� ������� ��� �������� - http://agiooros.org

Ἁγιολόγιον - Ἰούνιος 19

«Δεῦτε πιστοί, σήμερον χορείαν ἐπικροτήσαντες, εὐσεβῶς πανηγυρίσωμεν, καὶ τῶν Ἁγίων πάντων τὴν ἔνδοξον, καὶ σεβάσμιον μνήμην, ἐνδόξως τιμήσωμεν, λέγοντες· Χαίρετε, Ἀπόστολοι ἔνδοξοι, Προφῆται, καὶ Μάρτυρες, καὶ Ἱεράρχαι. Χαίρετε, Ὁσίων ὁ δῆμος, καὶ τῶν Δικαίων. Χαίρετε, τιμίων Γυναικῶν ὁ χορὸς καὶ Χριστόν ὑπὲρ τοῦ κόσμου πρεσβεύσατε…»
Ἀπό τό Δοξαστικό του ἑσπερινοῦ τῶν Ἁγίων Πάντων.

[Επιστροφή στο Αγιολόγιον]



Ὁ Ἅγιος Ἰούδας ὁ Ἀπόστολος

Τὰ βιογραφικά του στοιχεῖα εἶναι κάπως συγκεχυμένα, διότι συγχέονται μ᾿ αὐτὰ τοῦ Ἀποστόλου Θαδδαίου ποὺ ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 21η Αὐγούστου. Ὁ μὲν Σ. Εὐστρατιάδης στὸ Ἁγιολόγιό του ἀναφέρει ὅτι, ὁ Ἰούδας αὐτὸς ἦταν ὁ κατὰ σάρκα ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου (ὁ Ἰούδας καὶ ὁ Ἰάκωβος ἦταν παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλο γάμο). Ὁ Ἰούδας λοιπόν, κατὰ τὴν παράδοση, κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴ Μεσοποταμία, ἐπισκέφθηκε τὴν Ἔδεσσα καὶ στὴν πόλη Ἀραρὰτ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐκτέλεσαν διὰ τοξευμοῦ. Ἐπίσης, ὁ Σ. Εὐστρατιάδης, ἀναφέρει ὅτι στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα 78 φ. 2156 φέρεται κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ ἡ μνήμη ἄλλου ἁγίου Ἀποστόλου Ἰούδα τοῦ Ζηλωτοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ περιήρχετο σ᾿ ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ καὶ δίδασκε τὸ σωτήριο μήνυμα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Καὶ ἀφοῦ ἔφερε πλῆθος λαοῦ σὲ μετάνοια ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Μιχαὴλ Γαλανὸς στοὺς «Βίους τῶν Ἁγίων», ἀναφέρει γιὰ τὸν Ἀπόστολο Ἰούδα ὅτι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους, γιὸς τοῦ Ἀλφαίου καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς Ἀπόστολος. Βέβαια, δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸν Ἰούδα τὸν Ἰσκαριώτη. Ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας ἔφερε καὶ τὴν προσωνυμία Θαδδαῖος ἢ Λεββαῖος. Ἡ ζωή του κοντὰ στὸ Χριστὸ ἦταν παρόμοια μὲ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων. Μετὰ τὴν Πεντηκοστή, ἀφοῦ ἐργάστηκε γιὰ λίγο στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴ Μεσοποταμία ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς κινδύνους. Ἀλλὰ ὁ Ἰούδας, ἄξιος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, γεμάτος αὐταπάρνηση, μαρτύρησε τελικὰ στὴν Ἔδεσσα. Στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἔχουμε καὶ μία Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰούδα, ποὺ εἶναι σύντομη, ἀλλὰ γεμάτη μηνύματα ἀληθινῆς ζωῆς. Νὰ τί συμβουλεύει στοὺς χριστιανούς, ποὺ ζοῦν μέσα στὸ διεφθαρμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κόσμο: «Ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί, τῇ ἁγιωτάτῃ ὑμῶν πίστει ἐποικοδομοῦντες ἑαυτούς, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, προσευχόμενοι, ἑαυτοὺς ἐν ἀγάπῃ Θεοῦ τηρήσατε, προσδεχόμενοι τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ζωὴν αἰώνιον». Σεῖς, ὅμως, ἀγαπητοί, ἀντίθετά με τὸ διεφθαρμένο κόσμο, νὰ οἰκοδομεῖτε τοὺς ἑαυτούς σας πάνω στὸ θεμέλιο τῆς ἁγιώτατης πίστεώς σας μὲ τὴν προσευχή, ποὺ θὰ κάνετε μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, φυλάξτε καὶ διατηρεῖστε τοὺς ἑαυτούς σας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, περιμένοντας μὲ ἐμπιστοσύνη τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν αἰώνια ζωή.


