� ������� ��� �������� - http://agiooros.org

Ἁγιολόγιον - Ἀπρίλιος 14

«Δεῦτε πιστοί, σήμερον χορείαν ἐπικροτήσαντες, εὐσεβῶς πανηγυρίσωμεν, καὶ τῶν Ἁγίων πάντων τὴν ἔνδοξον, καὶ σεβάσμιον μνήμην, ἐνδόξως τιμήσωμεν, λέγοντες· Χαίρετε, Ἀπόστολοι ἔνδοξοι, Προφῆται, καὶ Μάρτυρες, καὶ Ἱεράρχαι. Χαίρετε, Ὁσίων ὁ δῆμος, καὶ τῶν Δικαίων. Χαίρετε, τιμίων Γυναικῶν ὁ χορὸς καὶ Χριστόν ὑπὲρ τοῦ κόσμου πρεσβεύσατε…»
Ἀπό τό Δοξαστικό του ἑσπερινοῦ τῶν Ἁγίων Πάντων.

[Επιστροφή στο Αγιολόγιον]



Οἱ Ἅγιοι Ἀρίσταρχος, Πούδης καὶ Τρόφιμος Ἀπόστολοι ἀπὸ τοὺς 70

Ἦταν καὶ οἱ τρεῖς ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους καὶ ἀφοσιωμένοι συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Τὸν Ἀρίσταρχο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει στὴν πρὸς Κολασσαεῖς (δ´ 10) ἐπιστολή του σὰν συναιχμάλωτό του στὴ Ῥώμη, καθὼς καὶ στὴν πρὸς Φιλήμονα (στ´ 24) σὰν συνεργάτη του. Γιὰ τὸν Πούδη κάνει λόγο στὴ Β´ πρὸς Τιμόθεον (δ´ 22) ἐπιστολή του, ἀπὸ τὴν ὁποία καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Πούδης ἦταν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ συνεργάστηκαν ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου στὴ Ῥώμη. Τὸν Τρόφιμο ἔφερε στὴν χριστιανικὴ πίστη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν πῆγε στὴν Ἔφεσο. Ἀπὸ τότε, τὸν ἀκολούθησε στὰ Ἱεροσόλυμα, ἀλλὰ καὶ στὴ Ῥώμη, γιὰ νὰ συνεργασθεῖ καὶ νὰ κακοπάθει μαζὶ μὲ τὸ διδάσκαλό του. Στὸν Τρόφιμο ἀναφέρεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴ Β´ πρὸς Τιμόθεον (δ´ 20) ἐπιστολή του. Στὸ φοβερὸ διωγμὸ τοῦ Νέρωνα καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ συνεργάτες τοῦ Παύλου ἀξιώθηκαν νὰ μαρτυρήσουν μὲ θάνατο δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ. Κατόρθωσαν, ἔτσι, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὸν προσωπικό τους ἀγῶνα, νὰ γίνουν «συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή, συνεργάτες γιὰ τὴν διάδοση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.


Ὁ Ἅγιος Ἀρδαλίων ὁ μῖμος

Μὲ τὴν σημερινὴ ὁρολογία ἦταν ἠθοποιός, στὰ χρόνια του Διοκλητιανοῦ (298). Ἐργαζόταν στὰ θέατρα καὶ ἔπαιζε κωμῳδίες καὶ δράματα. Μία μέρα λοιπὸν τοῦ ἦλθε ἡ ἰδέα, νὰ μιμηθεῖ τὴν ἀντίσταση τῶν χριστιανῶν μπροστὰ στοὺς τυράννους. Κρεμάστηκε ψηλά, ἐπάνω στὴ σκηνή, καὶ δῆθεν ξεσχιζόταν ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ προσφέρει θυσία στοὺς θεούς. Ἡ παράσταση ἦταν - σὰ δρᾶμα- τόσο καταπληκτική, ὥστε ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ χειροκροτεῖ θερμὰ τὴν ἐπιδεξιότητα τοῦ Ἀρδαλίωνα καὶ τὴν γενναιοκαρδία τῶν χριστιανῶν. Τότε ὁ Ἀρδαλίων φώναξε δυνατὰ καὶ εἶπε στὸ λαὸ νὰ σωπάσει, διότι καὶ αὐτὸς ἦταν στ᾿ ἀλήθεια χριστιανός. Ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ ἄρχοντας, τοῦ εἶπε ν᾿ ἀλλάξει γνώμη. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ὁ Ἀρδαλίων ἐπέμενε στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἔριξαν μέσα στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.


