάντοτε ἀπέρριψαν τὴν μέριμναν τοῦ βίου τούτου. Τότε πενθεῖ πᾶσα ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα, καὶ ὁ ἀὴρ πενθεῖ, συγχρόνως δὲ καὶ τὰ ἄγρια ζῶα, μετὰ τῶν πτεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, πενθοῦσιν ὄρη, καὶ βουνά, καὶ τὰ δένδρα τῶν πεδιάδων, πενθοῦσι δὲ καὶ οἱ φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ διὰ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ὅτι πάντες ἐξέκλιναν ἀπό τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ ἐπίστευαν εἰς τὸν πλάνον, δεχθέντες τὸ σημεῖον τοῦ μιαροῦ καὶ θεομάχου, ἀντὶ τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος.

Πενθεῖ ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα, διότι αἰφνιδίως κατέπαυσεν ἡ φωνὴ τῆς ψαλμωδίας καὶ τῆς προσευχῆς ἐκ στόματος ἀνθρώπου. Πενθοῦσι πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Χριστοῦ πένθος μέγα, διότι δὲν λειτουργεῖται ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ προσφορά.

Ὅταν λοιπὸν συμπληρωθῶσιν οἱ τρεῖς καιροὶ καὶ ἥμισυς τῆς ἐξουσίας καὶ πράξεως τοῦ μιαροῦ, καὶ ὅταν ἐκληρωθῶσι πάντα τὰ σκάνδαλα πάσης τῆς γῆς, θὰ ἔλθῃ ἐπὶ τέλους ὁ Κύριος, ὡς ἀστραπὴ ἀστράπτων ἐξ οὐρανοῦ, ὁ ἅγιος, καὶ ἄχραντος καὶ φοβερός, καὶ ἔνδοξος Θεὸς ἡμῶν μετὰ δόξης ἀκατανόητου, προτρεχόντων ἐνώπιον τῆς δόξης αὐτοῦ τῶν ταγμάτων τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πάντες φλόγες πυρός, καὶ ποταμὸς πλήρης πυρὸς μετὰ φοβέρας ἀνεμοζάλης. Τὰ χερουβείμ ἔχοντα τὸ ὄμμα κάτω, καὶ τὰ Σεραφείμ ἱπτάμενα καὶ κρύπτοντα τὰ πρόσωπα καὶ τοὺς πόδας εἰς τὰς πυρίνας πτέρυγας, θέλουσι κράξει μετὰ φρίκης. Ἐγείρεσθε, οἱ κοιμώμενοι· Ἰδού, ἦλθεν ὁ Νυμφίος. Ἀνοίγονται δὲ τὰ μνήματα, καὶ ὡς ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἐγείρονται πᾶσαι αἱ φυλαί, καὶ βλέπουσιν εἰς τὸ κάλλος τὸ ἅγιον τοῦ Νυμφίου, καὶ μύριαι μυριάδες, καὶ χίλιαι χιλιάδες ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, καὶ ἀναρίθμητοι στρατιαί, χαίρουσι χαρὰν μεγάλην, ἅγιοι δὲ καὶ δίκαιοι, καὶ πάντες οἱ μὴ λαβόντες τὴν σφραγῖδα τοῦ Δράκοντος καὶ ἀσεβοῦς ἀγάλλονται. Καὶ ἄγεται ὁ Τύραννος δεδεμένος ὑπὸ ἀγγέλων μετὰ πάντων τῶν δαιμόνων ἐνώπιον τοῦ βήματος, καὶ οἱ λαβόντες τὴν σφραγίδα αὑτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἁμαρτωλοὶ δεδεμένοι· καὶ δίδει ὁ βασιλεὺς τὴν κατ' αὐτῶν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης εἰς τὸ πὺρ τὸ ἄσβεστον. Ἀμήν.

Λοιπόν ἀδελφοί μου πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διότι δὲν γνωρίζομεν τὴν ὥραν τοῦ θανάτου μας ἐπειδὴ ἔρχεται ξαφνικά καὶ μᾶς πέρνει. Πρέπει νὰ ξεμολογόμαστε νὰ δίνωμαι ἐλεημοσύνη καὶ νὰ μεταλαμβάνωμαι.

ΤΕΛΟΣ

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τετ 10 Ιούλ 2013, 08:24 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας - Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας

Φοβοῦμαι τὸν θάνατον, ὅτι πικρός μοί ἐστι.
Φοβοῦμαι τὴν γέενναν, ὅτι ἀτελεύτητός ἐστι.
Φοβοῦμαι τὸν τάρταρον, ὅτι οὐ μετέχει θέρμης.
Φοβοῦμαι τὸ σκότος, ὅτι οὐ μετέχει φωτός.
Φοβοῦμαι τὸν σκώληκα τὸν ἰοβόλον, ὅτι ἀτελεύτητός ἐστι.
Φοβοῦμαι τοὺς ἀγγέλους τοὺς ἐπὶ τῆς κρίσεως, ὅτι ἀνελεήμονές εἰσι.
Φοβοῦμαι ἐννοῶν τῆς ἡμέρας ἐκείνης τὸ φοβερὸν καὶ ἀδέκαστον δικαστήριον, τὸ βῆμα τὸ φρικῶδες, τὸν δικαστὴν τὸν ἀδέκαστον.

Φοβοῦμαι τὸν ποταμὸν τοῦ πυρὸς, τὸν πρὸ τοῦ βήματος ἐκείνου συρόμενον, καὶ σφοδροτάτῃ κατακλάζοντα τῇ φλογὶ, τὰς ἠκονημένας ῥομφαίας.
Φοβοῦμαι τὰς ἀποτόμους τιμωρίας.
Φοβοῦμαι τὴν κόλασιν τὴν οὐκ ἔχουσαν τέλος.
Φοβοῦμαι τὸν ζόφον τὸν ἀφεγγῆ.
Φοβοῦμαι τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον.
Φοβοῦμαι τὰ δεσμὰ τὰ ἄλυτα, τὸν βρυγμὸν τῶν ὀδόντων, τὸν κλαυθμὸν τὸν ἀπαραμύθητον.
Φοβοῦμαι τοὺς ἀφύκτους ἐλέγχους·
οὐδὲν γὰρ κατηγόρων δεῖται ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, οὔτε μαρτύρων, οὔτε ἀποδείξεων, οὔτε ἐλέγχων·
ἀλλ' ὅσα ἐπράξαμεν, καὶ ἐλαλήσαμεν, καὶ ἐβουλευσάμεθα, φέρει εἰς μέσον πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν πεπλημμεληκότων.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Τότε οὐδεὶς ὁ παριστάμενος, καὶ ἐξαρπάζων τῆς τιμωρίας, οὐ πατὴρ, οὐ μήτηρ, οὐχ υἱὸς, οὐχὶ θυγάτηρ, οὐκ ἄλλος τις τῶν συγγενῶν, οὐ γείτων, οὐ φίλος, οὐ συνήγορος, οὐ χρημάτων δόσις, οὐ πλούτου περιουσία, οὐ δυναστείας ὄγκος·
ἀλλὰ ταῦτα πάντα ὥσπερ κόνις εἰς σποδὸν ἐλήλαται, καὶ μόνος κρινόμενος ἀπὸ τῶν αὐτῷ πεπραγμένων, τὴν ἐλευθεροῦσαν, ἢ τὴν καταδικάζουσαν ὑπομένει ψῆφον.

Οἴμοι! οἴμοι! τῆς συνειδήσεως ἐλεγχούσης με, καὶ τῆς γραφῆς βοώσης, καὶ διδασκούσης με·
ὦ ψυχὴ, τῶν μιασμάτων, καὶ παρὰ σοὶ ἐβδελυγμένων ἔργων!
Οἴμοι, ὅτι τὸν ναὸν τοῦ σώματος ἔφθειρα, καὶ τὸ ἅγιόν σου Πνεῦμα ἐλύπησα! ὦ Θεὲ, ἀληθινά σου τὰ ἔργα, καὶ δικαία ἡ κρίσις σου, καὶ εὐθεῖαι αἱ ὁδοί σου, καὶ ἀνεξιχνίαστα τὰ κρίματά σου.
∆ιὰ πρόσκαιρον ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, ἀθάνατα βασανίζομαι·
δι' ἡδονὴν σαρκὸς, τῷ πυρὶ παραδίδομαι.
∆ικαία ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ·
ἐκαλούμην, καὶ οὐχ ὑπήκουον·
ἐδιδασκόμην, καὶ οὐ προσεῖχον·
διεμαρτύραντό μοι, ἐγὼ δὲ κατεγέλων·
ἀναγινώσκων καὶ ἐπιγινώσκων, οὐκ ἀπιστεύων, ἀλλ' ἐν ἀμελείᾳ, καὶ ῥᾳθυμίᾳ, καὶ ἀκηδίᾳ, καὶ ἐν περισπασμοῖς, καὶ ταραχαῖς, καὶ ζάλαις τρυφῶν καὶ σπαταλῶν, καὶ σκιρτῶν ἀγαλλόμενος, καὶ εὐφραινόμενος ἐδαπάνησά μου τὰ ἔτη, καὶ τοὺς μῆνας, καὶ τὰς ἡμέρας εἰς τὰ πρόσκαιρα, καὶ φθαρτὰ, καὶ γήϊνα κοπιῶν, καὶ μοχθῶν, καὶ ἀγωνιζόμενος·
μὴ εἰς νοῦν λαμβάνων, ἢ λογιζόμενος, οἷον φόβον καὶ τρόμον, καὶ ἀγῶνα, καὶ ἀνάγκην ἔχει ἰδεῖν ἡ ψυχὴ, ὅτε τοῦ σώματος χωρίζεται.

Παραγίνονται γὰρ ἐφ' ἡμᾶς στρατιαὶ καὶ δυνάμεις οὐράνιοι·
καὶ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, οἱ τοῦ σκότους ἄρχοντες, οἱ κοσμοκράτορες τῆς πονηρίας, οἱ τελωνάρχαι, καὶ λογοθέται, καὶ πρακτοψηφισταὶ τοῦ ἀέρος·
καὶ σὺν αὐτοῖς ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, ὁ ἐν κακίᾳ δυνάστης, οὗ ἡ γλῶσσα, ὡσεὶ ξυρὸν ἠκονημένον·
περὶ οὗ φησιν ὁ προφήτης·
Τὰ βέλη τοῦ δυνατοῦ ἠκονημένα σὺν τοῖς ἄνθραξι τοῖς ἐρημικοῖς·
καὶ ἐνεδρεύει ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ, ὁ δράκων ὁ μέγας, ὁ ἀποστάτης, ὁ ᾅδης, ὁ πλατύνων στόμα αὐτοῦ, ὁ ἄρχων τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους, ὁ ἔχων τοῦ θανάτου τὸ κράτος καὶ τρόπῳ τινὶ δίκην, κατέχων τὴν ψυχὴν, ἐπιφέρων καὶ ψηφίζων πάντα τὰ ἐμοὶ πεπραγμένα ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ, τὰ ἐν γνώσει, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ, ἀνομήματα καὶ ἁμαρτήματα, ἀπὸ τῆς νεότητος, ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ τέλους, ἧς κατελήφθην, ἐξερευνῶν λοιπόν.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Ὁποῖον φόβον καὶ τρόμον δοκεῖς τὴν ψυχὴν ἔχειν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, θεωροῦσαν τοὺς φοβεροὺς, καὶ ἀγρίους, καὶ ἀπηνεῖς, καὶ ἀνηλεεῖς καὶ ἀτιθάσσους δαίμονας, ὡς Αἰθίοπας ζοφώδεις παρισταμένους, ὧν καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα μόνη χαλεπωτέρα ὑπάρχει πάσης κολάσεως, οὕστινας ὁρῶσα ἡ ψυχὴ θορυβεῖται, θροεῖται, ὀδυνᾶται, ταράσσεται, καὶ συστέλλεται, πρὸς τοὺς τοῦ Θεοῦ ἀγγέλους προσφεύγουσα; Κατέχεται οὖν ἡ ψυχὴ ὑπὸ τῶν ἁγίων ἀγγέλων, διὰ τοῦ ἀέρος παρερχομένη, καὶ ὑψουμένη, εὑρίσκει τε τελώνια φυλάττοντα τὴν ἄνοδον, καὶ κρατοῦντα, καὶ διακωλύοντα τὰς ἀναβαινούσας ψυχάς.