Ὁ Ἅγιος Ζώσιμος

Ἀνῆκε στὶς στρατιωτικὲς τάξεις (καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀπολλωνιάδα τῆς Σωζοπόλεως), ὅταν βασιλιὰς τῆς Ῥώμης ἦταν ὁ Τραϊανός. Δέχτηκε τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία, βαπτίστηκε καὶ ἔγινε ἀπὸ τοὺς πιὸ ἔνθερμους χριστιανούς. Ἀλλ᾿ ὁ ἔπαρχος στὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας Δομιτιανός, σκληρὸς πολέμιος τῆς Ἐκκλησίας, διέταξε τὸ θάνατό του, ἀφοῦ εἶδε ὅτι καμία ἀπειλὴ δὲν ἴσχυσε στὸ νὰ τὸν σύρει καὶ πάλι στὴ λατρεία τῶν εἰδώλων. Στὴν ἀρχὴ τὸν ἔδειραν καὶ τοῦ ἔσχισαν τὶς πλευρές, ποὺ κατόπιν ἔκαψαν μὲ σίδερο πυρακτωμένο. Ὅταν ὅμως καὶ αὐτὰ δὲν ἔφεραν ἀποτέλεσμα, τότε τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι πῆρε τὸ ἀθάνατο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.


Ὁ Ὅσιος Ζήνων

Ὁ Ὅσιος αὐτός, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἔγινε μαθητὴς τοῦ μεγάλου γέροντος Σιλουανοῦ. Γιὰ τὴν ὑπερβολική του ὑπακοὴ καὶ ἄκρα ἄσκηση καὶ ἀκτημοσύνη του, ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ θαυματουργεῖ, καὶ ἔδιωξε πολλὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι, μὲ ἄσκηση καὶ ἀγῶνες ἀφοῦ πέρασε τὴν ζωή του, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 62 χρόνων.


Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Μέγας καὶ θεοφόρος

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ γεννήθηκε τὸ ἔτος 300 μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς πολὺ πλούσιους, ἀλλὰ καὶ εὐσεβεῖς. Ἦταν ἑπτὰ ἀδέλφια καὶ ὁ μικρότερος ἦταν ὁ Παΐσιος. Σὲ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἡ στοργικὴ μητέρα του τὸν ἀνέθρεψε σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Σὲ νεαρὴ ἡλικία, ὁ Παΐσιος πῆγε στὴν ἔρημο κοντὰ στὸν διάσημο γιὰ τὴν ἀρετή του ἀββᾶ Παμβώ. Μὲ ὁδηγὸ αὐτὸν τὸν ἔμπειρο πνευματικὸ πατέρα, ὁ Παΐσιος ἀπέκτησε πολλὲς θεῖες ἀρετές. Ὅταν πέθανε ὁ Παμβώ, ὁ Παΐσιος ἀναχώρησε στὸ δυτικὸ μέρος τῆς ἐρήμου καὶ ἐκεῖ ἔστησε τὴν διαμονή του, ὅπου πλῆθος ἀνθρώπων πήγαιναν πρὸς αὐτόν, γιὰ νὰ ζητήσουν τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ ν᾿ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του λόγια πνευματικὰ καὶ ψυχωφελῆ. Ὅταν ὁ Παΐσιος ἔφτασε σὲ βαθιὰ γεράματα, τὸν παρεκάλεσαν πολλοὶ ἀδελφοί, ν᾿ ἀφήσει τὴν ἔρημο καὶ νὰ κατεβεῖ στὴν κοντινότερη πόλη, γιὰ νὰ μπορέσουν πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τοὺς ἅγιους λόγους του. Πρᾶγμα ποὺ ἔγινε καὶ ἔτσι δόθηκε σὲ πολλοὺς ἡ εὐκαιρία νὰ γνωρίσουν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας, ἀπὸ τὰ θεόπνευστα λόγια του Παϊσίου. Μαθητὴς τοῦ Ὁσίου ὑπῆρξε καὶ ὁ Ὅσιος Παῦλος. Ἀφοῦ ὠφέλησε πολλοὺς συνανθρώπους του, πέθανε σὲ πολὺ προχωρημένη ἡλικία καὶ τὸν ἔθαψαν στὴν ἔρημο ὅπου ἀσκήτευε. Μετὰ ἀπὸ χρόνια, ὁ πατὴρ Ἰσίδωρος, ἀνακόμισε τὰ ἅγια λείψανά του καὶ τὰ μετέφερε στὴν Πισιδία, ὅπου τὰ ἐναπόθεσε στὸ ἐκεῖ Μοναστήρι του.


Ὁ Ἅγιος Ἀσύγκριτος ὁ Ἱερομάρτυρας

Μαρτύρησε ἀφοῦ θανατώθηκε μὲ μαχαῖρι.


Ὁ Ὅσιος Βαρλαάμ ὁ Βάζσκυ, Ῥῶσος (+ 1462)