Ἡ Ἁγία Θωμαΐς

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της τὴν ἀνέθρεψαν ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. Ὅταν ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία τὴν πάντρεψαν μὲ κάποιο νέο, μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦσε ἁρμονικὰ καὶ μὲ μεγάλη σωφροσύνη. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀπουσία τοῦ ἀνδρός της, ὁ πεθερός της ποὺ συνοικοῦσε μαζί τους, προσπαθοῦσε μὲ κάθε τρόπο νὰ τὴν ἑλκύσει σὲ συνουσία. Μάταια ἡ καλὴ νύφη προσπαθοῦσε νὰ λογικέψει τὸν πόρνο γέροντα. Αὐτὸς ὅμως, ἐπειδὴ δὲν μπόρεσε νὰ καταφέρει τὰ ἄνομα σχέδια του, καὶ τυφλωμένος ἀπὸ τὸ πάθος, μαχαίρωσε τὴν νύφη του. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ ἄρχοντας τῆς Ἀλεξάνδρειας, καταδίκασε τὸν πόρνο γέροντα σὲ θάνατο. Τὸ δὲ λείψανο τῆς Θωμαΐδας, παρέλαβε ὁ ἀββᾶς Δανιήλ, ὁ ἀπὸ τὴν Σκήτη, καὶ τὴν ἔθαψε στὸ κοιμητήριο, ἐπειδὴ ἔδωσε τὸ αἷμα της γιὰ τὴν σωφροσύνη.


Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Πελοποννήσιος

Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Λιγούδιστα τῆς Ἀρκαδίας καὶ σὲ μικρὴ ἡλικία ἦλθε μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του στὴν Τρίπολη, ὅπου ἐργαζόταν μαζὶ μὲ κάποιους κτίστες. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ τὸν βασάνιζαν, ἔφυγε ἀπὸ τὴν συντροφιά τους καὶ πῆγε στὸ σπίτι ἑνὸς Τούρκου κουρέα, ὁ ὁποῖος καὶ κατόρθωσε τὸν ἐξισλαμισμό του, ὀνομάζοντας τὸν Μεχμέτ. Ἀργότερα ὁ Δημήτριος ἐγκατέλειψε τὴν Τρίπολη, μετάνιωσε γιὰ τὴν ἀποστασία του καὶ ἦλθε στὸ Ἄργος. Ἀπὸ τὸ Ἄργος, γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια, πῆγε στὴ Σμύρνη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Μονὴ τοῦ Προδρόμου κοντὰ στὶς Κυδωνιές, ὅπου βρῆκε εὐσεβῆ πνευματικό, ἐξομολογήθηκε καὶ ζήτησε τὶς συμβουλές του. Μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ ὁ Δημήτριος ἦλθε στὴ Χίο, ὅπου ἔμεινε γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ κοντὰ σὲ ἄλλο φημισμένο πνευματικό, μὲ προσευχὴ καὶ μετάνοια. Προετοιμάσθηκε γιὰ τὸ μαρτύριο καὶ πῆγε στὸ Ἄργος, ὅπου παρέμεινε κρυμμένος καὶ χειραγωγούμενος ἀπὸ τὸν Ἱερέα Ἀντώνιο Σακελάριο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔφτασε στὴν Τρίπολη. Παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν Τοῦρκο Διοικητή, δήλωσε ὅτι πιστεύει στὸν Χριστὸ καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ χύσει καὶ τὸ αἷμα του γι᾿ Αὐτόν. Τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν ἦταν φρικτά, ἀλλὰ ὁ Δημήτριος ἔμεινε ἀμετακίνητος στὴν πίστη του καὶ ἔτσι στὶς 14 Ἀπριλίου 1803 τὸν ἀποκεφάλισαν στὴν Τρίπολη. Τὸ ἱερό του λείψανο διασώθηκε ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς στὸν Ναὸ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Νικολάου Βαρσῶν. Στὴν κεντρικὴ ἀγορὰ τῆς Τρίπολης, μικρὸς ναὸς τιμᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Νεομάρτυρα αὐτοῦ.


Οἱ Ἅγιοι Ἀντώνιος, Ἰωάννης οἱ αὐτάδελφοι καὶ Εὐστάθιος, οἱ ἐν Λιθουανίᾳ Μάρτυρες (+ 1342)