Ἕκαστον τὸ τελώνιον τὰς οἰκείας ἁμαρτίας προσφέρει αὐτῶν·
τὸ μὲν τῆς καταλαλιᾶς, ὅσα διὰ στόματος καὶ γλώττης ἀπὸ ψεύδους, καὶ ὅρκου, καὶ ἐπιορκίας, ἀργολογίας τε καὶ φλυαρίας, καὶ ματαιολογίας καὶ γαστριμαργικὰς παραχρήσεις, ἀσωτοποσίας τε οἴνου, καὶ ἀμέτρους γέλωτας, καὶ ἀπρεπεῖς, καὶ φιλημάτων ἀσέμνων καὶ ἀπρεπῶν, καὶ ᾀσμάτων πορνικῶν·
οἱ δὲ ἅγιοι ἄγγελοι οἱ τὴν ψυχὴν ὁδηγοῦντες, προσφέρουσι καὶ αὐτοὶ, ὅσα διὰ στόματος καὶ γλώσσης ἐλαλήσαμεν ἀγαθὰ, προσευχὰς, εὐχαριστίας, ψαλμοὺς, ᾠδὰς, ὕμνους, καὶ ᾄσματα πνευματικὰ, ἀναγνώσεις τῶν Γραφῶν, καὶ ὅσα διὰ στόματος καὶ γλώσσης ἀγαθὰ τῷ Θεῷ προεπέμψαμεν.

∆εύτερον τελώνιον, ὅρασις ὀμμάτων, καὶ ὅσα ἀπὸ ἀπρεποῦς θέας, καὶ περιέργου, καὶ ἀχαλινώτου ὁράσεως, καὶ νευμάτων δολίων.

Τρίτον τελώνιον, τῆς ἀκοῆς, καὶ ὅσα διὰ τῆς τοιαύτης αἰσθήσεως, τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα δέχονται.

Τέταρτον τελώνιον, ἡ ὄσφρησις ὀσμῆς τε εὐώδους ἀλειμμάτων, καὶ ἡδονικῆς ὀσφρήσεως, ἅπερ γυναιξὶ θυμελικαῖς, καὶ ἑταίραις πρέπουσι.

Πέμπτον τελώνιον, ὅσα δι' ἁφῆς χειρῶν πονηρὰ καὶ χαλεπὰ ἐπράχθησαν·
καὶ τὰ λοιπὰ τῆς κακίας τελώνια, φθόνου τε καὶ ζήλου, κενοδοξίας τε καὶ ὑπερηφανίας, πικρίας καὶ ὀργῆς, ὀξυχολίας τε καὶ θυμοῦ, πορνείας, καὶ μοιχείας, καὶ μαλακίας, φόνου τε καὶ φαρμακείας, καὶ τῶν λοιπῶν θεοστυγῶν καὶ μιαρῶν πράξεων·
ὧν ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ οὐκ ἔνι λεπτομερῶς διηγήσασθαι·
ἀλλ' ἐν ἑτέρῳ καιρῷ ταμιευέσθω·
καὶ ἁπλῶς οὕτως καθεξῆς ἕκαστον πάθος ψυχῆς, καὶ πᾶν ἁμάρτημα ἰδίους τελώνας ἔχει, καὶ φορολόγους.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Ψυχὴ οὖν ἡ ταῦτα καὶ μείζονα, καὶ πλείονα τούτων θεωροῦσα, ὁποῖον φόβον, καὶ τρόμον, καὶ κλόνον δοκεῖς ἔχειν, ἕως ὅτου ἡ ἀπόφασις ἔλθῃ, καὶ ἡ ἐλευθερία αὐτῆς γένηται; Ἐκείνη ἐστὶν ἡ ὥρα ἐπόδυνος, καὶ ἐπικίνδυνος, καὶ πολυστένακτος, καὶ ἀπαραμύθητος, ἕως ἂν ἴδῃ τί τὸ ἀποβησόμενον.

Αἱ γὰρ θεῖαι δυνάμεις ἵστανται, καὶ πρόσωπον τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων·
καὶ αὗται τὰς καλὰς αὐτῆς ἐπιφέρουσι πράξεις, διά τε λόγων.
καὶ ἔργων, καὶ λογισμῶν, καὶ ἐννοιῶν·
κατανοεῖ ἡ ψυχὴ μέσον ἱσταμένη ἐν φόβῳ καὶ τρόμῳ, ἕως οὗ ἐκ τῶν πράξεων, καὶ τῶν ἔργων, καὶ λόγων αὐτῆς, ἡ κατακριθεῖσα δεσμευθῇ, ἢ δικαιωθεῖσα ἐλευθερωθῇ (τῶν ἰδίων γὰρ ἁμαρτημάτων ἕκαστος ταῖς σειραῖς σφίγγεται)·
καὶ ἐὰν ᾖ ἀξία, εὐσεβῶς ζήσασα, καὶ θεαρέστως βιώσασα, παραλαμβάνουσιν αὐτὴν ἄγγελοι·
καὶ λοιπὸν ἀμέριμνος οὖσα, πορεύεται ἔχουσα συνοδοιπόρους τὰς ἁγίας δυνάμεις, κατὰ τὸ γεγραμμένον·
Ὡς εὐφραινομένων πάντων ἡ κατοικία ἐν σοί.

Τότε πληροῦται τὸ εἰρημένον·
Ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη, καὶ στεναγμός.

Τότε ἀπαλλαγεῖσα τῶν πονηρῶν καὶ σαπρῶν καὶ φοβερῶν πνευμάτων ἐκείνων, πορεύεται εἰς ἐκείνην τὴν ἀνεκλάλητον χαράν.

Ἐὰν δὲ εὑρεθῇ ἐν ἀμελείᾳ καὶ ἀσωτίᾳ ζήσασα, ἀκούει τὴν δεινοτάτην ἐκείνην φωνήν·
Ἀρθήτω ὁ ἀσεβὴς, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου.

Τότε αὐτὴν καταλαμβάνουσιν ἡμέραι ὀργῆς, καὶ θλίψεως, καὶ ἀνάγκης, καὶ στενοχωρίας, ἡμέρα σκότους καὶ γνόφου·
τότε ἀφέντες αὐτὴν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄγγελοι, παραλαμβάνουσιν αὐτὴν οἱ Αἰθίοπες ἐκεῖνοι δαίμονες, καὶ τύπτοντες αὐτὴν ἀνηλεῶς κατάγουσιν εἰς τὴν γῆν·
καὶ διχάσαντες αὐτὴν, ῥίπτουσιν αὐτὴν δεδεμένην δεσμοῖς ἀλύτοις, εἰς γῆν σκοτεινὴν καὶ ζοφερὰν, εἰς τὰ κατώτερα μέρη, ἐν τοῖς καταχθονίοις δεσμωτηρίοις, καὶ φυλακαῖς τοῦ ᾅδου·
ἔνθα τυγχάνουσιν ἀποκεκλεισμέναι αἱ ψυχαὶ τῶν ἁμαρτωλῶν, τῶν ἀπ' αἰῶνος κεκοιμημένων, καθώς φησιν ὁ Ἰακώβ·
εἰς γῆν σκοτεινὴν καὶ ζοφερὰν, εἰς γῆν σκότους αἰωνίου οὐκ ἐπίφεγγος, οὐδὲ ζωὴ βροτῶν, ἀλλ' ὀδύνη αἰώνιος, καὶ λύπη ἀτελεύτητος, καὶ κλαυθμὸς ἄπαυστος, καὶ βρυγμὸς ὀδόντων ἀσίγητος, καὶ στεναγμοὶ ἀκοίμητοι·
ἐκεῖ οὐαὶ διαπαντὸς, ἐκεῖ οἴμοι, οἴμοι! ἐκεῖ κράζουσι, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ βοηθῶν·
βοῶσι, καὶ οὐδείς ἐστιν ὁ ῥυόμενος·
οὐκ ἔστι διηγήσασθαι τὴν ἀνάγκην ἐκείνην·
οὐκ ἔστιν εἰπεῖν διὰ γλώττης τὰς ὀδύνας τῶν ἐκεῖσε κατακειμένων καὶ ἀποκεκλεισμένων ψυχῶν ἀδυνατεῖ πᾶν στόμα ἀνθρώπου φανερῶσαι τὸν φόβον καὶ τὸν τρόμον ἐκεῖνον·
οὐκ ἕνι χείλη ἀνθρώπου ἰσχύοντα εἰπεῖν τὴν περίστασιν, καὶ τὸν κλαυθμὸν αὐτῶν·
στενάζουσι διηνεκῶς καὶ ἀπαύστως, ἀλλ' οὐδεὶς ὁ ἐλεῶν·
κράζουσιν ἐκ βάθους, ἀλλ' οὐδεὶς ὁ εἰσακούων·
ἀποδύρονται, ἀλλ' οὐδεὶς ὁ ῥυόμενος·
ἀνακαλοῦνται, καὶ κόπτονται, ἀλλ' οὐδεὶς ὁ σπλαγχνιζόμενος.

Τότε ποῦ ἡ καύχησις τοῦ κόσμου τούτου;
ποῦ ἡ κενοδοξία;
ποῦ ἡ τρυφή;
ποῦ ἡ ἀπόλαυσις;
ποῦ ἡ σπατάλη;
ποῦ ἡ φαντασία;
ποῦ ἡ ἀνάπαυσις;
ποῦ ὁ κόσμος;
ποῦ τὰ χρήματα;
ποῦ ἡ εὐγένεια;
ποῦ τότε ἡ τερπνότης;
ποῦ ἡ ἀνδρεία τῆς σαρκός;
ποῦ τὸ κάλλος τῶν γυναικῶν τὸ ψευδὲς καὶ ἀνωφελές;
ποῦ τότε ἡ παῤῥησία ἡ ἀναιδὴς καὶ ἀναίσχυντος;
ποῦ τότε ὁ καλλωπισμὸς τῶν ἱματίων;
ποῦ ἡ ἡδονὴ τῆς ἁμαρτίας ἡ ἀκάθαρτος καὶ σιφνή;
ποῦ ὁ τὴν βδελυρὰν τῶν ἀνέρων κοίτην, ἡδονὴν ἡγούμενος;
ποῦ οἱ τὰ μύρα καὶ τὰ ἀλείμματα ἀλειφόμενοι καὶ καπνιζόμενοι;
ποῦ οἱ μετὰ τυμπάνων καὶ κιθάρας τὸν οἶνον πίνοντες;
ποῦ τότε ἡ καταφρόνησις τῶν ἐν ἀφοβίᾳ ζώντων;
ποῦ ἡ φιλαργυρία, καὶ ἡ φιλοχρηματία, καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν ἀσπλαγχνία;
ποῦ τότε ἡ ἀπάνθρωπος ὑπερηφανία ἡ πάντα βδελυσσομένη, καὶ ἑαυτὴν λογιζομένη εἶναί τι;
ποῦ τότε ἡ κενὴ καὶ ματαία τῶν ἀνθρώπων δόξα;
ποῦ ἡ λαγνεία καὶ ἡ ἀκολασία;
ποῦ ἡ δυναστεία, καὶ ἡ τυραννίς;
ποῦ τότε βασιλεύς;
ποῦ ἄρχων;
ποῦ ἡγούμενος;
ποῦ οἱ ἐπ' ἐξουσιῶν;
ποῦ οἱ γαυριῶντες ἐπὶ πλήθει πλούτου, καὶ πτωχοὺς μὴ ἐλεοῦντες, καὶ τοῦ Θεοῦ καταφρονοῦντες;
ποῦ τὰ θέατρα, καὶ τὰ κυνήγια;
ποῦ τότε οἱ μετεωριζόμενοι, καὶ μετριάζοντες, καὶ ἀμερίμνως βιοῦντες;
ποῦ τὰ μαλακὰ ἐνδύματα, καὶ αἱ στρωμναὶ αἱ μαλακαὶ, καὶ ἁπαλαί;
ποῦ αἱ ὑψηλαὶ οἰκοδομαὶ, καὶ τὸ εὗρος τῶν στοῶν;
ποῦ οἱ ἐν ἀφοβίᾳ ζήσαντες;

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Τότε ἰδόντες, θαυμάσουσι καὶ φρίξουσι, καὶ καταπλαγέντες ὀλολύξουσι, ταραχθέντες σαλευθῶσι·
τρόμος αὐτοὺς ἐπιλάβοι, καὶ ὠδῖνες ὡσεὶ τικτούσης, ἐν πνεύματι βιαίῳ συντριβήσονται ἀφανιζόμενοι.
Ποῦ τότε ἡ σοφία τῶν σοφῶν;
ποῦ τῶν ῥητόρων ἡ εὐγλωττία, καὶ τὰ μάταια αὐτῶν πανουργεύματα;

Οὐαὶ, οὐαί! ἐταράχθησαν, ἐσαλεύθησαν ὡς ὁ μεθύων, καὶ πᾶσα ἡ σοφία αὐτῶν κατεπόθη.
Ποῦ σοφός;
ποῦ γραμματεύς;
ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου;

Ὦ ἀδελφοὶ, ἀναλογίσασθε ποταποὺς δεῖ ὑπάρχειν ἡμᾶς διδόντας λόγον καθ' ἒν ὧν ἐπράξαμεν, εἴτε μεγάλων εἴτε μικρῶν·
μέχρι γὰρ τοῦ ἀργοῦ λόγου, ἀπολογίαν δώσομεν τῷ δικαίῳ κριτῇ.
Ποταποὺς δεῖ ἡμᾶς εἶναι ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ;
Ἐὰν δὲ εὕρωμεν χάριν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, οἵα χαρὰ δέχηται ἡμᾶς ἀφοριζομένους ἐκ δεξιῶν τοῦ Βασιλέως!

Ποταποὺς δεῖ εἶναι ἡμᾶς εἰς τὴν χαρὰν ἐκείνην τὴν ἀνεκλάλητον, ὅτ' ἂν εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ μετὰ ἱλαρότητος·

∆εῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Τότε κατακληρονομήσομεν ἐκεῖνα τὰ ἀγαθὰ, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.

Τότε λοιπὸν ἀμέριμνοί ἐσμεν, μηκέτι πτοούμενοι μηδεμίαν πτόησιν.

Ἀναλογισώμεθα δὲ ταῦτα, καὶ τὴν τῶν ἁμαρτωλῶν ἀτελεύτητον κόλασιν, ὅταν εἰσάγωνται εἰς τὸ βῆμα τὸ φοβερὸν, οἴα αἰσχύνη αὐτοὺς λήψεται ἐνώπιον τοῦ δικαίου κριτοῦ, μὴ ἔχοντας λόγον ἀπολογίας!
Οἵα ἐντροπὴ λήψεται αὐτοὺς ἀφοριζομένους ἐξ εὐωνύμων τοῦ βασιλέως!
Οἷον σκότος ἐπιπέσει ἐπ' αὐτοὺς, ὅταν λαλήσῃ πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ ταράξῃ αὐτούς·
ὅταν εἴπῃ πρὸς αὐτούς·

Πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ, οἱ κατηραμένοι, εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.

Οἴμοι! οἴμοι! οἵαν θλῖψιν, καὶ ὀδύνην, καὶ στενοχωρίαν, καὶ φόβον, καὶ τρόμον δέξεται τὰ πνεύματα αὐτῶν, ὅταν γένηται κραυγὴ πασῶν τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, λεγόντων·

Ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην! οὐαὶ, οὐαί! οἷον μέλος ἀλαλάξουσι θρηνοῦντες, καὶ πενθοῦντες, καὶ ὀλολύζοντες, κοπτόμενοι, ἀπαγόμενοι κολασθῆναι πικρῶς εἰς ἀτελευτήτους αἰῶνας!
Οἴμοι, οἴμοι! οἷός ἐστιν ὁ τόπος, ὅπου ἐστὶν ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, ὁ καλούμενος Τάρταρος, ὃν καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος φρίττει! οὐαὶ, οὐαὶ! οἵα ἐστὶν ἡ γέεννα τοῦ πυρὸς τοῦ ἀσβέστου, καίοντος καὶ μὴ φωτίζοντος!
οἴμοι, οἴμοι! οἷός ἐστιν ὁ ἀκοίμητος καὶ ἰοβόλος σκώληξ!
οὐαὶ, οὐαί! οἷον δεινόν ἐστιν τὸ σκότος ἐκεῖνο τὸ ἐξώτερον, καὶ ἀεὶ μένον!
οἴμοι, οἴμοι! οἶοί εἰσιν οἱ ἄγγελοι ἐκεῖνοι, οἱ ἐπὶ τῶν κολάσεων ἄσπλαγχνοι καὶ ἀνελεήμονες!
ὀνειδίζουσι γὰρ, καὶ ἐπιπλήττουσι δεινῶς.

Τότε οἱ κολαζόμενοι κράζουσιν ἐκτενῶς, καὶ ὁ σώζων οὐκ ἔστιν·
κεκράξονται γὰρ πρὸς Κύριον, καὶ οὐκ εἰσακούσεται αὐτούς·
τότε γνώσονται, ὅτι μάταια αὐτοῖς ἀπῄει πάντα τὰ βίου·
καὶ ἂ ἐδόκουν ἐνταῦθα χρηστὰ εἶναι, καὶ χαρμονῆς πλήρη, χολῆς καὶ ἰοῦ πικροῦ πικρότερα εὑρεθήσονται.

Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅταν οἱ δίκαιοι ἐκ δεξιῶν ἵστανται, κἀκεῖνοι θλίβονται·
ὅταν οἱ ἁμαρτωλοὶ πενθῶσι, καὶ οἱ δίκαιοι χαίρωσιν·
ὅταν οἱ δίκαιοι ἑορτάζουσι, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ὀδύρονται·
ὅταν οἱ δίκαιοι ἐν γαλήνῃ, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐν χειμῶνι καὶ συμφορᾷ.

Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅταν οἱ δίκαιοι δοξάζονται, κἀκεῖνοι καταδικάζονται·
οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅταν οἱ δίκαιοι κορέννυνται παντὸς ἀγαθοῦ, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ὑστερούμενοι στενάζουσιν.
Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅταν οἱ δίκαιοι δοξάζονται, κἀκεῖνοι ὀνειδίζονται.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Οἱ δίκαιοι ἐν ἁγιασμῷ, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν ἐμπρησμῷ·
οἱ δίκαιοι ἐγκωμιάζονται, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ ταλανίζονται·
οἱ δίκαιοι ἐν μοναῖς ἁγίων, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν ἐξορίᾳ αἰωνίᾳ·
οἱ δίκαιοι ἀκούσονται τὸ, ∆εῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.

Οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ ἀκούσουσι τὸ,

Πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ, οἱ κατηραμένοι, εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.

Οἱ δίκαιοι εἰς παράδεισον, οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον·
οἱ δίκαιοι τρυφῶσιν, οἱ ἁμαρτωλοὶ τρύχονται.
Οἱ δίκαιοι χορεύουσιν, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ δεσμοῦνται.
Οἱ δίκαιοι ᾄδουσιν, οἱ ἁμαρτωλοὶ θρηνοῦσιν.
Οἱ δίκαιοι τὸ τρισάγιον, οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ τρισάθλιον.
Οἱ δίκαιοι τὸ ᾆσμα, οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ χάσμα.
Οἱ δίκαιοι εἰς κόλπους Ἀβραὰμ, οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς βράσματα Βελιάρ.
Οἱ δίκαιοι εἰς ἀνάπαυσιν, οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς κατάκρισιν.
Οἱ δίκαιοι δροσίζονται, οἱ ἁμαρτωλοὶ φλογίζονται.
Οἱ δίκαιοι εὐφραίνονται, οἱ ἁμαρτωλοὶ τῇ λύπῃ ξηραίνονται.
Οἱ δίκαιοι μεγαλύνονται, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ τήκονται.
Οἱ δίκαιοι ὑψοῦνται, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ ταπεινοῦνται.
Οἱ δίκαιοι θάλπονται, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ μελαίνονται.
Οἱ δίκαιοι τῶν ἀγαθῶν κορέννυνται, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ κλονίζονται.
Τοὺς δικαίους θρέψει θέα Θεοῦ, τοὺς ἁμαρτωλοὺς λυπήσῃ θέα πυρός.
Οἱ δίκαιοι σκεῦος ἐκλογῆς, οἱ ἁμαρτωλοὶ σκεῦος γεέννης.
Οἱ δίκαιοι χρυσὸς πεπυρωμένος, καὶ ἄργυρος δόκιμος καὶ λίθοι τίμιοι·
οἱ ἁμαρτωλοὶ ξύλα, καλάμη, χόρτος, πυρὸς ὑπέκκαυμα.
Οἱ δίκαιοι σῖτος βασιλείας, οἱ ἁμαρτωλοὶ, ἄχυρα ἀπωλείας.
Οἱ δίκαιοι σπόρος ἐκλεκτὸς, οἱ ἁμαρτωλοὶ ζιζάνια πυρός.
Οἱ δίκαιοι ἅλας θεῖον, οἱ ἁμαρτωλοὶ βρῶμος καὶ δυσωδία.
Οἱ δίκαιοι ναοὶ Θεοῦ ἀμίαντοι·
οἱ ἁμαρτωλοὶ, ναοὶ δαιμόνων μεμιασμένοι.
Οἱ δίκαιοι ἐν τῷ νυμφῶνι, οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς χάος ἀπέραντον.
Οἱ δίκαιοι ἐν φωτοφανείαις, οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐν ζόφῳ θυέλλης.
Οἱ δίκαιοι μετὰ ἀγγέλων, οἱ ἁμαρτωλοὶ μετὰ δαιμόνων.
Οἱ δίκαιοι σὺν ἀγγέλοις χορεύουσιν, οἱ ἁμαρτωλοὶ μετὰ δαιμόνων θρηνοῦσιν.
Οἱ δίκαιοι μέσον τοῦ φωτὸς, οἱ ἁμαρτωλοὶ μέσον τοῦ σκότους.
Οἱ δίκαιοι ὑπὸ τοῦ Παρακλήτου παρακαλοῦνται, οἱ ἁμαρτωλοὶ σὺν τοῖς δαίμοσι τιμωροῦνται.
Οἱ δίκαιοι παρίστανται τῷ θρόνῳ τῷ ∆εσποτικῷ, οἱ ἁμαρτωλοὶ παρίστανται τῷ ζόφῳ τῷ τιμωρητικῷ.
Οἱ δίκαιοι διαπαντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἁμαρτωλοὶ διαπαντὸς ἵστανται κατὰ πρόσωπον τοῦ διαβόλου.
Οἱ δίκαιοι μυοῦνται ἀγγέλοις, οἱ ἁμαρτωλοὶ μυοῦνται δαιμονίοις.
Οἱ δίκαιοι ἱκεσίαν προσφέρουσιν, οἱ ἁμαρτωλοὶ θρῆνον ἄπαυστον.
Οἱ δίκαιοι ἄνω, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ κάτω.
Οἱ δίκαιοι ἐν οὐρανῷ, οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν τῇ ἀβύσσῳ.
Οἱ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον, οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς θάνατον ἀπωλείας.
Οἱ δίκαιοι ἐν χειρὶ Θεοῦ, οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐν τόπῳ διαβόλου.
Οἱ δίκαιοι μετὰ τοῦ Θεοῦ, οἱ ἁμαρτωλοὶ μετὰ τοῦ Σατανᾶ.
Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅτε ἀφορίζονται ἀπὸ τῶν δικαίων.
Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅτε γυμνοῦνται αἱ πράξεις αὐτῶν, καὶ αἱ βουλαὶ τῶν καρδιῶν φανεροῦνται.
Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅτε οἱ συδυασμοὶ τοῦ νοὸς ἐλέγχονται, καὶ αἱ συγκαταθέσεις τῶν πονηρῶν λογισμῶν ζυγοστατοῦνται, καὶ ταλαντεύεται ἡ διάνοια.

Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅτε μισοῦνται ὑπὸ τῶν ἁγίων ἀγγέλων, καὶ βδελύσσονται ὑπὸ τῶν ἁγίων μαρτύρων.
Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
ὅτε ἐκβάλλονται ἐκ τοῦ νυμφῶνος·
οὐαὶ τὴν τότε μεταμέλειαν!
οὐαὶ τὴν τότε θλίψιν!
οὐαὶ τὴν τότε ἀνάγκην!
οὐαὶ τὴν τότε καταιγίδα!

∆εινὸν, τὸ χωρισθῆναι ἀπὸ τῶν ἁγίων·
ἀργαλεώτερον, τὸ χωρισθῆναι ἀπὸ τοῦ Θεοῦ·
ἄτιμον, τὸ δεθῆναι χεῖρας καὶ πόδας, καὶ εἰς τὸ πῦρ βληθῆναι·
θλιβερὸν, τὸ ἐκπεμφθῆναι εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον·
γνοφερὸν, τὸ τρύζειν τοὺς ὀδόντας καὶ τήκεσθαι·
βαρὺ, τὸ ἀπαύστως κολάζεσθαι.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Πονηρὸν, τὸ φλογίζεσθαι τὴν γλῶσσαν·
ἀσυμπαθὲς, τὸ αἰτεῖν ῥανίδα ὕδατος, καὶ μὴ λαμβάνειν.
Πικρὸν, τὸ ἐν πυρὶ εἶναι, καὶ βοᾷν, καὶ μὴ βοηθεῖσθαι.

Ἀπαράβατος ὁ φάρυγξ, καὶ ἀμέτρητον τὸ χάος, ἄφυκτος ὁ ἀποκλεισθεὶς, ἀναπόδραστος ὁ κατεχόμενος, ἀνυπέρβατον τὸ τεῖχος τῆς φυλακῆς, ἄσπλαγχνοι οἱ τηρηταὶ, σκοτεινὸν τὸ δεσμωτήριον, ἄλυτα τὰ δεσμὰ, ἀνάσπαστοι αἱ ἁλύσεις, ἄγριοι, καὶ ἀτίθασσοι οἱ ὑπηρέται τῆς φλογὸς ἐκείνης, βαρεῖαι αἱ κασίδες αἱ τιμωρητικαὶ ἐκεῖναι, στεῤῥοὶ οἱ ὄνυχες καὶ ἄθραυστοι, σκληρὰ τὰ βούνευρα, θολώδεις καὶ καχλάζουσαι αἱ πίσσαι, δυσῶδες τὸ θεάφιον, ἀνθρακώδεις αἱ κλίναι αἱ ἐκεῖναι, ἄσβεστος ἡ πυρὰ, κνισσώδης καὶ βρωμώδης ὁ σκώληξ·
ἀσυγχώρητον τὸ κριτήριον, ἀπροσωπόληπτος ὁ δικαστὴς, ἀπροφάσιστος ἡ ἀπολογία·
κατεστιγμένα τὰ πρόσωπα τὰ τῶν δυναστῶν, πενιχροὶ οἱ δυνάσται, πτωχοὶ οἱ βασιλεῖς·
ἰδιῶται οἱ σοφοὶ, μωροὶ καὶ ἄδεκτοι οἱ ῥήτορες·
ἄφρονες οἱ πλούσιοι, ἀνήκοα τὰ κολακεύματα τῶν πλαστογράφων·
φανεραὶ αἱ καμπύλαι τῶν ῥᾳδιούργων, τηλαυγεῖς αἱ τροχιαὶ τῶν πλεονεκτῶν·
βρωμώδης τῶν φιλαργύρων ἡ ὀσμὴ, φανερὰ τῶν ὑποκριτῶν ἡ ὑπουλότης, λινόπληγοι, οἱ ἐπιθέται·
πάντα γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα ἐνώπιον αὐτῶν.

Οὐαὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς!
βέβηλοι, καὶ ἐναγεῖς, καὶ ἀκάθαρτοί εἰσιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Πῶς μεμίανται αὐτῶν αἱ ψυχαί!
Πῶς βρωμοῦσιν αὐτῶν τὰ σώματα ἐκ τῆς λαγνείας καὶ ἀκολασίας!
Πῶς ἐμόλυναν τὰ σώματα, καὶ ἐμίαναν τὴν ψυχὴν, μὴ φυλάξαντες τὴν στολὴν τοῦ ἁγίου βαπτίσματος!
Πῶς ἀναισχύντως καὶ ἀνερυθριάστως τῇ κραιπάλῃ καὶ τῇ μέθῃ, τῆς ἀσωτίας τὴν ὀζοθήκην τῆς κοιλίας, τὸν ἀσκὸν τῆς γαστρὸς, τῇ αὐταρκείᾳ καὶ ἐγκρατείᾳ μὴ στοιχήσαντες, ἀλλὰ τὸν πλοῦτον αὐτῶν αὐτὴν ἐμπιστεύσαντες, τρυφηλῶς εἰς τὰς ἡδονὰς ὡς χοῖροι τῷ βορβόρῳ ἐγκυλινδούμενοι, τὰς ἡμέρας καὶ τὰ ἔτη αὐτῶν ἐδαπάνησαν·
μετεωριζόμενοι ἐν λογισμοῖς ῥυπαροῖς, καὶ φαύλαις ἐννοίαις, καὶ ἀργολογίαις, καὶ θυμελικοῖς ᾄσμασι!
Πῶς ἠλλοιώθησαν τὴν καρδίαν αὐτῶν τῇ πωρώσει, εἰς νοῦν μὴ λαβόντες τὴν σύνταξιν τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν ἀπόταξιν τοῦ διαβόλου!

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Πῶς ἐξετράπησαν τῆς εὐθείας ὁδοῦ, ἐν τῷ σκότει τῆς ἀγνοίας βαδίσαντες, καὶ τῷ ὕπνῳ τῆς ῥᾳθυμίας ἐκδόντες, εἰς πέταυρον τῆς γεέννης ἑαυτοὺς ποντίσαντες!

Πῶς ἀπηλλοτριώθησαν τοῦ φωτὸς τῶν ἀρετῶν, ἀγαπήσαντες τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, διὰ τὸ βαδίσαι αὐτοὺς τῇ πλατείᾳ καὶ εὐρυχώρῳ ὁδῷ τῆς τριβακῆς κακίας!

Πῶς ἐπελάθοντο τῆς τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιδημίας, καὶ τῶν πολλῶν καὶ ἀνεξιχνιάστων αὐτοῦ εὐεργεσιῶν, καθαρισθέντες μὲν δι' ὕδατος τοῦ θείου βαπτίσματος καὶ Πνεύματος ἁγίου, καὶ στολισθέντες τῷ μύρῳ τῆς ἀγαλλιάσεως!
Διὰ δὲ μικρὰν ἡδονὴν, μισητὴν καὶ συχαντὴν, ἀθετήσαντες τὰς τοιαύτας καὶ τηλικαύτας δωρεὰς, ἐδουλώθησαν πνεύματι πορνείας καὶ μοιχείας.

Οὐαὶ τοῖς καταλείψασι τὴν υἱοθεσίαν, καὶ ἀκολουθήσασι ταῖς τοῦ κόσμου ἡδοναῖς!
Οὐαὶ τοῖς ἑπομένοις ταῖς τοῦ κόσμου συντυχίαις!
Οὐαὶ τοῖς ἀγαπῶσι τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας!
Οὐαὶ τοῖς καταλιποῦσι τὸ φῶς τῆς ἀληθείας!
Οὐαὶ τοῖς περιπατοῦσιν ἐν νυκτὶ τῆς ἁμαρτίας!
Οὐαὶ τοῖς καταλιμπάνουσι τὴν ἡμέραν τῆς θεογνωσίας!
Οὐαὶ τοῖς ἐμπεπλησμένοις τῇ κακῇ συνηθείᾳ τοῦ γέλωτος!
Οὐαὶ τοῖς καλλωπιζομένοις πρὸς τὸ τρῶσαι ψυχὰς εἰς συνουσίαν καὶ λαγνείαν ἀκολασίας ἀκαθάρτου!
ἀληθῶς ἄγκιστρόν ἐστι τοῦ διαβόλου, οὐ καλλωπισμός·
τοῖς οὖν ποθοῦσι, καὶ ζητοῦσι, καὶ θέλουσι σωθῆναι, μισητός ἐστιν.

Οὐαὶ τοῖς διαβάλλουσιν εἶς τῷ ἑνί!
Οὐαὶ τοῖς παρακροαταῖς, καὶ συμβαλλομάχοις, καὶ ταραχοποιοῖς!
Οὐαὶ τοῖς ὀμνύουσι διὰ φιληδονίαν.
Οὐαὶ τοῖς ἐπιόρκοις!
οὐαὶ τοῖς γαστριμάργοις, ὧν θεὸς, ἡ κοιλία!
Οὐαὶ τοῖς μεθύουσιν!

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Μακάριος δὲ ὁ ἐνταῦθα ἑαυτὸν εὐτελίζων, καὶ ταπεινῶν διὰ τὸν Θεὸν, καὶ ἐξουθενῶν καὶ κατακρίνων!
ὁ τοιοῦτος ὑπὸ Θεοῦ ὑψίστου ὑψοῦται, καὶ ὑπὸ ἀγγέλων ἐπαινεῖται, καὶ ἐν τῇ κρίσει ἐξ εὐωνύμων οὐχ ἵσταται.

Μακάριος ἄνθρωπος ὁ καρτερῶν ἐν προσευχαῖς, καὶ ὑπομένων ἐν νηστείαις, καὶ χαίρων ἐν ἀγρυπνίαις, καὶ ἀντιπαλαίων, καὶ ἀποσοβῶν τὸν ὕπνον, κάμπτων τε τὰ γόνατα εἰς δοξολογίαν Θεοῦ, κρούων τὸ στῆθος, τύπτων τὸ πρόσωπον, ὑψῶν τὰς χεῖρας εἰς τὸν ἀέρα, αἴρων τὸ ὄμμα εἰς οὐρανὸν πρὸς Κύριον, ἐννοῶν τὸν ἐπὶ θρόνου δόξης καθήμενον, καὶ καρδίας ἐτάζοντα, καὶ νεφροὺς ἐμβατεύοντα!

Ὁ γὰρ τοιοῦτος ἀπολαύει τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, υἱὸς, καὶ ἀδελφὸς, καὶ φίλος, καὶ κληρονόμος Θεοῦ γίνεται.

Τούτου λάμψει τὸ πρόσωπον ὡς ὁ ἥλιος ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ἐν ᾗ ἡ τῶν οὐρανῶν βασιλεία.

Ὁ δὲ ἀγαπῶν τὴν ἀλήθειαν, φίλος Θεοῦ εὑρίσκεται·
ὁ δὲ ψεύδη ἐνδελεχίζων, φίλος δαιμόνων γίνεται.

Ὁ μισῶν τὸν δόλον, λυτροῦται τῆς ἀρᾶς.

Ὁ ὑπομένων τοὺς πειρασμοὺς, ὡς ὁμολογητὴς στεφανοῦται ἐνώπιον τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ γογγύζων, καὶ δυσπετῶν ἐν ταῖς συμπιπτούσαις συμφοραῖς, καὶ ταῖς συμβαινούσαις θλίψεσιν ἀκηδιῶν τε καὶ βλασφημῶν, οὗτος πεπλάνηται, καὶ φρένας κωφὰς ἔχει.

Ὁ πρᾶος, καὶ ἐπιεικὴς, καὶ ταπεινόφρων, ὑπὸ Θεοῦ ἐπαινεῖται, μακαρίζεται ὑπὸ τῶν ἀγγέλων, καὶ ἐγκωμιάζεται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ δὲ πικρὸς, καὶ ὀξύθυμος, καὶ ὀξύχολος, κεκατήραται ἀπὸ Θεοῦ· τούτου ἡ βρῶσις, βότρυς πικρίας δαιμόνων·
ὁ δὲ οἶνος, θυμὸς δρακόντων, καὶ ἡ πῶσις ἰὸς ἀσπίδος ἀνίατος.

Οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὁρῶσι τὴν τοῦ Θεοῦ δόξαν·
οἱ δὲ ἐῤῥυπωμένοι τὸν νοῦν, ἐνοπτρίζονται τὸν διάβολον.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Οἱ τὰ φαῦλα πράξαντες, καὶ τὰ ἄτοπα ἐννοοῦντες, καὶ τὰ κακὰ λογιζόμενοι εἰς τὸν πλησίον, κωλύουσιν αὐτοὺς τῆς θείας κοινωνίας.

Οἱ τὸ πρόσωπον φοινικείοις ὑγραίνοντες, καὶ ψιμμυθίῳ τὰς παρειὰς τρίβοντες, καὶ λευκαίνοντες, καὶ δι' ἐσόπτρων καὶ κατόπτρων στολιζόμενοι, πρὸς τὸ ζωγρῆσαι καὶ σαγηνεῦσαι ψυχὰς εἰς ἀκολασίαν καὶ ἐπιθυμίας ἀτόπους, καὶ ἔρωτας σατανικοὺς, ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως θεοσεβεῖς οὐχ εὑρίσκονται·
ἀλλ' ὡς καταφρονηταὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ κολάζονται.

Οἱ περιεργαζόμενοι κάλλος ἀλλότριον, τῆς καλλονῆς τοῦ παραδείσου στερίσκονται.

Οἱ ἐπιχαίροντες ἐπὶ πτώσει ἑτέρων, ἑαυτοὺς πτωματίζουσιν.

Οἱ ἐπιθυμοῦντες τὰ ἀλλότρια, τὰ ἴδια προδιδοῦσι καὶ ἀπόλονται.

Οἱ κενόδοξοι, καὶ ὑπερήφανοι καὶ ἀνθρωπάρεσκοι, μετὰ τοῦ διαβόλου καταδικάζονται.

Οἱ ὑποκριταὶ, μετὰ τοῦ Σατανᾶ τιμωροῦνται.

Οἱ τὸ σῶμα παρὰ τὸ δέον τρέφοντες, λιμοκτονοῦσι τὴν ψυχήν·

οἱ ἐν γνώσει καὶ ἄνευ ἀνάγκης ἁμαρτάνοντες, καὶ μὴ μετανοοῦντες, μετὰ ἀπίστων κολάζονται·

οἱ λέγοντες, Ἐν νεότητι ἁμαρτήσωμεν, καὶ ἐν γήρᾳ μετανοήσωμεν, ὑπὸ δαιμόνων ἐμπαίζονται, καὶ χλευάζονται, καὶ ὡς ἑκουσίως ἁμαρτάνοντες, τῆς μετανοίας οὐκ ἀξιοῦνται, ἀλλ' ἐν νεότητι ὑπὸ τῆς τοῦ θανάτου δρεπάνης θερίζονται·
ὡς Ἀμμὼν ὁ τοῦ Ἰσραὴλ βασιλεὺς, ὁ καὶ τὸν Θεὸν παροργίσας διὰ τοὺς πονηροὺς αὐτοῦ λογισμοὺς, καὶ τὰς βεβήλους αὐτοῦ ἐννοίας.

Οἱ γὰρ λέγοντες, Σήμερον ἁμαρτήσωμεν, καὶ αὔριον μετανοήσωμεν, οἱ τοιοῦτοι ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν·
καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία, καὶ τὴν σήμερον ἀπώλεσαν, τὸ σῶμα φθείραντες καὶ μιάναντες, καὶ τὴν ψυχὴν μολύναντες, καὶ τὸν νοῦν ζοφώσαντες, καὶ τὴν διάνοιαν θολώσαντες, καὶ τὴν συνείδησιν βορβορώσαντες·
τὴν δὲ αὔριον ἐκλάπησαν·

Οἱ γὰρ μὴ κλαίοντες διὰ τὸ πτῶμα τῆς πορνείας, καὶ μὴ πενθοῦντες διὰ τὸν βόρβορον τῆς μοιχείας, καὶ μὴ θρηνοῦντες διὰ τὸ πέταυρον τῆς ἀῤῥενοκοιτίας, καὶ μὴ ὀλολύζοντες διὰ τὴν μαλακίαν, οὐ δύνανται ὁλοψύχως μετανοῆσαι περὶ τὰ ἀπελθόντα ἁμαρτήματα, οὔτε διορθώσασθαι τὰ μέλλοντα.

Οἱ γὰρ μὴ ζητοῦντες ἅπερ ἀπώλεσαν, καὶ τὰ σωζόμενα οὐκ ἐκτήσαντο.

Οἱ μὴ ψηφίζοντες τὴν φυρασίαν τῆς ἐνθήκης, καὶ τὰ κεφάλαια ζημιοῦνται.

Οἱ μὴ κοπιῶντες νουνεχῶς, καὶ νήφοντες ἐν εὐχαῖς, αἰχμαλωτίζονται ὑπὸ αἰσχρῶν λογισμῶν·
οἱ δὲ αἰχμαλωτισθέντες, δουλεύουσι τῇ κακῇ συνηθείᾳ, ἄκοντες καὶ μὴ βουλόμενοι.

Οἱ μὴ ἀγρυπνοῦντες νηφόντως ἐν τῇ ψαλμωδίᾳ, κλέπτονται.

Οἱ μὴ γρηγοροῦντες ἐν τῇ ἀκροάσει τῶν θείων Γραφῶν, ἀλλ' ὕπνῳ τῆς ῥᾳθυμίας ἑαυτοὺς ἐκδόντες, μετὰ τῶν πέντε μωρῶν παρθένων ἀποκλεισθήσονται.

Οἱ τὰ ὅπλα τῆς νηστείας ῥίπτοντες, ὑπὸ τῆς γαστριμαργίας σκελίζονται, καὶ ὑπὸ τῆς πορνομοιχοῦς ἀναιροῦνται ἁμαρτίας·

οἱ τὰς τοῦ Θεοῦ ἐντολὰς μὴ φυλάξαντες, ὑπὸ δαιμόνων τιτρώσκονται, καὶ ἐν γεέννῃ πυρὸς καταδικάζονται.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Οἱ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κοινωνίας ἑαυτοὺς μακρύνοντες, ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ γίνονται, καὶ δαιμόνων φίλοι.

Αἰσχυνέσθω πᾶσα αἵρεσις τῶν ἀθέων αἱρετικῶν, καλυπτέσθω τὸ γένος τῶν ἀπίστων, ἀπολέσθω ἡ συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων, ἐμφραττέσθω τὰ ἀκάθαρτα στόματα τῶν ἀρνησιθέων Ἑβραίων, ὅταν ὁ δοκιμάζων τὰς καρδίας, καὶ τοὺς νεφροὺς ἐτάζων, καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον, διικνούμενος μέχρι μερισμοῦ σαρκὸς, καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων, καὶ ἐννοιῶν, κάθηται δικάζων.

Τότε δὴ, τότε οὐκ ὀλίγους τινὰς ἐκ πολλῶν, ἀλλὰ πάντας ἐκκαλυπτομένους ὄψει, καὶ οὔτε δορὰ τοῦ προβάτου τὸν λύκον δύναται καλύψαι, οὔτε κονίασις τῶν ἔργων τὸν ἔνδον ἀποκρύψαι λογισμόν·
οὐκ ἔστι γὰρ κτίσις ἀφανὴς τῷ κρίνοντι, ἀλλὰ πάντα γυμνὰ, καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ.

Οὐκ οὖν πρὸς τὰς τοῦ Θεοῦ ἐντολὰς, σαρκικοῖς ἀντιταξώμεθα πάθεσι·
ταπεινώσωμεν λογισμοὺς κενοδόξους, ἐπαναστῶμεν τῷ διαβόλῳ πρὸς μάχην, ὀμματώσωμεν εἰς νῆψιν τὴν διάνοιαν, κοιμήσωμεν λογισμοὺς ἁμαρτίας·
κτησώμεθα προσευχὴν ἀρέμβαστον, νοῦν νήφοντα, διάνοιαν διεγηγερμένην, συνείδησιν ἀθόλωτον, ἐγκράτειαν ἀτελεύτητον, νηστείαν ἀνυπόκριτον, ἀγάπην ἀπροσωπόληπτον, ἁγνείαν ἀνόθευτον, σωφροσύνην ἀμίαντον, ταπείνωσιν ἀνύπουλον, ψαλμῳδίαν ἄπαυστον, ἀνάγνωσιν ἀκενόδοξον, γουνυκλισίαν ἀνυπερήφανον, δέησιν διηνεκῆ, βίον καθαρὸν, λόγον ἀληθῆ, ξενοδοχίαν ἀγόγγυστον, ὑπομονὴν εὐχάριστον, ἐλεημοσύνην ἀνεξέταστον·

τὴν ὀξυχολίαν ἐξοστρακίσωμεν, τὴν ὀργὴν ἐκδιώξωμεν, τὴν ἀκηδίαν ἐξεπώσωμεν, τὸν θυμὸν ἀποκτείνωμεν, τὴν λύπην μαράνωμεν, τὴν φιλαργυρίαν ξηράνωμεν.

Μὴ φοβηθῶμεν τὸν κοινὸν θάνατον, τὸν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων θεριστὴν, ἀλλὰ τὸν ὀλοθρευτὴν τῶν ἀνθρώπων·
θάνατος γὰρ κυρίως, οὐχὶ ὁ χωρίζων τὴν ψυχὴν ἀπὸ τοῦ σώματος, ἀλλ' ὁ χωρίζων ψυχὴν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ.

Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας

Ὁ Θεὸς ζωή ἐστιν·
ὁ δὲ τῆς ζωῆς χωριζόμενος, τέθνηκε, τὴν πρόσθεν παῤῥησίαν ὡς τὴν ζωὴν ἀποβαλών·
καὶ ἐπειδὴ θάνατος, ὁ διάβολος ὁ τοῦ θανάτου πατὴρ, ἵσταται ὡς ἀντίπαλος ἰσχυρὸς καθοπλιζόμενος, ἵνα ἡμᾶς ἐν ταῖς ἁγίαις ἡμέραις παλαίσῃ καὶ ῥήξῃ, καὶ εἴπῃ·

Ἐνίκησα τοὺς Χριστοῦ στρατιώτας, κάλλος δείξας γυναικῶν, καὶ ἀπὸ τῆς ἀκοῆς ἐκρέμασα αὐτούς·
κενοδοξίᾳ καὶ γαστριμαργίᾳ βοθρίσας, ἐδραξάμην αὐτῶν τῆς κόμης τῶν ἀρετῶν, καὶ σκελίσας ταῖς ἐπιθυμίαις, καὶ γαργαλίσας τῇ οἰνοποσίᾳ, ὠθίσας ἔῤῥιψα εἰς βόθρον πορνείας·

μὴ οὖν χαροποιήσωμεν τοὺς ἀκαθάρτους δαίμονας, διότι ὁ ἡμέτερος Θεὸς, πάντων ἐστὶ σωτηρία καὶ δαιμόνων ὀλετήρ.

Ἐπεὶ τοίνυν καὶ ἡμεῖς σώματα συμπεπλέγμεθα, καὶ θανάτῳ ὑπεύθυνοί ἐσμεν, ἀγωνισώμεθα γενναίως, ἵνα τοὺς ἀκαθάρτους νικήσωμεν δαίμονας·
ἐὰν γὰρ τὸν φόβον ἔχωμεν ἐν τῇ καρδίᾳ, καὶ τὴν μνήμην τοῦ θανάτου ἐν τῇ ψυχῇ περιφέρωμεν, πάντες οἱ δαίμονες καθ' ἡμῶν ὁπλίζονται·
ἀλλ' ὥσπερ κριοκρούοντες, ὡς τεῖχος ἡμᾶς εὑρήσουσι·
διὰ τὸ εἶναι τὸν Κύριον ἡμῶν μεθ' ἡμῶν·
ὅτι αὐτῷ πρέπει δόξα, τιμὴ καὶ κράτος, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.



Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, © 2006. Επιτρέπεται η ελεύθερη χρήση του υλικού με αναφορά στην πηγή προέλευσής του

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Παρ 12 Ιούλ 2013, 07:13 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Ἡ Δευτέρα Παρουσία - Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου

Η Δευτέρα Παρουσία


Ο ΟΣΙΟΣ Ἐφραίμ, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει στὶς 28 Ἰανουαρίου, εἶναι ὁ μεγαλύτερος Σύρος ἀσκητικὸς πατέρας, θεολόγος καὶ ποιητής.

Γεννήθηκε τὸ 306 καὶ ἀνατράφηκε μέσα σὲ χριστιανικὸ περιβάλλον. Πολὺ νέος, φλεγόμενος ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό, ἔγινε μοναχός. Γρήγορα ἀναδείχθηκε σὲ μεγάλο διδάσκαλο μοναχῶν καὶ λαϊκῶν.

Συνέθεσε πολυάριθμους καὶ συγκλονιστικοὺς ὕμνους καὶ λόγους. Ἡ διδαχή του ὅλους τοὺς συνάρπαζε καὶ πολλοὺς ἔσωζε. Οἱ κατανυκτικές του ὁμιλίες, ἰδίως γιὰ τὴ μέλλουσα κρίση καὶ τὸν παράδεισο, συνοδεύονταν ἀπὸ ἀκατάπαυστα δάκρυα.

Πορεύθηκε στοὺς οὐρανοὺς τὸ 373. Ἡ ἠχὼ ὅμως τῶν λόγων του φτάνει μὲ τὴν ἴδια ζωντάνια μέχρι τὴν ἐποχή μας.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σ ἕνα ἐγκώμιό του σ αὐτόν, μὲ μεγάλο θαυμασμὸ ἀναφέρει: «Ποιὸς ἀπ' ὅσους ἀναζητοῦν τὴ χαρὰ στὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις καὶ ἀποστρέφονται τὰ δάκρυα, ὅταν ἀκούσει λίγα ἀπὸ τὰ λόγια του ἅγιου Ἐφραίμ, δὲν θὰ θρηνήσει, δὲν θὰ κλάψει καὶ δὲν θὰ θυμηθεῖ τὴ μέλλουσα ἀνταπόδοση; Ποιὸς θὰ μελετήσει τοὺς λόγους του γιὰ τὴ μέλλουσα κρίση, δηλαδὴ τὴ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ, καὶ δὲν θὰ νομίσει ὅτι βρίσκεται ἀπὸ τώρα μπροστὰ στὸ δικαστήριο ἐκεῖνο, περιμένοντας ἔντρομος τὴν τελικὴ ἀπόφαση τῆς καταδίκης του; Ἔτσι ζωγράφισε τὸ μελλοντικὸ δικαστήριο τοῦ Θεοῦ ὁ φημισμένος καὶ προφητικότατος ἅγιος, ὥστε τίποτα πλέον νὰ μὴν παραμένει ἄγνωστο γι' αὐτό».

Ἡ δεύτερη ἔλευση τοῦ Κυρίου εἶναι μία ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, ἴσως ἀσυναίσθητα, προσπαθοῦμε νὰ τὴν ἀπωθήσουμε, ὡς ἐνοχλητική, σὲ κάποια σκοτεινὴ γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Ἄλλοι, ἴσως παγιδευμένοι ἀπὸ τὴν οἴηση, τὴν ἀντιμετωπίζουμε μὲ φαρισαϊκὴ αὐτοπεποίθηση.

Σκοπὸς τοῦ παρόντος φυλλαδίου εἶναι νὰ γίνει γνωστὸ στὸ εὐρύτερο κοινὸ τὸ κατανυκτικὸ καὶ ἀφυπνιστικὸ κήρυγμα τοῦ ὅσιου Ἐφραίμ. Ἴσως ἔτσι μερικὲς καλοπροαίρετες ψυχὲς νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸ λήθαργο τῶν ψευδαισθήσεων, καθὼς θὰ δοῦν παραστατικὰ ἀπὸ τώρα τὴ μεγαλειώδη καὶ συγκλονιστικὴ δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου μας.

Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Σάβ 20 Ιούλ 2013, 11:16 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
Εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Προσέλθετε καὶ δεῦτε, υἱοὶ φωτός, ἀκούσατε τῆς εὐλογημένης φωνῆς καὶ μακαρίας ἐκείνης τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν τῆς λεγούσης πρὸς ἡμᾶς·
δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου,
κληρονομήσατε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.


Βλέπετε, ἀδελφοί μου,
μηδεὶς ὑμῶν στερηθῇ τῆς μακαρίας ταύτης κληρονομίας.
Ἰδοὺ γὰρ ἐπὶ θύραις ἐστί.

Φῶς ἐκ Φωτὸς κατέβη πρὸς ἡμᾶς,
καὶ φωτίσας ἡμᾶς ἀνήνεγκε πρὸς τὸ φῶς.


Κατέβη πρὸς ἡμᾶς γενόμενος ὡς ἡμεῖς,
ἵνα ἡμᾶς ὁμοίους αὑτῷ ποιήσῃ.


Ὁ Ἀθάνατος πρὸς τοὺς θνητοὺς κατῆλθε,
καὶ ποιήσας αὐτοὺς ἀθανάτους ἀνέβη πάλιν πρὸς τὸν Πατέρα.


Νῦν ἔρχεται μετὰ δόξης τοῦ εὐλογημένου Πατρὸς κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς.


Ὁδὸς ἡμῖν γέγονε πλήρης φωτὸς καὶ δόξης,
ἵνα ἡμεῖς ἐν φωτὶ βαδίσωμεν πρὸς τὸν Πατέρα.


∆εῦτε, ἀγαπητοί,
βαδίσωμεν εἰς τὴν ὁδὸν ἣν ὁ Κύριος ἔδειξεν ἡμῖν,
ἵνα μετὰ χαρᾶς φθάσωμεν εἰς τὴν αὐτοῦ βασιλείαν.


Λάβωμεν ἐπισιτισμὸν καὶ ἔλαιον εἰς τὰ ἀγγεῖα ἡμῶν,
οὐκ ἔστι γὰρ ὀλίγον τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ ἐκείνης.


Περιζώσωμεν οὖν τὰς ὀσφύας ἡμῶν εἰλικρινείᾳ καὶ ἀληθείᾳ,
ὡς ἄνθρωποι καὶ δοῦλοι γνήσιοι ἐκδεχόμενοι τὸν ἴδιον ∆εσπότην.


Ἀνάψωμεν τὰς λαμπάδας ἡμῶν,
καὶ γενναίως νήψωμεν·
προσδοκῶμεν γὰρ τὸν Κύριον ἡμῶν ἐκ τῶν οὐρανῶν δέξασθαι.


Μὴ οὖν νυστάζωμεν,
ἵνα μὴ σβέννυνται αἱ λαμπάδες ἡμῶν.


Ἰδοὺ ἦλθεν·
ἡ νὺξ προέκοψε, καὶ ἡ ἡμέρα ἤγγικεν.


Υἱοὶ τοῦ φωτός, φθάσατε εἰς τὸ φῶς.
Ἐξέλθετε μετὰ χαρᾶς εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν.
∆είξατε αὐτῷ τὰς ἀρετὰς ὑμῶν.
Προσενέγκατε αὐτῷ τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν ἐγκράτειαν ὑμῶν·
τὰ δάκρυα καὶ τὴν ἀκτημοσύνην ὑμῶν.


Μὴ οὖν ῥᾳθυμήσητε, μὴ ὀκνήσητε,
μὴ νυστάζητε, μηδὲ ὑπνώσητε.


Μηδεὶς ὑμῶν εἰς τὰ ὀπίσω βλεπέτω,
ἀλλὰ τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς ἀναγέτω εἰς τὸ κάλλος ἐκεῖνο τὸ ἐπουράνιον.


Ἄνω ἔχετε τὸ ὄμμα εἰς τὴν χαρὰν ἐκείνην,
κληρονόμοι τοῦ Πατρὸς καὶ συγκληρονόμοι τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.


Ἰδοὺ ταῦτα πάντα ἐχαρίσατο ἡμῖν ὁ Κύριος ἡμῶν.


Τί οὖν ἀνταποδώσομεν ἡμεῖς αὐτῷ, ἀγαπητοί;
∆εῦτε ῥίψωμεν ἀφ' ἡμῶν πᾶσαν φροντίδα καὶ μέριμναν τοῦ αἰῶνος τούτου, καὶ μετὰ σπουδῆς μεγάλης καὶ προθυμίας πολλῆς δουλεύσωμεν αὐτῷ μόνῳ.


Ἰδοὺ γὰρ ἡ ἡμέρα αὐτοῦ ἤγγικεν ἀληθῶς,
καὶ ἡ παρουσία αὐτοῦ ἔφθασεν ἀκριβῶς.


∆εῦτε οὖν, ἀδελφοί, ἑαυτοὺς ἑτοιμάσωμεν καὶ γρηγορήσωμεν,
ἐκδεχόμενοι τὸν Κύριον ἡμῶν καὶ ἀθάνατον Νυμφίον.


Ἰδοὺ γὰρ ἔλαμψεν, ἰδοὺ ἀνέτειλεν·
ἡ γὰρ κραυγὴ ἐκείνη ἄφνω γίνεται·
ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται, ἐξέλθετε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ πάντες οἱ ἀγαπήσαντες αὐτὸν καὶ ἑτοιμάσαντες ἑαυτοὺς ἰδεῖν αὐτὸν μετὰ δόξης.


Πάντας γὰρ τοὺς ποθήσαντας αὐτὸν χαροποιήσει ἐν τῷ παστῷ ἐκείνῳ τῷ φωτεινῷ καὶ λαμπρῷ καὶ ἀνεκλαλήτῳ καὶ αἰωνίῳ.


Βλέπετε οὖν, ἀδελφοί μου, μὴ γενομένης τῆς κραυγῆς ἐκείνης εὑρεθῇ τις ἐξ ὑμῶν κατέχων τὴν λαμπάδα σκοτεινὴν καὶ μὴ ἔχουσαν ἔλαιον, ἢ περιβεβλημένος ἐσθῆτα στυγνὴν καὶ ῥυποῦσαν καταδικασθῇ εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον,
καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν ἐκείνην τὴν ἀθάνατον καὶ αἰώνιον, ὅπου ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.


Ἀσφαλισώμεθα ἑαυτούς, ἀγαπητοί μου,
ὅτι οὐκ οἴδαμεν πότε ὁ Κύριος ἡμῶν ἔρχεται·
ὡς κλέπτης γὰρ ἐν νυκτί, καὶ ὡς παγίς,
οὕτως ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἔρχεται·
καὶ ὥσπερ ἀστραπὴ ὀξυτάτη,
οὕτως ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου γίνεται·
σαλπίσει γάρ, καὶ ἡ γῆ ἐκ τῶν θεμελίων αὐτῆς τρομάσει.
Οἵ τε οὐρανοὶ σὺν ταῖς δυνάμεσιν αὐτῶν σαλευθήσονται,
καὶ οἱ νεκροὶ πάντες ἐγερθήσονται.


Οἴμοι, οἴμοι, ἀγαπητοί!
Τίς θαρσήσει ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ μὴ καταγινώσκειν τὴν καρδίαν αὑτοῦ;
Σύγγνωτε τῇ ἐμῇ ἀσθενείᾳ·
ὑπολαμβάνω γὰρ ὅτι πᾶσα πνοὴ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τρεμεῖ· ἀλλ' ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνισχύει καὶ χαροποιεῖ τὰς καρδίας τῶν δικαίων·
καὶ ἁρπάζονται ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ.


Οἱ δὲ ὁμοιωθέντες ἐμοὶ ῥᾴθυμοι καὶ ὀκνηροί,
τρέμοντες μένουσιν ἐπὶ τῆς γῆς.


Κουφίσωμεν οὖν ἑαυτοὺς ὀλίγον ἀπὸ τῆς γῆς, ἀγαπητοί μου, καὶ εὐχερῶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνερχώμεθα.


Τί ἡμᾶς ὠφελεῖ ὁ κόσμος,
ὅτε δεσμεύομεν ἑαυτοὺς εἰς τὰς φροντίδας αὐτοῦ;
Ἢ τί κερδανοῦμεν ἀπὸ τοῦ καλλωπισμοῦ τῶν ἱματίων, εἰ μὴ πῦρ ἄσβεστον;
Ἢ τί προξενεῖ ἡμῖν ἡ φιλοκαλία τῶν ἐδεσμάτων, εἰ μὴ κόλασιν αἰωνίαν;


Γινώσκετε οὖν ἀκριβῶς ὅτι εἰ μὴ ἀγωνισώμεθα ἐν τῷ βραχεῖ τούτῳ καιρῷ, μέλλομεν ἐκεῖ μετανοεῖν εἰς αἰῶνα αἰῶνος.


Ἀδελφοί μου ποθεινοί, τί ἀμελοῦμεν ἢ τί ῥᾳθυμοῦμεν;
Ἱνατί ἑαυτοὺς οὐκ εὐτρεπίζομεν;
Ἰδοὺ γὰρ ἡ ἡμέρα Κυρίου ἤγγικεν ἐφ' ἡμᾶς.


∆ιατί φροντίδα πᾶσαν ἀνωφελῆ οὐκ ἀπορρίπτομεν ἀφ' ἡμῶν, καὶ ἑαυτοὺς κουφίζομεν ἀπὸ τοῦ βάρους τῶν πραγμάτων;


Οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ θύρα στενὴ καὶ τεθλιμμένη ἐστί,
καὶ πολυκτήμων δι' αὐτῆς εἰσελθεῖν οὐ δύναται;


Ἀγαπᾷ γὰρ τοὺς ἀκτήμονας τοὺς θλίψαντας ἑαυτοὺς ἑκουσίως εἰς ἄσκησιν καὶ ἀγρυπνίαν, καὶ τοὺς εὐτρεπίσαντας ἑαυτοὺς τὸν ἀθάνατον Νυμφίον ἰδεῖν μετὰ δόξης, ὥστε καὶ κληρονομῆσαι τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.


Ἰδοὺ γάρ, ἀγαπητοί μου, ἡ θύρα φωνεῖ ἡμᾶς, λέγουσα·
ὀξυποδήσατε καὶ ἥκετε πρός με.


Ἰδοὺ καὶ ἡ μήτηρ ἡμῶν Ἱερουσαλὴμ λέγει πρὸς ἡμᾶς·
δεῦτε, τέκνα μου ποθεινά·
δεῦτε πρός με.


Πληθυνθείη ὁ ἀριθμὸς ὑμῶν ἐν ἐμοὶ καὶ ἐν τῷ νυμφῶνι τοῦ Κυρίου ὑμῶν·
καὶ μεγαλυνθῶσιν οἱ χοροὶ ὑμῶν μετὰ ἁγίων Ἀγγέλων ἐν τῷ φωτί.
Ἴδω ὑμᾶς μετὰ δόξης καὶ εὐπρεπείας,
καὶ μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως.


Ποθήσατέ με, τέκνα μου, καθάπερ ἐγὼ ποθῶ ὑμᾶς·
μηδὲν κτήσησθε ἐπὶ τῆς γῆς· μηδὲν μεριμνήσητε.


Ἰδοὺ γὰρ ὁ Νυμφίος ἕτοιμός ἐστι τοῦ προελθεῖν ἐν νεφέλαις τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δόξης τοῦ εὐλογημένου αὑτοῦ Πατρός,
καὶ κατ' ὄνομα ἕκαστον ὑμῶν φωνήσει,
καὶ ἀνακλινεῖ αὐτὸν ἐν τῷ τάγματι τῶν ἁγίων ἐκείνων τῶν διαγόντων ἐν τῷ φωτὶ ἐκείνῳ τῷ ἀνεκλαλήτῳ,
ἐν τῇ ζωῇ τῇ ἀκηράτῳ καὶ ἀθανάτῳ καὶ αἰωνίᾳ, κατὰ τοὺς καμάτους αὐτοῦ.


Σπουδάσωμεν οὖν, ἀδελφοί μου,
σπουδάσωμεν εἰς τὸν βραχὺν καιρὸν τοῦτον.


Μὴ ἀμελήσωμεν ἐνταῦθα, ἀγαπητοί μου,
ἵνα μὴ μεταμεληθῶμεν εἰς ἀτελευτήτους αἰῶνας,
ὅπου οὐκ ὠφελήσουσι δάκρυα καὶ στεναγμοί·
ὅπου οὐκ ἔστι μετάνοια.


Λοιπὸν ἐν τῇ σπουδῇ ὑμῶν, ἀγαπητοί μου,
Ἄγγελοι καὶ Ἀρχάγγελοι χαίρουσιν·
ἐν δὲ τῇ ῥᾳθυμίᾳ ὑμῶν ὁ Ἐχθρὸς χαίρει.


Σπουδάσατε, τέκνα μου ποθεινά, σπουδάσατε,
ἵν' ἐγὼ εὐφρανθῶ εἰς ὑμᾶς, καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ εἰς αἰῶνα αἰῶνος.


Προσπίπτω σοι, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, δώρησαί μοι, καὶ πᾶσι τοῖς ἀγαπῶσί σε, ἰδεῖν σε μετὰ δόξης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, καὶ κληρονομῆσαι αὐτὴν μετὰ τῶν ποθούντων σε, Κύριέ μου δέσποτα.


Ἀγαπητοί μου, ἐὰν ἀμελήσωμεν ἐν τῷ βραχεῖ καιρῷ τούτῳ, οὐκ ἔχομεν ἀπολογίαν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ φοβερᾷ.


Πρόφασιν γὰρ οὐχ εὑρήσομεν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν·
τοῦ γὰρ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν καταβάντος ἐπὶ γῆς πρὸς ἡμᾶς, πᾶσα ἡμῶν πρόφασις ἀνῄρηται·
ἐχαρίσατο γὰρ ἡμῖν ἐλθὼν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον.


Ἐχθροὶ ἦμεν, καὶ κατηλλάγη ἡμῖν·
γήϊνοι, καὶ ἐπουράνιοι γεγόναμεν·
θνητοί, καὶ ἀθάνατοι ἐκλήθημεν·
υἱοὶ σκότους, καὶ υἱοὶ φωτὸς ἐγενόμεθα·
αἰχμάλωτοι, καὶ ἀνεκλήθημεν· δοῦλοι ἁμαρτίας, καὶ ἠλευθερώθημεν·
πτωχοί, καὶ ἐπλουτίσθημεν·
ἀπολλύμενοι, καὶ εὑρέθημεν·
μισητοί, καὶ ἠγαπήθημεν·
ἄδικοι, καὶ ἐδικαιώθημεν·
οὐκ ἠλεημένοι, καὶ ἠλεήθημεν·
ἁμαρτωλοί, καὶ ἐσώθημεν·
ἐσκορπισμένοι, καὶ συνήχθημεν·
γῆ καὶ σποδός, καὶ υἱοὶ Θεοῦ γεγόναμεν·
γυμνοί, καὶ ἐσκεπάσθημεν·
γεγόναμεν καὶ κληρονόμοι τοῦ Θεοῦ,
καὶ συγκληρονόμοι τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ.


Ἰδοὺ ταῦτα πάντα ἐχαρίσατο ἡμῖν ὁ Κύριος ἡμῶν·
τί οὖν ἀνταποδώσωμεν αὐτῷ ἡμεῖς, ἀγαπητοί μου;


∆εῦτε ῥίψωμεν ἀφ' ἡμῶν πᾶσαν φροντίδα καὶ μέριμναν τοῦ ματαίου αἰῶνος τούτου, καὶ μετὰ σπουδῆς μεγάλης καὶ προθυμίας πολλῆς δουλεύσωμεν αὐτῷ μόνῳ.


Ἰδοὺ γὰρ ἡ ἡμέρα αὐτοῦ ἤγγικεν ἀληθῶς, καὶ ἡ παρουσία αὐτοῦ ἔφθασεν εἰς ἡμᾶς ἀκριβῶς.


∆εῦτε οὖν, ἀδελφοί μου,
ἑαυτοὺς ἑτοιμάσωμεν καὶ γρηγορήσωμεν,
ἐκδεχόμενοι τὸν Κύριον ἡμῶν καὶ ἀθάνατον Νυμφίον.


Ἰδοὺ γὰρ ἔλαμψεν, ἰδοὺ ἀνέτειλεν, ἰδοὺ ἦλθεν.
Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν.


Υἱοὶ τοῦ φωτός, φθάσατε εἰς τὸ φῶς.
Ἐξέλθετε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ μετὰ χαρᾶς.
∆είξατε αὐτῷ τὰς ἀρετὰς ὑμῶν.


Προσενέγκατε αὐτῷ τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν ἐγκράτειαν ὑμῶν·
τὰς ἀγρυπνίας καὶ τὸν κόπον ὑμῶν·
τὰ δάκρυα καὶ τὴν ἀκτημοσύνην ὑμῶν.
Μὴ οὖν ῥᾳθυμήσητε, μηδὲ νυστάζητε, μηδὲ ὑπνώσητε.
Μηδεὶς ὑμῶν εἰς τὰ ὀπίσω βλεπέτω,
ἀλλὰ τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς ὑμῶν ἄνω βλεπέτω,
εἰς τὸ κάλλος ἐκεῖνο τὸ ἐπουράνιον.


Ἄνω ἔχε τὸ ὄμμα εἰς τὴν χαρὰν ἐκείνην τοῦ ἀθανάτου Νυμφίου, ἧς κορέννυται ἡ ψυχὴ ἡμῶν ἀπὸ τῆς θεωρίας τῆς δόξης αὐτοῦ καὶ τῆς λαμπρότητος καὶ εὐμορφίας.


Ὁ πεινῶν ὑπομεινάτω·
ἰδοὺ γὰρ ἡ τράπεζα τῆς βασιλείας ἐκδέχεται αὐτόν.


Ὁ διψῶν καρτερησάτω·
ἰδοὺ γὰρ ἡ τρυφὴ τοῦ παραδείσου ἡτοίμασται αὐτῷ.


Ὁ ἀγρυπνῶν καὶ ψάλλων καὶ εὐχόμενος καὶ κλαίων ἐδυναμωθήτω, ὅτι ἡ χαρὰ τοῦ νυμφῶνος τοῦ Κυρίου αὐτοῦ παρακαλέσει αὐτόν.


Ταῦτα οὖν εἰδότες πάντα, μηδὲν ἐπὶ τῆς γῆς κτησώμεθα, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί·
ἕκαστος ἡμῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔχει δεῖξαι ποίαν ἀρετὴν ἐκτήσατο ἐνταῦθα, ἢ ποίους πόνους ὑπέμεινεν, ἢ ποίαν ἄσκησιν, ἢ ποίαν ἀγρυπνίαν ἐπεδείξατο.


Ἄρα, ἀδελφοί μου, ὅταν δεικνύωσιν οἱ μάρτυρες τὰ τραύματα τῶν αἰκισμῶν καὶ βασάνων, καὶ οἱ γενναῖοι ἀσκηταὶ τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν ἐγκράτειαν αὐτῶν, καὶ τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν θλῖψιν αὐτῶν, καὶ τὴν ἀκτημοσύνην αὐτῶν, ἄρα οἱ ῥᾴθυμοι καὶ ὀκνηροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἐν τίνι καυχήσονται;


Ἐν τῇ χαυνότητι αὐτῶν καὶ ἐν τῇ ῥᾳθυμίᾳ αὐτῶν καὶ ἀπωλείᾳ αὐτῶν; Οὐαὶ αὐτοῖς ὅτι ἠμέλησαν κακῶς!
Οὐαὶ αὐτοῖς ὅτι ἐρρᾳθύμησαν!


∆εῦτε, φίλοι μου· δεῦτε σπουδάσωμεν·
δεῦτε προσπέσωμεν αὐτῷ·
πενθήσωμεν καὶ κλαύσωμεν ἐναντίον αὐτοῦ ἀναιδῶς, ἵνα δωρήσηται ἡμῖν φωτισμὸν ψυχῆς.


Συνίετε τὰς μεθοδείας τοῦ ἐχθροῦ ἡμῶν καὶ ἀντικειμένου καὶ μισοκάλου, ὅτι βάλλει ἔμπροσθεν ἡμῶν ὀλισθήματα καὶ σκάνδαλα καὶ βλάβην πολυκτημοσύνης, μετεωρισμὸν τοῦ αἰῶνος τούτου, καὶ ἡδονὴν σαρκικήν, ἔτι δὲ καὶ πολυχρονίαν τῆς παρούσης ζωῆς τὴν προσδοκίαν, δειλίαν εἰς τὴν ἄσκησιν, καὶ ὀκνηρίαν εἰς τὰς εὐχάς, ὕπνον εἰς τὴν ψαλμῳδίαν καὶ ἀνάπαυσιν σαρκικήν.


Ὅσον ἐκεῖνος σπουδάζει, τοσοῦτον ἡμεῖς ἀμελοῦμεν καὶ ῥᾳθυμοῦμεν.


Ὅσον ἐκεῖνος ἐνεδρεύει, τοσοῦτον ἡμεῖς καταφρονοῦμεν, ἐπιστάμενοι ὅτι αἱ ἡμέραι ἡμῶν ἐκολοβώθησαν, καὶ ὁ καιρὸς ἔφθασε, καὶ ὁ Κύριος τῆς δόξης ἔρχεται μετ' εὐπρεπείας τῆς ὡραιότητος αὑτοῦ, καὶ μετὰ φοβερῶν δυνάμεων τῆς βασιλείας αὑτοῦ, ἀποδοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ.


Φοβοῦμαι, ἀδελφοί μου, μήποτε ἐφ' ἡμᾶς πληρωθῇ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ὁ λέγων, ὅτι ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης, καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, ὑμεῖς δὲ βληθήσεσθε ἔξω.


Παρακαλῶ σε, τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, Χριστέ,
γέννημα τοῦ εὐλογημένου Πατρός,
χαρακτὴρ καὶ ἀπαύγασμα τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ,
ὁ καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ,
ἀκατάληπτε Υἱὲ καὶ ἀνεξιχνίαστε Χριστὲ καὶ ἀνεξερεύνητε Θεέ,
καύχημα καὶ χαρὰ τοῖς ἀγαπῶσί σε,
ζωή μου, Χριστέ,
σῶσόν με τὸν ἁμαρτωλὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.


Ὁ κοπιῶν ἐργάτης προσδοκᾷ τοὺς μισθοὺς αὑτοῦ κομίσασθαι.
Οἴμοι ὅτι κοπιᾷ ἡ γλῶσσά μου εἰς δοξολογίαν,
ἀλλ' ὡς ἐποίησα, μὴ ἀνταποδώσῃς μοι κατὰ τὰ ἔργα μου.
Ἀλλὰ σῶσόν με διὰ τὴν χάριν σου,
καὶ οἰκτείρησόν με διὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου.
Ὅτι σὺ εὐλογημένος εἶ καὶ δεδοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἀμήν.

Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, © 2006. Επιτρέπεται η ελεύθερη χρήση του υλικού με αναφορά στην πηγή προέλευσής του.

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
UNREAD_POSTΔημοσιεύτηκε: Τετ 11 Σεπ 2013, 22:40 
Χωρίς σύνδεση
Site Admin
Site Admin

Εγγραφή: Τρί 08 Ιαν 2008, 14:48
Δημοσιεύσεις: 5135
«Σ” όλους μαζί θα φανεί ξαφνικά, και δε θα χρειαστεί να ρωτήσει κανείς αν είναι εδώ ή εκεί ο Χριστός»

Απόσπασμα από την ομιλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Εις τον σταυρόν και εις τον ληστήν…»



«Τότε αν σας πει κανείς, «να, ο Χριστός είναι στα απόμερα δωμάτια, να, ο Χριστός βρίσκεται στην έρημο», μην πηγαίνετε να τον βρείτε»( Ματθ. 24, 26).Τα λέει αυτά ο Χριστός αναφερόμενος στη Δευτέρα Παρουσία Του και μιλά για τους ψευδοπροφήτες, τους ψευδόχριστους και για τον Αντίχριστο, για να μην πλανηθεί κανείς και πέσει στην παγίδα του. Επειδή λοιπόν θα έρθει ο Αντίχριστος πριν από την δεύτερη έλευση του Χριστού, για να μην πέσει κανείς στο στόμα του λύκου ενώ αναζητεί τον ποιμένα, γι” αυτό σου κάνω γνωστό ένα σημάδι που θα σε κάνει ικανό να καταλάβεις ότι ήρθε ο Ποιμένας (ο Χριστός).

Επειδή δηλαδή η πρώτη παρουσία Του στον κόσμο έγινε με τρόπο συγκαλυμμένο, και για να μη νομίσεις ότι κατά τον ίδιο τρόπο θα πραγματοποιηθεί και η δεύτερη, μας έδωσε το σημείο αυτό. Γιατί αυτή, η πρώτη, που πραγματοποιήθηκε με τρόπο συγκαλυμμένο, πολύ ορθά έγινε έτσι, αφού ο Χριστός ήλθε να αναζητήσει το απολωλός πρόβατο, αλλά όμως η δεύτερη δε θα γίνει κατά τον ίδιο τρόπο. Πώς θα γίνει όμως, πες μου: «Όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και φαίνεται μέχρι τη δύση, έτσι θα γίνει και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου»(Ματθ. 24, 27) Σ όλους μαζί θα φανεί ξαφνικά, και δε θα χρειαστεί να ρωτήσει κανείς αν είναι εδώ ή εκεί ο Χριστός. Γιατί, όπως όταν φανεί η αστραπή δε χρειάζεται να ρωτάμε αν άστραψε, έτσι και όταν έρθει ο Χριστός δε θα χρειαστεί να ρωτάμε αν ήρθε.

Αυτό βέβαια που θέλουμε να αποδείξουμε είναι, αν θα έρθει κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του με τον σταυρό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την υπόσχεσή Του. Άκουσε λοιπόν τα εξής: «Τότε, λέει, τότε, δηλαδή πότε; Όταν θα έρθει ο Υιός του ανθρώπου, ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα δώσει το φως της». Τόσο υπερβολική θα είναι τότε η λάμψη της παρουσίας Του που θα κρυφτούν και τα πιο λαμπρά αστέρια. «Τότε θα πέσουν και τα άστρα απ” τον ουρανό, τότε θα φανεί στον ουρανό το σημείο του Υιού του ανθρώπου»(Ματθ. 24, 30) . Είδες τη δύναμη του σημείου του σταυρού; Ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα φαίνεται πλέον. Ο σταυρός όμως θα φαίνεται και θα λάμπει, για να ξέρεις πως είναι πιο λαμπρός κι απ” τον ήλιο κι απ” τη σελήνη.
Και όπως όταν εισέρχεται ένας βασιλιάς σε μια πόλη, οι προπορευόμενοι στρατιώτες υψώνουν στους ώμους τους τα λάβαρα και προειδοποιούν τον λαό για την είσοδό του, έτσι και όταν θα κατέρχεται ο Κύριος από τους ουρανούς, οι στρατιές των Αγγέλων και των Αρχαγγέλων θα φέρουν στους ώμους τους τον σταυρό Του, αναγγέλλοντας σε μας την ένδοξη βασιλική είσοδό Του. «Τότε θα σαλευθούν και οι ουράνιες δυνάμεις» Ματθ. 24, 29) , λέει, και εννοεί τους Αγγέλους.
Πολύς φόβος και τρόμος θα τους κυριέψει τότε. Αλλά πες μου, για ποιον λόγο; Εκείνο το δικαστήριο θα είναι φοβερό, γιατί όλο το ανθρώπινο γένος πρόκειται να παρουσιαστεί και να δικαστεί ενώπιον του φοβερού Κριτή. Μα γιατί θα καταλάβει τους Αγγέλους φόβος και τρόμος πολύς, αφού δεν πρόκειται να δικαστούν εκείνοι; Γιατί όπως όταν δικάζει κάποιος επίγειος άρχοντας φοβούνται και τρέμουν όχι μόνο οι κατηγορούμενοι αλλά και οι φρουροί, όχι γιατί τους ελέγχει η συνείδησή τους, αλλά επειδή αισθάνονται φοβία και τρόμο μπροστά στον δικαστή, έτσι ακριβώς θα συμβεί και τότε, όταν θα κριθεί το ανθρώπινο γένος και οι Άγγελοι που δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν, θα φοβηθούν πάρα πολύ παραστέκοντας κοντά στον δικαστή.

Αλλά γιατί τότε θα εμφανισθεί ο σταυρός και γιατί ο Κύριος θα έρθει έχοντάς τον μαζί Του; Για να καταλάβουν εκείνοι που Τον σταύρωσαν πόσο αχάριστοι φάνηκαν, γι” αυτό θα τους δείξει το ίδιο το σύμβολο της ντροπής τους.
Και άκουσε τον Προφήτη που το λέει, για να πεισθείς και συ ότι θα φέρει μαζί Του τον σταυρό ο Κύριος. Λέει λοιπόν: «Και τότε θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης»(Ματθ. 24, 30) , γιατί θα δουν τον κατήγορό τους και θα συναισθανθούν το σφάλμα τους. Μα γιατί νιώθεις τέτοια κατάπληξη για το ότι θα έρθει μαζί με τον Σταυρό, αφού τότε θα δείχνει και τις ίδιες Του τις πληγές; «Γιατί θα δουν, λέει ο Κύριος, Εκείνον που τον τρύπησαν με τη λόγχη» (Ζαχ. 12, 10). Όπως δηλαδή έκανε με την περίπτωση του Θωμά, θέλοντας να εξαφανίσει την απιστία του μαθητή Του, που αφού εμφανίσθηκε μπροστά του, του έδειξε τα τραύματα των καρφιών, λέγοντάς του, «βάλε το χέρι σου και δες, αφού το φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά»(Ιωάν. 20, 27) , έτσι και τότε θα δείξει τις πληγές και τον σταυρό, για να αποδείξει ότι ήταν ο Ίδιος εκείνος που σταυρώθηκε.


Η απόδοση στη νεοελληνική έγινε από τον Ευάγγελο Γ. Καρακοβούνη από το πρωτότυπο κείμενο της εκδόσεως του J. -P. Migne, Patrologiae cursus completus, series graeca, Paris 1862, τ. 49, στ. 403-405.

http://www.xristianos.net

_________________
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 24 Δημοσιεύσεις ]  Μετάβαση στην σελίδα 1, 2, 3  Επόμενο

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  
cron
Powered by phpBB® Forum Software © phpBB Group

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com